29 Μαΐ 2010


μια καληνύχτα.. μιαν ανεράιδα.. κι ένα παραμύθι μισό..
[ποιος διαβάζει πια παραμύθια..]






- Πες μου ξανά.. το παραμύθι της..
- Πάλι ;
- Πάλι.. μα ξεκίνα απ τη μέρα που τον πρωτοσυνάντησε..
- Καλά.. θες ν αλλάξω και το τέλος πάλι ;
- θα δούμε.. ν αργεί το τέλος θέλω.. να ειπωθεί, να γραφεί..
ας μείνουμε ακόμη στην αρχή ..

- Στάσου ν ανοίξω το παράθυρο,  είναι το γέμισμα του φεγγαριού απόψε, σαν και τη νύχτα κείνη .. του μεγάλου χορού για το μαργαριτάρι του Γενάρη.. πόσο αγαπούσε κείνο το γεναριάτικο φεγγάρι ..
του καταχείμωνου τη στρογγυλάδα .. της παγωνιάς τη λάμψη..
Νύχτες σαν και κείνη που οι κύκλοι έκλειναν και γέμιζαν οι ψυχές ονείρατα κι ελπίδα, νύχτες που στήνονταν οι μεγάλοι χοροί και τα καινούρια αρχινήματα  έδιναν πάντοτε μια αφορμή για ξέφρενα γέλια και χορούς..
Και τέτοιες νυχτιές δεν είχαν και το φόβο μην τις ιδούν οι ανθρώποι.. τους μπέρδευε πάντοτε η λάμψη της σελήνης.. δεν τις ξεχώριζαν ακόμη κι αν χόρευαν πλάι τους ....
Τέτοια νύχτα ήταν που η νεράιδα μας άφησε το χορό και τα τραγούδια και πήρε το δρόμο για την άκρια του πάρκου .. κει που της είχαν πει πως ήταν τα όρια των δύο κόσμων.. είχαν στενέψει πια οι τόποι τους . Οι άνθρωποι άπλωναν τις πολιτείες τους όλο και πιο μέσα στα δικά τους μέρη.. κι εκείνες έπρεπε να μαθαίνουν να ζουν στα στενάχωρα.. όσες απέμεναν..

Το πάρκο ήταν το όριο. Οι άνθρωποι βέβαια δεν το γνώριζαν, μα δίχως να καταλαβαίνουν το γιατί Οι περισσότεροι δεν προχωρούσαν πέρα απ το γέρικο πλάτανο... κάτι τους έκανε να σταματούν εκεί..
αυτοί οι λίγοι που το καναν πάλι , δεν καταλάβαιναν ότι άλλαζαν κόσμο..
Ήταν τα ζευγαράκια τα κρυφοερωτευμένα που τ άκουγε να μιλάν για τη μαγεία της νύχτας , και για τις μυρωδιές και το χάδι του αγέρα..
ήταν οι ποιητές που ακροβατούσαν σ έναν κόσμο ανάμεσα.. αυτοί έτσι κι αλλιώς δεν ξεχώριζαν τους κόσμους ..
κι ήταν κι οι χαμένες των θνητών ψυχές.. που έψαχναν κρυφές γωνιές και μέρη σκοτεινισσμένα ,  να πιουν φαρμάκι για να ονειρευτούν, τις νύχτες τους κοίταγε μα δεν καταλάβαινε τι κάνουν.. της εξήγησαν.. μα πάλι δεν καταλάβαινε..

Έφυγε την ώρα του μεγάλου κεφιού για να χει χρόνο μέχρι να τη ζητήσουν, να την ψάξουν 
Δεν της άρεσαν τα μυστικά, μα αν το λεγε θα την εμπόδιζαν.. της το χαν πει τόσες φορές άλλωστε.. δε μπλέκονται οι κόσμοι μας καλή μου .. δεν είναι σωστό.. έχουμε κανόνες και πρέπει να τους τηρούμε.. για το καλό όλων μας.. κάποια πράγματα δεν αντέχονται.. θα μάθεις μεγαλώνοντας..
κι αυτή μεγάλωνε, μα δε μάθαινε.. δεν καταλάβαινε..
γιατί να μη γίνεται.. γιατί να μην επιτρέπεται..
πώς βάζεις σύνορο στη στάλα της βροχής την ώρα που γίνεται ένα με το ποτάμι.. πώς ορίζεις πού σταματά αυτό και πού αρχίζει η θάλασσα όταν τα νερά τους αγκαλιάζονται και συνεχίζουν μαζί.. ρωτούσε.. απορούσε..

