15 Φεβ 2017

Και η ζωή θα συνεχίσει..



 Ποια είσαι; Κοίταξέ με. Χρειάζομαι τα μάτια σου για να γνωρίσω τα δικά μου. Κι αυτό που θα μου δείξεις, μπορώ να το πιστέψω;
Ποιος είσαι ; Χρειάζομαι κάτι που ν αντέχει σ΄έναν κόσμο που όλα αλλάζουν, κάτι σίγουρο σ ένα σύμπαν αβεβαιότητας και πιθανοτήτων. Και θα πιστέψω. Όλα σου τα για πάντα, όλες τις υποσχέσεις, όλους τους ήλιους που θ΄ ανατέλλεις, κάθε αχτίδα που θ΄απαλύνει τα σκοτάδια μου.

Όταν κάτω απ το βάρος μου θα κλείνεις τα μάτια , θα ξέρω ποτέ αν είναι για να με φυλάξεις μέσα σου ή για να με κρατήσεις έξω;

Μαθαίνει κανείς να επιζεί με κάθε τρόπο . Τι σημασία έχει ποιος έχει ανάγκη ποιον; Ποιος χρειάζεται περισσότερο τον άλλον;

Αιώνες τώρα μόνος, αναζητώ μία πατρίδα.

Θα έχω πάντα μέσα μου μια θάλασσα κι εσύ την αντοχή της πέτρας. Θα σ' αγαπώ, θα σε τυλίγω κύματα, θα σπάζουν οι φόβοι σου κομμάτια, θα αναγεννiέται ο βυθός μου,θα σε σμιλεύω δύναμη, θα μου μαθαίνεις ουρανό.
Κι απ την ομίχλη αρχαίων μοναξιών θ αναδυθεί ένα νησί. Στεριά δικιά μας. Κι εμείς μιας άγνωστης ενδοχώρας εξερευνητές , σκαφτιάδες άνυδρων ερήμων, θα ανακαλύπτουμε το πρώτο φως, τη ζεστασιά των αστεριών, την αντοχή της ρίζας, ετούτο το ΄μαζί΄ θα το ονομάσουμε σπίτι, καταφύγιο, ορμητήριο για τα σύνορα του ανέλπιστου.

Μα τα νησιά, εύκολα γίνονται κελιά. Γιατί όλα τελειώνουν . Τι κι αν αφηνόμαστε στην άνωση κορδέλες μπλεγμένες η μία μες στην άλλη; Πάντα το κύμα θα μας ξεβράζει σε κάποια ακτή . Αφύλαχτους ξανά στα χθες και στ΄αύριο.

Θέλει να την έχεις μέσα σου την απλωσιά της αγάπης για να την αναγνωρίσεις σαν τη συναντήσεις.
Πώς να στο πω; Ο τόπος που βρίσκεσαι δε μπορεί ν αλλάξει αυτό που είσαι.

Θα θέλω να προσευχηθώ κι ας μην ξέρω πια σε ποιον, σε τι. Ποιος θεός σε σώζει απ τον εαυτό σου; Μόνος θα πρέπει να μάθω ξανά να περπατάω.

Κανείς δεν περπατά με τα πόδια ενός άλλου , κανένας δεν πετά με δανεικά φτερά και το γλυκό ανάδεμα των κοραλλιών ποτέ δεν το γεύεσαι αν δεν ανοίξεις στα σωθικά σου βράγχια.

Είναι αυταπάτη λοιπόν το νησί;

Είναι η Εδέμ της καρδιάς. Γιατί πατρίδα είναι η αφοσίωση, η πίστη στο απίθανο, η επιμονή της ρίζας. Είναι η επιλογή στο βλέμμα που χτίζει μια πραγματικότητα που μας χωράει. Είναι ο Παράδεισος δύο κορμιών στην ίδια ανάσα.Και επειδή τον ζήσαμε, και επειδή τον χάσαμε,μπορούμε ακόμη να πιστεύουμε σ΄αυτόν.