- πού πας ανεράιδα μου μονάχη και κρυφά ;  ψιθύρισε η φεγγαραχτίδα που ήρθε και στρογγυλοκάθισε στα μαλλιά της..
- μη με μαρτυρήσεις ασημένια μου .. και πάψε να με λες α-νεράιδα.. έχω δικό μου όνομα..
- Α! όχι.. όχι.. γέλασε η φεγγαραχτίδα.. αυτό είναι το α-ληθινό σου όνομα.. από την ώρα που πρώτη εγώ είδα να σε φέρνει η α-υγή , α-πρόσμενα ήρθες, α-νέλπιστα μας έμεινες, κι από κείνη τη στιγμή α-νάποδα τα κάνεις όλα.. και στριφογύρισε με γρηγοράδα αφήνοντας ένα "α"   ν ΄αργοσβήνει στη νυχτιά..
η νεράιδα χαμογέλασε και συνέχισε το δρόμο της.. άκου α-νεράιδα, α-νάποδη.. κι όλο αυτό γιατί.... α-ναρωτιέμαι γιατί έχουμε κόσμους χωριστούς.. γιατί α-πορώ με τους κανόνες, γιατί α-ρπάζω κάθε ευκαιρία να μάθω..

Άνθρωπο να βρει  στο διάβα της δεν το περίμενε.. παγωμένη η νυχτιά .. όσοι ήταν έξω, προτιμούσαν την απέναντι μεριά του πάρκου.. στα μαγαζιά ,
ήταν κι ο αγέρας που φυσούσε παγωμένος.. κι οι άνθρωποι δεν τον αγαπούν...
τον κλείνουν πάντοτε έξω απ τη ζωή τους.. μανταλώνονται σ΄ένα μέσα που το νομίζουν γι ασφαλές.. κρίμα τους.. αναστέναξε.. δε θα μάθουν ποτέ τι χάνουν.. μα της το χαν εξηγήσει κι αυτό.. δεν είν οι άνθρωποι κι οι νεράιδες καμωμένοι απ το ίδιο υλικό της είχαν πει.. ούτε αυτό το καταλάβαινε..

Περπατούσε χορεύοντας, κάνοντας κύκλους γύρω απ τον εαυτό της σιγομουρμουρίζοντας τραγούδια της νύχτας, του αγέρα και της παγωνιάς.. λάτρευε να κάνει κύκλους.. και μια στιγμή πριν το γέμισμά τους, μ ένα πηδηματάκι ν αρχίζει τον καινούριο..
κι ήταν τόσο απορροφημένη που έπεσε σχεδόν πάνω του.. ούτε που τον είδε.. ίσα που πρόλαβε να πνίξει την κραυγή της.. θα τον τρέλαινε τον κακομοίρη ..δεν κάνει οι ανθρώποι ν ακούσουν τέτοια φωνή..

Την ένιωσε όμως.. Πρέπει να την ένιωσε.. δεν εξηγείται αλλιώς ο τρόπος που σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε .. κι εκείνη κοκκάλωσε.. μεσ στα μάτια την κοίταγε.. αδύνατον .. δε μπορεί να την έβλεπε.. μα πάλι.. μες στην ψυχή την κοίταγε.. 'Εμεινε αμίλητη.. ακίνητη.. βούλιαξε μέσα σ εκείνα τα μάτια που χαν το χρώμα των φθινοπωρινών φύλλων.. του πρώτου λαδιού το πράσινο..
Κείνος πήρε μια έκφραση απορίας.. σήκωσε κι άλλο το κεφάλι και κοίταξε γύρω του.. Τι να ΄ταν αυτό..αναρωτήθηκε.. Ο αγέρας μάλλον.. τι άλλο.. πρέπει να τα μαζεύεις φίλε μου.. άιντε για το σπίτι γιατί δε σε βλέπω καλά.. καλές οι βόλτες στην παγωνιά.. μα άμα αρχινάς να κοιτάς γύρω σου εσύ...
γέλασε μονάχος του και σηκώθηκε απ την πέτρα που είχε καθήσει.. κάνοντας το βιβλίο που ήταν ακουμπισμένο στα πόδια του να πέσει..
Της κόπηκε η αναπνοή σαν το ΄δε.. Α..αυτό.. δεν το χε φανταστεί ποτέ της.. να συμβεί σ αυτήν...ούτε που το χε καν ονειρευτεί.. δε μπορεί..
άκουγε καιρό  τις μεγάλες της αδελφές  που μίλαγαν για τα χρόνια τα παλιά.. τότε που κάποιες νεράιδες συναντούσαν το δικό τους θνητό.. για τα σημάδια που αμφιβολία δεν άφηναν.. για την αόρατη κλωστή που τους έδενε για όλη τους τη ζήση.. γι αυτά τα τόσο σπάνια περάσματα απ τον έναν κόσμο στον άλλον... 
Μπορούσε αυτή να ζήσει κάτι τέτοιο ; 
Ηταν οι Μοίρες τόσο γενναιόδωρες μαζί της ...;
Ομως..  είχε το σημάδι της.. δε μπορεί να λάθευε.. είχε τον κύκλο του φεγγαριού της χαραγμένο στη μέσα πλευρά του χεριού του..πάνω απ τον καρπό.. το ΄δε σαν τραβήχτηκε το μανίκι την ώρα που σκυψε να πιάσει το βιβλίο του.. είχε κι εκείνο το α στη μέση.. απ της φεγγαραχτίδας της νονάς της το κρυφό της όνομα..
πισωπάτησε δειλά δειλα..δε μπορούσε να φύγει τρέχοντας όπως ήθελε.. θ άλλαζε το φως, μπορεί και να την καταλάβαινε.. έκανε δυο βήματα ακόμη προς τα πίσω κι άρχισε να βαδίζει γρήγορα στην αρχή.. τρέχοντας μετά.. θα σπαγε η καρδιά της.. καλά της τα λεγαν.. κι όμως μέχρι που χάθηκε απ τα μάτια του.. ένιωθε να την παρακολουθεί.. κι ας μην ήταν κάτι τέτοιο μπορετό..