Και η ζωή θα συνεχίσει όπως πριν.

Θα συνεχίσει . Όπως ποτέ πριν.

-----------



Edvard Munch: «Meeting on the Shore. Mermaid”

7 Φεβ 2017

Οι νύχτες της πόλης μου ..



Οι νύχτες της πόλης μου έχουν το θόρυβο μιας μοναξιάς, δρόμους πλατιά αδιέξοδα, σπασμένα πεζοδρόμια , σπασμένα όνειρα και γέλια ηχηρά για της σιωπής το ξόρκισμα. ΄Εχουνε κάτι από θανατωμένες προσμονές κι απαρηγόρητες παρηγοριές, έχουνε μεθυσμένες απογνώσεις,
παρόντα άστεγα σε απάνεμες γωνιές και μέλλοντα θολά, φαντάσματα που καθρεφτίζονται σ΄αστραφτερές βιτρίνες.

Οι νύχτες της πόλης μου έχουν λαχτάρες μισοφώτιστες, παράπονα σε στεναγμούς ανάκουστους ‘’θέλω ένα μαύρο άλογο και ασημένια σπηρούνια
να φτάσω τη ζωή που μου ξεφεύγει’’
σε μελωδίες από μακρινές στεριές
‘’και ένα λάσο θέλω γερό, να πιάσω τα όνειρα που έφυγαν’’
έχουν δυο χέρια που άξαφνα αγγίζονται πάνω από ένα ποτήρι, μιαν αστραπή απ τα μισά ολόκληρης ζωής κι έναν αχνό ελπίδας στις ανεπίδοτες ακόμα ευχές για χάδια αξόδευτα και σε αθωότητες ανέγγιχτες.

Οι νύχτες της πόλης μου έχουνε νότες που δραπετεύουν από κλειστά παράθυρα, κάποιας αγκάλης το γαλήνεμα, την προσήλωση ενός άντρα που γράφει το ωραιότερο του ποίημα, μια προσευχή ανάκουστη, το στοργικό νανούρισμα ενός πατέρα μόνου,
την τρυφερή σιωπή δυο χορτασμένων εραστών, αγάπες που άντεξαν, αγάπες που ονειρεύονται και σπόρους φωλιασμένους σε ρωγμές που περιμένουν την αυγή ν΄ανθίσουν.

Οι νύχτες της πόλης μου έχουν ακόμη ουρανό.
Κι έναν δικό μου ουρανό.

Έχουν εσένα .  





 Diana Krall   "Love is wher You are"

1 Ιαν 2017

''Κανένα τέλος δεν έρχεται με άδεια χέρια’’



Χιονίζω απόψε.
Κοίτα με, γίνομαι ουρανός, πίνω αιώνες στεναγμών
και στους γυρνώ -για να σε ξεδιψάσω
σε απαλές νιφάδες άχνης, μια σιωπηλή ηχώ από τα βάθη της λαχτάρας.
Τούτος ο κόσμος δεν έχει σιγουριά, δεν έχει ειρήνη,
ανήμποροι να μοιραστούν οι πόνοι γίνονται βάραθρα που μας τραβούν στις σκοτεινιές της μοναξιάς.
Να με κρατάς.

Άκου, το αύριο είναι πλατύ κι η ευτυχία ασύνορη
πώς να στο πω.. στον κόσμο τούτο ερχόμαστε για να δινόμαστε
Μονάχα έτσι φέγγουνε γλυκύτερα οι αυγές.

Χιονίζω απόψε και στρώνω λευκά τα όνειρα.
Αφήνω πίσω μου του Χρόνου στάχτες
κι απ΄ τα παλιά μας ιερά κρατώ τη φλόγα.
Σπάζω το αρχαίο ρόδι των χίλιων μελλούμενων μαζί,
και τρεις της μνημοσύνης σπόρους σε φιλεύω.

Να μου γελάς, μ΄ακούς;
‘’Κανένα τέλος’’ άλλωστε ‘’δεν έρχεται με άδεια χέρια’’
----

Καλή Χρονιά σε όλους μας. -)
Γιατί γιορτές, είναι οι άνθρωποι που αγαπάμε..



27 Δεκ 2016

Μην κλαις ..


Σώπασε, μην κλαις. Δεν είναι τώρα για δάκρυα καιρός.

Άσε μονάχα να σε χαρώ αγκαλιά μου προτού κινήσεις για να κερδίσεις κείνη την άλλη γη, τη σπλαχνική με τα παιδιά της, τη γη του δίκαιου, τη γη της αρμονίας, των γλυκασμένων χαραμάτων και των ησυχασμένων δειλινών.

Δύσβατος κι άγριος ο δρόμος, δε θα στο κρύψω. Γεμάτος καχυποψίας αγκάθια, συρματοπλέγματα άγνοιας, νερά της αδιαφορίας παγωμένα και τοίχους του μίσους ορθωμένους.
Μη φοβηθείς.

Να σκύβεις ν’ αφουγκράζεσαι το βουητό στο αίμα. Και την αλήθεια σου να τη μιλάς.
Πάρε μονάκριβέ μου, πάρε απ τον κόρφο μου τη ρίζα κι απ την ανάσα μου την απλωσιά, δέντρο να γίνεις καρπερό, να ξεδιψά στο πέρασμά σου η στέρφα σιωπή του κόσμου. Πάρε απαντοχή μου και στολίδι μου, πάρε τα μάτια μου τ΄αποψινά, πάντα την ομορφιά ν΄αναζητάς. Πίσω απ τη βία , πίσω απ το ανελέητα σκληρό της ζήσης, μέσα απ τον πόνο τον απύθμενο, διπλό κουράγιο να χεις, διπλά να δίνεσαι, διπλά να δίνεις το ψωμί, το λόγο, το χιτώνα σου και το χαμόγελο που κόβει την πίκρα στα δυο.
Αναλαμπές στη σκοτεινιά του φόβου είμαστε.
Μην αφεθείς.

Αν ήταν τρόπος γιέ μου να πάρω απ το δρόμο σου τις πέτρες που θα πληγιάζουν το βήμα σου, γιοφύρια να τις κάνω να διασχίσεις τον πόνο απόνετος.
Δεν είναι. Μόνοι παλεύουμε για το μαζί. Και μόνος θα το μάθεις κι αυτό.

Και μην πιστέψεις ποτέ σου λόγια για αγάπες και θυσίες που τρέφονται απ τις ενοχές. Δεν είν΄ θυσία η αγάπη. Μα προσφορά.Ελευθερία.
Μη γελαστείς. 

Τα φορτωμένα μ΄ενοχή δώρα φέρνουν αντίδωρο φαρμάκι.

Μα μη μου κλαις απόψε.

Κοίταξε πόσα αστέρια τρυπούν το μαύρο. Καθένα και μια γέννηση, σαν τη δική σου ακριβέ μου. Καθένα τους η ίδια υπόσχεση, το αύριο, το φως. Κι ας μοιάζει μελανό ακόμη το στερέωμα.
Η αλλαγή βαδίζει αργά. Μην κουραστείς.

Μην κλαις αστέρι της καρδιάς μου,
σπλάχνο μου και χαρά μου, που σε γεννάω κάθε νύχτα, σε ξεχασμένες φάντνες, σ΄ανήλιαγες σπηλιές, σε βάρκες ακυβέρνητες, στις άκριες ενός δρόμου,
κοιμήσου στην αγκάλη μου, να σε χαρώ, προτού ξεσπάσει πάλι ο μεγάλος χαλασμός.
Προτού να σβήσεις φως μου στα νερά, σε κάποια σύνορα, σ ένα σταυρό, σ΄ένα στρατόπεδο ή σ ένα δουλεμπορικό.