Τις νύχτες που ακολούθησαν έκανε ξανά την ίδια διαδρομή.. κι απ το ποτάμι μέχρι να φτάσει στην πέτρα που τον πρωτόδε όρκιζε σε κάθε της βήμα το χαμηλό χορτάρι και το χώμα να μην πουν το μυστικό της.. παρακαλούσε τις δρυάδες μην την προδώσουν και χωνόταν στην αγκαλιά του γέρου πλάτανου να του πει.. να της πει.. αιώνες ήταν αυτός εκεί.. στις ίδιες ρίζες πάταγε που ήταν κι ο παππούς τους κι ο προπάππος του... τόσα .......τα φύλλα του, τόσες λέξεις είχαν χαράξει οι άνθρωποι στο κορμί του.. που σβήνονταν με τα χρόνια, μα η θύμηση απ το χάραγμά τους πέρναγε στα φύλλα του..


Κάποιες νύχτες εκείνος ερχότανε, κοιτούσε και γύρω σαν κάτι να ψαχνε.. σα να μην ήταν και σίγουρος.. κάποιες έδειχνε να το χει βρει..  άλλες ερχόταν με φίλους του ..έκαναν σχέδια, μιλούσαν για δίκαια και για άδικα.. για νόμους των ανθρώπων, για ελπίδες που δεν έπρεπε να σβήσουν, για πολέμους και μεγάλες μάχες... για βιβλία που γράφονταν και δε διαβάζονταν πια.. για τον κόσμο που έλεγαν πως αργοπέθαινε και που οι "πολλοί" δεν ήθελαν να παραδεχθούν..κι άλλα τέτοια περίεργα..
κι εκείνη άκουγε.. κι η απορία της όλο και μεγάλωνε.. 
αλήθεια οι άνθρωποι ήταν από άλλο υλικό..
τόσο που δυσκολεύονταν με τα τόσο απλά.. τι παράξενοι ...

Περνούσε πια τις μέρες της παρέα με το γέρο πλάτανο.. συζητούσαν ώρες ατελείωτες , κείνη όλο ρωτούσε κι εκείνος με τη βαθιά φωνή του της διηγιόταν ιστορίες των ανθρώπων από κείνες τις εποχές τις παλιές  στην αυγή του χρόνου , για τον καιρό που η Μαγεία ζούσε ανάμεσά τους , που η Χαρά έμπαινε παντού χωρίς να ζητά άδεια κι ο Πόθος έκανε τις βόλτες του άφοβα –
κι όχι σαν τώρα που όλοι προσπαθούν να τον κρατήσουν κρυμμένο ..
Κι έτσι περνούσε ο καιρός κι ήρθε δειλά δειλά η άνοιξη,  κι  ένα απομεσήμερο στην παρέα τους φάνηκαν και τρεις ηλιαχτίδες κι είχαν  κι αυτές να πουν για  ιστορίες απ τον καιρό που ήταν τόσο πολλές που οι άνθρωποι δεν τις ξεχώριζαν και τις νόμιζαν ένα...τώρα ούτε από δαύτες βλέπεις έμειναν πολλές.. χλωμές και σπάνιες.. άσε που περνούν σαν αόρατες.. κι ούτε χαρά κάνουν πια οι άνθρωποι σαν εμφανίζονται.. ήρθε κι ένας κόρακας μια μέρα και της μαρτύρησε  πως τότε,  στο παλιά - αν μπορείς να το πιστέψεις -  Ζωή και Θάνατος ήταν ζευγάρι.. προτού οι άνθρωποι τους χωρίσουν και στρέψουν τον έναν ενάντια στον άλλον σαν οχτρούς..
κι άλλα
κι άλλα πολλά..