Κοιμήσου κι άσε για λίγο να ονειρεύομαι,
πως φάρμακο στου κόσμου το φαρμάκι είναι μονάχα η αγάπη.




14 Δεκ 2016



 Περπάτησα πολύ, άγγιξα, σιώπησα, αφουγκράστηκα.

Σ΄όλους τους τόπους η θλίψη των ανθρώπων είναι πάντα η ίδια και πάντα μόνη,
και σ΄όλους τους καιρούς ικέτες γονατίζουμε μπρος στη φωτιά που μας καίει για μια βροχή που θα ξεπλύνει πόνους, όρκους και υποσχέσεις ανεμοχαμένες
και για έναν ήλιο που θα στεγνώσει τη λάσπη για να στεριώσουμε μία καινούρια αρχή.

Αιώνες τώρα, στα πιο βαθιά σκοτάδια μας, ξεπλένουμε στα δάκρυα τα αταξίδευτά μας όνειρα, παρηγοριόμαστε στη χόβολη ενός βλέμματος, ενός χαμόγελου, προσμένουμε γέννες,
 φοβόμαστε μικρούς και μεγάλους χαμούς
 και πάντα, μα πάντα, σηκώνουμε τα μάτια αναζητώντας εκείνο, το ένα άστρο που θα μας οδηγήσει στην- κάπου- αχάραγη χαρά και στη δικαιωμένη μας λαχτάρα.

Κι ας μοιάζει να ξεχνάμε κάποτε πως μόνο στην απουσία βρίσκει φωλιά ο σπόρος της παρουσίας, πως η βαθιά μας εκπνοή είναι αυτή που φέρνει τη νέα ανάσα
κι η χαραυγή του κάθε κόσμου γεννιέται στο βασίλεμα ενός άλλου..

Περπάτησα κι εγώ πολύ, προσφέρθηκα, λαβώθηκα και πάλι ανέτειλα στου γέλιου την πηγή. Περπάτησα πολύ κι ακόμη συνεχίζω, να δίνομαι σ΄ελπίδες ηλιοστάλαχτες και σύννεφα αδάκρυτα και να ξαπλώνω σε αρχαίες ιστορίες και σε ομίχλες από αιώνες στεναγμών, πιστεύοντας στο ανέλπιστο, αναζητώντας χαμένα δισκοπότηρα, Γιουκάλια, μα και την όγδοη νότα του ουράνιου τόξου

Στα παραμύθια άλλωστε μα και στα όνειρα υφαίνει η ψυχή την ιστορία της..

1 Νοε 2016

Απόδραση..




Τρεις νύχτες τώρα γυρνάς στο μυαλό μου Χάρρυ. Δεμένος με κάθε λογής αλυσίδες, φυλακισμένος σε παράξενα κουτιά, ριγμένος ανάποδα στο κενό. Δεμένη κι εγώ καιρό σε σκέψεις, φυλακισμένη στην ανάγκη μου, ριγμένη σε δίνες απ το ψηλότερο σημείο της γέφυρας που έθρεφα για να τις αποφύγω.
Τι προσπαθώ να μάθω από σένα;

Απόδραση. Η λέξη που μ έφερε ξανά στη θάλασσα, η λέξη που σε κάλεσε στη σκέψη μου.
Και να΄μαι εδώ, μπροστά σε μια φωτιά στη μέση της αμμουδιάς, ρίχνοντας έναν έναν τους δράκους μου στις φλόγες, ρωτώντας σε ξανά και ξανά, με ποιον τρόπο και από τι δραπετεύει κανείς.
Τι έμαθες εσύ Χάρρυ από τις αναρίθμητες αποδράσεις σου;

Έφτιαχνες τα δεσμά σου όλο και πιο περίπλοκα όλο και πιο σφιχτά μόνο και μόνο για να τα νικήσεις. Αυτό κάνουμε όλοι μας Χάρρυ;
Εγκλωβισμένοι στα μικρά τέλματα της καθημερινότητας, κουρασμένοι από αδιέξοδους λαβύρινθους φόβων και ματαιώσεων, αναζητούμε διαφυγή σ΄ ένα αλλού, επινοούμε ελπίδες, ονειρευόμαστε φτερά, ότι ξεφεύγουμε απ το χώμα που μας ορίζει και μας περιορίζει μαζί, ότι γινόμαστε δράκοι που χορταίνουμε με ουρανό και ξεδιψάμε με φωτιά. Μέχρι να ανακαλύψουμε ότι το τίμημα της πτήσης είναι η πτώση. Της φλόγας πάλι, η στάχτη. Και πως η ανάγκη να απομακρυνθούμε, δείχνει μονάχα τη δύναμη που έχει πάνω μας αυτό που μας φυλακίζει. Και λίγο βοηθά να αλλάξουμε την ανάγκη μας για το μαζί σε ανάγκη για το χωρίς.
Τι είδους απόδραση μπορεί να μας ελευθερώνει;

Δες Χάρρυ! Δες πώς χορεύει στο απαλό αεράκι αυτή η νιφάδα στάχτης! Σαν κείνη τη μικρούλα πεταλούδα, που τόσο με γοητεύει με το τόσο δυσκολοπρόφερτο όνομά της. Sphinx Deilephila Elpenor  τη λένε, σφινξ, ένα απ τα ονόματα της αόρατης νεράιδας των πανάρχαιων μύθων εκείνη που βάζει γρίφους , εκείνη και που τους απαντά, Deilephila, φίλη του δειλινού, που φυλά τ απόβραδα,
Elpenor, αυτή που φέρει την ελπίδα ..
που την αφουγκράζεσαι να πετά φορές γύρω δίχως να νοιάζεται ποιος τη βλέπει, αν τη βλέπει κανείς μας , απλά για τη χαρά να κάνει αυτό που ξέρει , αυτό για το οποίο είναι πλασμένη..

Ίσως αυτό να είναι πέρα από κάθε απόδραση Χάρρυ.
Να υποδέχεσαι το χάραμα, να λύνεσαι απ τους κάβους που σ΄έδεναν σε αταξίδευτα αύριο, να χαράζεσαι σε πέτρες και αγκάθια ξέροντας πια πως τέλος δεν έχουν τα ταξίδια στα σύνορα του απρόσμενου.
Να εμπιστεύεσαι το νέο σκοτάδι. Και να σιωπάς.
Να μαλακώνουν πίσω σου τα χνάρια των περασμένων σου βημάτων
Και ν΄ αναβλύζει στα σπλάχνα σου χαρά.
Για την κατακτημένη γνώση . Πως δε φεύγεις απ ό,τι σε δένει, αν δεν βουτήξεις βαθιά μέσα του, να το γνωρίσεις, να καταλάβεις με ποιον τρόπο και για ποιον λόγο δέθηκες σ΄αυτό. Πως πέρα απ΄ τις ματαιώσεις, τις απώλειες, την οργή, τον πόνο
-ή μάλλον εξαιτίας τους- βρίσκεις για μία ακόμη φορά το δρόμο, σαν κάτι χειμωνιάτικα απομεσήμερα που από μια τόση δα υπόνοια λιακάδας, γεννάνε νέες άνοιξες.
Και πως αυτό που θέλεις, γεννιέται απ ό,τι πασχίζεις να ξεφύγεις.
Ίσως αυτό και μόνο να είναι παραπάνω από αρκετό.

Ρίχνω στις φλόγες τον τελευταίο μου δράκο και σε καληνυχτώ μ ένα χαμόγελο πια.
Άλλωστε το μόνο απ το οποίο παλεύει κανείς να δραπετεύσει, είναι το παρελθόν. Κι ας ξέρουμε καλά ότι δε γίνεται. Αυτά που ζήσαμε, ονειρευτήκαμε, πονέσαμε, αυτό που ήμασταν, κυλάει ρευστό στο τώρα μας, μπερδεύεται απαλά στα πόδια μας, στρέφει και οδηγεί τα βήματά μας.

Κι εσύ, που κατάφερες να δραπετεύεις απ΄όλα τα δεσμά που μόνος σου επινοούσες κι επέβαλλες στο ίδιο σου το σώμα,
προδόθηκες απρόσμενα από όσα δεν έμαθες γι αυτό.

Τι να το κάνεις..

Δε δραπετεύουμε απ τον εαυτό μας Χάρρυ..




                                       

30 Οκτ 2016

Οι Κυριακές μας ..


Μετέωρες οι Κυριακές μας ακροβατούν στην κόψη μια προσμονής και μιας μελαγχολίας. 
Τρυπώνουν πίσω απ τα μάτια ράθυμα, καθυστερούν να ζωντανέψουν, ταλαντεύονται στις συμπληγάδες ανάγκες της κούρασης και της ευκαιρίας. 
Μετέωρες, έρχονται φορτωμένες αρχαίες λιακάδες, σχέδια, 
γέλια απρόσβλητα ακόμη απ’ τη σκουριά του χρόνου, μια μυρουδιά ευτυχίας και ψημένης δάφνης, 
τη ζάλη από κρασί παλιό κι από φιλί αγαπημένου, 
μη μαρτυρώντας μας ποτέ αν φεύγοντας θα χουν ακόμη το πειραχτικό χαμόγελο μιας πιθανότητας ή αν θ΄αφήσουν πίσω τους μικρές ομίχλες κι υγρές ραγισματιές σε στεγανά, πέρασμα σε φόβους παλιούς που κρύβονται στου σούρουπου τη θλίψη.





Μετέωρες φορές οι ζωές μας
ακροβατούν ανάμεσα στη μνήμη και τη λησμονιά,
στο χρόνο που βιάζει και παρασέρνει σαν κύμα ανταριασμένο και στον χρόνο-Κρόνο -το μάτι μιας παγωμένης δίνης, που κάθε χθες μας διαρκεί αιώνια, αγνοώντας πως γύρω του άπειρα αύριο κατακρημνίζονται στα βάθια της ακινησίας.
Μετέωρες, ανοίγονται σε χειμώνες προτού τελειώσει το καλοκαίρι και εκβιάζουν πεταλούδες σε άγουρα κουκούλια, παίζουν αέναα το τραγικό τους μονόπρακτο σε αναχωρήσεις τραίνων και τρικάταρτων πόθων, λοιδωρούν μα και θρηνούν βουβά αυτά που χάθηκαν κι αυτά που δε θα γεννηθούν ποτέ.

Μετέωροι κι εμείς, δυσκολεμένοι να ξαγγιστρωθούμε από το χώμα, αδύναμοι να οραματιστούμε αιθέρες, λιγόπιστοι στο θαύμα το κρυμμένο ενός μπορώ, ούτε πατάμε, ούτε πετάμε,
κι όμως την ίδια ώρα , νοσταλγοί μιας μέθης από αρχαίες λαχτάρες, στέλνουμε αμίλητοι τις προσευχές μας σε μακρινούς ουρανούς, αρνούμενοι τη σιωπή τους και αποκαμωμένοι κυλάμε στα Όνειρα, εκεί που υφαίνονται οι άλλες μας αλήθειες, εκεί που καμία λέξη δε γίνεται μοίρα, καμιά ελπίδα στάχτη, καμία απουσία φυλακή.

Ίσως γιατί βαθιά στα σπλάχνα μας, κάτι,
παλεύει για μια χαμένη πίστη..





Τony Tycker - Wait for the night to turn blue