Κι άρχισε έτσι μια ιστορία από κείνες που γράφαν τα παλιά των ανθρώπων βιβλία, τότε που τις νύχτες ξύπναγαν τα όνειρα και τους ταξίδευαν σε μέρη μαγικά.. τότε που ο Έρωτας τους έκανε αλαφρούς και τους έδειχνε από τι υλικό είναι φτιαγμένα τα σύννεφα κι οι δρόμοι του φεγγαριού..

Μέχρι τη μέρα που

- Μη ! Μη συνεχίζεις άλλο.. Δε θέλω ν ακούσω παρακάτω..
- Μα.. παραμύθι έτσι μισό ...;
- Ναι.. μισό .. άλλη φορά τη συνέχεια.. και μια μακρινή φορά το τέλος...
- Θα κοιμηθείς τώρα ;
- Θα ονειρευτώ τώρα.. θα την καλέσω.. και θα υποσχεθώ.. . θα την ξανάβρω ..
Κλείσε το φως..


"...Μιαν ανεράιδα αγάπησα μια νύχτα στ' όνειρό μου
και ξύπνησα και βρέθηκε η κόρη στο πλευρό μου

Είχε δυο χείλια βυσσινιά, μαλλιά σαν το μετάξι
κι επαρακάλουν τ' όνειρο μια ζήση να βαστάξει

Ποιος την είδε την αγάπη πού 'χα μια φορά
Σύννεφο θαρρώ πως είναι στην ανατολή
κι ώρες ώρες ψιχαλίζει, για να μου μιλεί

Κι όπως επέφταν τα μαλλιά στα φιλντισένια στήθια
τη ρώτησα αν ήτανε όνειρο ή αλήθεια

Γέλασ' η κόρη κι έφυγε τη νύχτα στο σκοτάδι
κι άδικα την περίμενα ξάγρυπνος κάθε βράδυ

Ποιος την είδε την αγάπη πού 'χα μια φορά
έγινε δεντρί κι αέρι κι απ' τα δυο φωνή
και κακή πληγή που κάθε βράδυ με πονεί

Τίνος να πω τον πόνο μου και ποιος να το πιστέψει
πως τ' όνειρο μιας χαραυγής μου μάτωσε τη σκέψη

Μού 'πε μιά μάισσα, της καρδιάς που γιάτρευε τον πόνο
πως ξωτικά υπάρχουνε σαν τα πιστεύεις μόνο

Ποιος την είδε την αγάπη πού 'χα μια φορά
Το στρατί στρατί θα πάρω και φιλώ σταυρό
όνειρό μου και αλήθεια θά 'ρθω να σε βρω...."



Ανιρέτα...



1 σχόλιο:

  1. Δεν θυμάμαι που και πότε, παλιά, διάβασα πως και η πιο ευφάνταστη δημιουργία...τα υλικά, τα επιμέρους στοιχεία της, είναι από τον κόσμο της εμπειρίας μας...από την πραγματικότητά μας...Η σύνθεση , η διάταξη των υλικών είναι που τα κάνει απίστευτα...πίαστευτα τί;..ανάλογα ..απίστευτα τρομακτικά...απίστευτα μαγευτικά, απίστευτα αληθινά, απίστευτα φανταστικά, απίστευτα τρυφερά...απίστευτα...

    Τα θυμήθηκα όλα αυτά, όταν διάβασα το "γεωγραφικό υπόστρωμα" της ιστορίας.....Τα όρια των δύο κόσμων, εδώ είναι αστικά και μακριά από σκιερές ρεματιές και ξέφωτα χοροστάσια...Στην άκρη του πάρκου...Ένας πλάτανος..ένας που ξεχάστηκε διαβάζοντας μια γεναριάτικη νύχτα..με ξαστεριά...αν η νύχτα το χειμώνα είναι γεμάτη αστέρια και με άπνοια θα ρίξει πάγο το ξημέρωμα...και ο αγέρας ήδη παγωμένος...ποιός ξέρει από έρχεται....

    Παραμύθι χωρίς αρχή...χωρίς τέλος...απότοκο μιας θαυμαστής κι αναπάντεχης ευαισθησίας...και απαράμιλλης δεξιότητας...που μπορεί να κάνει το όραμα λόγο θαυμαστό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή