31 Μαΐ 2010

ΧΑΙΝΗΔΕΣ ~ παντιγέρα






Ένα καράβι τ' όνειρο

π' όλο μας ταξιδεύει

με κόντρα τον καιρό




Παντιγέρα, παντιγέρα

μαύρη ρούσσα βρε παιδιά

παντιγέρα μαύρη ρούσσα

στο μυαλό και στην καρδιά




Έχω μι' αγάπη που πονεί

μην κλαις γλυκειά μου αγάπη

και κάνε υπομονή




Απ' το τζάμι ένα βλέμμα

κι απ' την πόρτα έχε γειά

η μπουνάτσα θα περάσει

και θα βγούμε στη στεριά




Ό,τι ζητά ο καθείς θα βρει

κι υπάρχουν στ' ακρογιάλια

κρυμμένοι θησαυροί




Παντιγέρα μαύρη ρούσσα

στου ανέμου τη βουλή

στο σπαθί μου θα χαράξω

πως σ' αγάπησα πολύ




Πάμε γιά άγνωστους γιαλούς

παρέα με αλήτες

αγίους και τρελούς




Παντιγέρα μαύρη ρούσσα

προδομένη μου γενιά

σαν θα σμίξουν οι ανάσες

θα φουσκώσουν τα πανιά

29 Μαΐ 2010


μια καληνύχτα.. μιαν ανεράιδα.. κι ένα παραμύθι μισό..
[ποιος διαβάζει πια παραμύθια..]






- Πες μου ξανά.. το παραμύθι της..
- Πάλι ;
- Πάλι.. μα ξεκίνα απ τη μέρα που τον πρωτοσυνάντησε..
- Καλά.. θες ν αλλάξω και το τέλος πάλι ;
- θα δούμε.. ν αργεί το τέλος θέλω.. να ειπωθεί, να γραφεί..
ας μείνουμε ακόμη στην αρχή ..

- Στάσου ν ανοίξω το παράθυρο,  είναι το γέμισμα του φεγγαριού απόψε, σαν και τη νύχτα κείνη .. του μεγάλου χορού για το μαργαριτάρι του Γενάρη.. πόσο αγαπούσε κείνο το γεναριάτικο φεγγάρι ..
του καταχείμωνου τη στρογγυλάδα .. της παγωνιάς τη λάμψη..
Νύχτες σαν και κείνη που οι κύκλοι έκλειναν και γέμιζαν οι ψυχές ονείρατα κι ελπίδα, νύχτες που στήνονταν οι μεγάλοι χοροί και τα καινούρια αρχινήματα  έδιναν πάντοτε μια αφορμή για ξέφρενα γέλια και χορούς..
Και τέτοιες νυχτιές δεν είχαν και το φόβο μην τις ιδούν οι ανθρώποι.. τους μπέρδευε πάντοτε η λάμψη της σελήνης.. δεν τις ξεχώριζαν ακόμη κι αν χόρευαν πλάι τους ....
Τέτοια νύχτα ήταν που η νεράιδα μας άφησε το χορό και τα τραγούδια και πήρε το δρόμο για την άκρια του πάρκου .. κει που της είχαν πει πως ήταν τα όρια των δύο κόσμων.. είχαν στενέψει πια οι τόποι τους . Οι άνθρωποι άπλωναν τις πολιτείες τους όλο και πιο μέσα στα δικά τους μέρη.. κι εκείνες έπρεπε να μαθαίνουν να ζουν στα στενάχωρα.. όσες απέμεναν..

Το πάρκο ήταν το όριο. Οι άνθρωποι βέβαια δεν το γνώριζαν, μα δίχως να καταλαβαίνουν το γιατί Οι περισσότεροι δεν προχωρούσαν πέρα απ το γέρικο πλάτανο... κάτι τους έκανε να σταματούν εκεί..
αυτοί οι λίγοι που το καναν πάλι , δεν καταλάβαιναν ότι άλλαζαν κόσμο..
Ήταν τα ζευγαράκια τα κρυφοερωτευμένα που τ άκουγε να μιλάν για τη μαγεία της νύχτας , και για τις μυρωδιές και το χάδι του αγέρα..
ήταν οι ποιητές που ακροβατούσαν σ έναν κόσμο ανάμεσα.. αυτοί έτσι κι αλλιώς δεν ξεχώριζαν τους κόσμους ..
κι ήταν κι οι χαμένες των θνητών ψυχές.. που έψαχναν κρυφές γωνιές και μέρη σκοτεινισσμένα ,  να πιουν φαρμάκι για να ονειρευτούν, τις νύχτες τους κοίταγε μα δεν καταλάβαινε τι κάνουν.. της εξήγησαν.. μα πάλι δεν καταλάβαινε..

Έφυγε την ώρα του μεγάλου κεφιού για να χει χρόνο μέχρι να τη ζητήσουν, να την ψάξουν 
Δεν της άρεσαν τα μυστικά, μα αν το λεγε θα την εμπόδιζαν.. της το χαν πει τόσες φορές άλλωστε.. δε μπλέκονται οι κόσμοι μας καλή μου .. δεν είναι σωστό.. έχουμε κανόνες και πρέπει να τους τηρούμε.. για το καλό όλων μας.. κάποια πράγματα δεν αντέχονται.. θα μάθεις μεγαλώνοντας..
κι αυτή μεγάλωνε, μα δε μάθαινε.. δεν καταλάβαινε..
γιατί να μη γίνεται.. γιατί να μην επιτρέπεται..
πώς βάζεις σύνορο στη στάλα της βροχής την ώρα που γίνεται ένα με το ποτάμι.. πώς ορίζεις πού σταματά αυτό και πού αρχίζει η θάλασσα όταν τα νερά τους αγκαλιάζονται και συνεχίζουν μαζί.. ρωτούσε.. απορούσε..

- πού πας ανεράιδα μου μονάχη και κρυφά ;  ψιθύρισε η φεγγαραχτίδα που ήρθε και στρογγυλοκάθισε στα μαλλιά της..
- μη με μαρτυρήσεις ασημένια μου .. και πάψε να με λες α-νεράιδα.. έχω δικό μου όνομα..
- Α! όχι.. όχι.. γέλασε η φεγγαραχτίδα.. αυτό είναι το α-ληθινό σου όνομα.. από την ώρα που πρώτη εγώ είδα να σε φέρνει η α-υγή , α-πρόσμενα ήρθες, α-νέλπιστα μας έμεινες, κι από κείνη τη στιγμή α-νάποδα τα κάνεις όλα.. και στριφογύρισε με γρηγοράδα αφήνοντας ένα "α"   ν ΄αργοσβήνει στη νυχτιά..
η νεράιδα χαμογέλασε και συνέχισε το δρόμο της.. άκου α-νεράιδα, α-νάποδη.. κι όλο αυτό γιατί.... α-ναρωτιέμαι γιατί έχουμε κόσμους χωριστούς.. γιατί α-πορώ με τους κανόνες, γιατί α-ρπάζω κάθε ευκαιρία να μάθω..

Άνθρωπο να βρει  στο διάβα της δεν το περίμενε.. παγωμένη η νυχτιά .. όσοι ήταν έξω, προτιμούσαν την απέναντι μεριά του πάρκου.. στα μαγαζιά ,
ήταν κι ο αγέρας που φυσούσε παγωμένος.. κι οι άνθρωποι δεν τον αγαπούν...
τον κλείνουν πάντοτε έξω απ τη ζωή τους.. μανταλώνονται σ΄ένα μέσα που το νομίζουν γι ασφαλές.. κρίμα τους.. αναστέναξε.. δε θα μάθουν ποτέ τι χάνουν.. μα της το χαν εξηγήσει κι αυτό.. δεν είν οι άνθρωποι κι οι νεράιδες καμωμένοι απ το ίδιο υλικό της είχαν πει.. ούτε αυτό το καταλάβαινε..

Περπατούσε χορεύοντας, κάνοντας κύκλους γύρω απ τον εαυτό της σιγομουρμουρίζοντας τραγούδια της νύχτας, του αγέρα και της παγωνιάς.. λάτρευε να κάνει κύκλους.. και μια στιγμή πριν το γέμισμά τους, μ ένα πηδηματάκι ν αρχίζει τον καινούριο..
κι ήταν τόσο απορροφημένη που έπεσε σχεδόν πάνω του.. ούτε που τον είδε.. ίσα που πρόλαβε να πνίξει την κραυγή της.. θα τον τρέλαινε τον κακομοίρη ..δεν κάνει οι ανθρώποι ν ακούσουν τέτοια φωνή..

Την ένιωσε όμως.. Πρέπει να την ένιωσε.. δεν εξηγείται αλλιώς ο τρόπος που σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε .. κι εκείνη κοκκάλωσε.. μεσ στα μάτια την κοίταγε.. αδύνατον .. δε μπορεί να την έβλεπε.. μα πάλι.. μες στην ψυχή την κοίταγε.. 'Εμεινε αμίλητη.. ακίνητη.. βούλιαξε μέσα σ εκείνα τα μάτια που χαν το χρώμα των φθινοπωρινών φύλλων.. του πρώτου λαδιού το πράσινο..
Κείνος πήρε μια έκφραση απορίας.. σήκωσε κι άλλο το κεφάλι και κοίταξε γύρω του.. Τι να ΄ταν αυτό..αναρωτήθηκε.. Ο αγέρας μάλλον.. τι άλλο.. πρέπει να τα μαζεύεις φίλε μου.. άιντε για το σπίτι γιατί δε σε βλέπω καλά.. καλές οι βόλτες στην παγωνιά.. μα άμα αρχινάς να κοιτάς γύρω σου εσύ...
γέλασε μονάχος του και σηκώθηκε απ την πέτρα που είχε καθήσει.. κάνοντας το βιβλίο που ήταν ακουμπισμένο στα πόδια του να πέσει..
Της κόπηκε η αναπνοή σαν το ΄δε.. Α..αυτό.. δεν το χε φανταστεί ποτέ της.. να συμβεί σ αυτήν...ούτε που το χε καν ονειρευτεί.. δε μπορεί..
άκουγε καιρό  τις μεγάλες της αδελφές  που μίλαγαν για τα χρόνια τα παλιά.. τότε που κάποιες νεράιδες συναντούσαν το δικό τους θνητό.. για τα σημάδια που αμφιβολία δεν άφηναν.. για την αόρατη κλωστή που τους έδενε για όλη τους τη ζήση.. γι αυτά τα τόσο σπάνια περάσματα απ τον έναν κόσμο στον άλλον... 
Μπορούσε αυτή να ζήσει κάτι τέτοιο ; 
Ηταν οι Μοίρες τόσο γενναιόδωρες μαζί της ...;
Ομως..  είχε το σημάδι της.. δε μπορεί να λάθευε.. είχε τον κύκλο του φεγγαριού της χαραγμένο στη μέσα πλευρά του χεριού του..πάνω απ τον καρπό.. το ΄δε σαν τραβήχτηκε το μανίκι την ώρα που σκυψε να πιάσει το βιβλίο του.. είχε κι εκείνο το α στη μέση.. απ της φεγγαραχτίδας της νονάς της το κρυφό της όνομα..
πισωπάτησε δειλά δειλα..δε μπορούσε να φύγει τρέχοντας όπως ήθελε.. θ άλλαζε το φως, μπορεί και να την καταλάβαινε.. έκανε δυο βήματα ακόμη προς τα πίσω κι άρχισε να βαδίζει γρήγορα στην αρχή.. τρέχοντας μετά.. θα σπαγε η καρδιά της.. καλά της τα λεγαν.. κι όμως μέχρι που χάθηκε απ τα μάτια του.. ένιωθε να την παρακολουθεί.. κι ας μην ήταν κάτι τέτοιο μπορετό..

Τις νύχτες που ακολούθησαν έκανε ξανά την ίδια διαδρομή.. κι απ το ποτάμι μέχρι να φτάσει στην πέτρα που τον πρωτόδε όρκιζε σε κάθε της βήμα το χαμηλό χορτάρι και το χώμα να μην πουν το μυστικό της.. παρακαλούσε τις δρυάδες μην την προδώσουν και χωνόταν στην αγκαλιά του γέρου πλάτανου να του πει.. να της πει.. αιώνες ήταν αυτός εκεί.. στις ίδιες ρίζες πάταγε που ήταν κι ο παππούς τους κι ο προπάππος του... τόσα .......τα φύλλα του, τόσες λέξεις είχαν χαράξει οι άνθρωποι στο κορμί του.. που σβήνονταν με τα χρόνια, μα η θύμηση απ το χάραγμά τους πέρναγε στα φύλλα του..


Κάποιες νύχτες εκείνος ερχότανε, κοιτούσε και γύρω σαν κάτι να ψαχνε.. σα να μην ήταν και σίγουρος.. κάποιες έδειχνε να το χει βρει..  άλλες ερχόταν με φίλους του ..έκαναν σχέδια, μιλούσαν για δίκαια και για άδικα.. για νόμους των ανθρώπων, για ελπίδες που δεν έπρεπε να σβήσουν, για πολέμους και μεγάλες μάχες... για βιβλία που γράφονταν και δε διαβάζονταν πια.. για τον κόσμο που έλεγαν πως αργοπέθαινε και που οι "πολλοί" δεν ήθελαν να παραδεχθούν..κι άλλα τέτοια περίεργα..
κι εκείνη άκουγε.. κι η απορία της όλο και μεγάλωνε.. 
αλήθεια οι άνθρωποι ήταν από άλλο υλικό..
τόσο που δυσκολεύονταν με τα τόσο απλά.. τι παράξενοι ...

Περνούσε πια τις μέρες της παρέα με το γέρο πλάτανο.. συζητούσαν ώρες ατελείωτες , κείνη όλο ρωτούσε κι εκείνος με τη βαθιά φωνή του της διηγιόταν ιστορίες των ανθρώπων από κείνες τις εποχές τις παλιές  στην αυγή του χρόνου , για τον καιρό που η Μαγεία ζούσε ανάμεσά τους , που η Χαρά έμπαινε παντού χωρίς να ζητά άδεια κι ο Πόθος έκανε τις βόλτες του άφοβα –
κι όχι σαν τώρα που όλοι προσπαθούν να τον κρατήσουν κρυμμένο ..
Κι έτσι περνούσε ο καιρός κι ήρθε δειλά δειλά η άνοιξη,  κι  ένα απομεσήμερο στην παρέα τους φάνηκαν και τρεις ηλιαχτίδες κι είχαν  κι αυτές να πουν για  ιστορίες απ τον καιρό που ήταν τόσο πολλές που οι άνθρωποι δεν τις ξεχώριζαν και τις νόμιζαν ένα...τώρα ούτε από δαύτες βλέπεις έμειναν πολλές.. χλωμές και σπάνιες.. άσε που περνούν σαν αόρατες.. κι ούτε χαρά κάνουν πια οι άνθρωποι σαν εμφανίζονται.. ήρθε κι ένας κόρακας μια μέρα και της μαρτύρησε  πως τότε,  στο παλιά - αν μπορείς να το πιστέψεις -  Ζωή και Θάνατος ήταν ζευγάρι.. προτού οι άνθρωποι τους χωρίσουν και στρέψουν τον έναν ενάντια στον άλλον σαν οχτρούς..
κι άλλα
κι άλλα πολλά..

Κι άρχισε έτσι μια ιστορία από κείνες που γράφαν τα παλιά των ανθρώπων βιβλία, τότε που τις νύχτες ξύπναγαν τα όνειρα και τους ταξίδευαν σε μέρη μαγικά.. τότε που ο Έρωτας τους έκανε αλαφρούς και τους έδειχνε από τι υλικό είναι φτιαγμένα τα σύννεφα κι οι δρόμοι του φεγγαριού..

Μέχρι τη μέρα που

- Μη ! Μη συνεχίζεις άλλο.. Δε θέλω ν ακούσω παρακάτω..
- Μα.. παραμύθι έτσι μισό ...;
- Ναι.. μισό .. άλλη φορά τη συνέχεια.. και μια μακρινή φορά το τέλος...
- Θα κοιμηθείς τώρα ;
- Θα ονειρευτώ τώρα.. θα την καλέσω.. και θα υποσχεθώ.. . θα την ξανάβρω ..
Κλείσε το φως..


"...Μιαν ανεράιδα αγάπησα μια νύχτα στ' όνειρό μου
και ξύπνησα και βρέθηκε η κόρη στο πλευρό μου

Είχε δυο χείλια βυσσινιά, μαλλιά σαν το μετάξι
κι επαρακάλουν τ' όνειρο μια ζήση να βαστάξει

Ποιος την είδε την αγάπη πού 'χα μια φορά
Σύννεφο θαρρώ πως είναι στην ανατολή
κι ώρες ώρες ψιχαλίζει, για να μου μιλεί

Κι όπως επέφταν τα μαλλιά στα φιλντισένια στήθια
τη ρώτησα αν ήτανε όνειρο ή αλήθεια

Γέλασ' η κόρη κι έφυγε τη νύχτα στο σκοτάδι
κι άδικα την περίμενα ξάγρυπνος κάθε βράδυ

Ποιος την είδε την αγάπη πού 'χα μια φορά
έγινε δεντρί κι αέρι κι απ' τα δυο φωνή
και κακή πληγή που κάθε βράδυ με πονεί

Τίνος να πω τον πόνο μου και ποιος να το πιστέψει
πως τ' όνειρο μιας χαραυγής μου μάτωσε τη σκέψη

Μού 'πε μιά μάισσα, της καρδιάς που γιάτρευε τον πόνο
πως ξωτικά υπάρχουνε σαν τα πιστεύεις μόνο

Ποιος την είδε την αγάπη πού 'χα μια φορά
Το στρατί στρατί θα πάρω και φιλώ σταυρό
όνειρό μου και αλήθεια θά 'ρθω να σε βρω...."



Ανιρέτα...



17 Μαΐ 2010

'Αλφα . Άλφα όπως ..





Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010


Η βροχή δε λέει να δυναμώσει

κρατά αυτό το σταθερό της ρυθμό δυο ώρες τώρα, απ' την ώρα που ξεκίνησα και σ' όλη τη διαδρομή το ίδιο τέμπο.. ψιλή βροχούλα , ήσυχη, οι στάλες της καθώς χτυπούν στο αυτοκίνητο, οι υαλοκαθαριστήρες με το ρυθμικό τους βουητό...είναι κι εκείνο το λάστιχο το κομμένο του ενός, σε κάθε γύρισμα ακούγεται κι ένα γρατσούνισμα .. .

συνειδητοποιώ πως ούτε ραδιόφωνο δεν έχω ανοίξει τόσες ώρες.. εγώ !

Η Εθνική χωρίς κίνηση , μια ευθεία προς το παρόν, ταχύτητα σταθερή, ουρανός βαρύς, χαμηλός , μυρωδιά νοτισμένου χώματος , ποτισμένης ασφάλτου , ένα μονότονο, επαναλαμβανόμενο, ανακουφιστικό θα λεγα μοτίβο στο δρόμο μου .. ταξίδι δίχως εκπλήξεις . ακόμη..
με ξεκουράζει έτσι.. μπορώ να οδηγώ ώρες..
Κι όμως..  μέσα μου , θα θελα τούτη  η βροχή να δυναμώσει

Αυτή η ανάγκη μου κάθε φορά..  κι ας ξέρω πως δεν ορίζω εγώ τα ΄κάτι΄ .. κι ας ξέρω πως δεν περνά απ το χέρι μου.. μα είναι τόσο πιεστική ώρες ώρες.. λαχτάρα είναι.. . δυνατότερη κι από ανάγκη...

κοιτώ τον ουρανό..
ίσως αργότερα . . ίσως ψηλότερα, ανεβαίνοντας το βουνό , κει που τα σύννεφα κατεβαίνουν για τα συναντήσω εγώ.. χαμογελώ μονάχη μου μα μ' αρέσει να τα σκέφτομαι έτσι.. για μένα κατεβαίνουν.. αφού δεν πάω εγώ.. ..
ίσως τότε. .,
παρηγοριά η σκέψη.. να περιμένω, να έχω να προσμένω

Μετά τη μεγάλη διασταύρωση αρχίζει η ανηφόρα κι οι στροφές.. κι εγώ ξυπνώ απ το λήθαργο ..δε ζωντανεύω, μα ξυπνώ.. εδώ θέλει και λίγο προσοχή.. μπορεί να είμαι "οδηγάρα" .. μα.. σκάω το πρώτο μου χαμόγελο - όχι , το δεύτερο είναι. . το πρώτο ήταν σαν ανανέωνα το ραντεβού μου με τα σύννεφα..-
ναι οδηγάρα.. το δεύτερό μου όνομα είναι μαμάχερ (μαμά-σουμάχερ δηλαδή ) και γελώ ξανά.. μα τη μαμάχερ δεν την περιμένουν στα πιτς να της αλλάξουν λάστιχα κι εκείνη δεν προνόησε .. οπότε..
προσοχή φιλενάδα.. όχι μαγκιές σήμερα.. ξαναγελώ.. πόσες βλακειούλες θα σκεφτείς κοπέλα μου για ν απασχολήσεις τη σκέψη σου..




Εχουν φτιάξει πια καινούριο δρόμο , στην άνοδο τουλάχιστον έτσι λέει ο χάρτης .. θα βρω άραγε το σημείο.. θα δούμε.. ίσως. . ίσως και όχι.. μα δεν ξέρω κι αν έχει σημασία.. ένα πλάτωμα ψηλά ήτανε, άκρη άκρη με θέα το γκρεμό και ένα σπασμένο κιγκλίδωμα .. ας μην είναι και το ίδιο . . ας είναι κι αλλιώτικο.. ούτως ή άλλως όλα αλλιώτικα είναι.. τι ψάχνω..

Δεν ψάχνω. Ξέρω . είναι κάτι σαν το θεό μέσα μου κατά πώς συνηθίζω να λέω.. .. δε χρειάζεσαι εκκλησία για να τον σκεφτείς να του μιλήσεις.. όχι αυτός ο θεός που πιστεύω εγώ.. αυτός χρειάζεται μονάχα ειλικρίνεια .. ούτε καν την πίστη μου δεν έχει ανάγκη... ολιγαρκής ο θεός μου.. δικός μου κι αυτός.. στα μέτρα μου..
πώς τα πάω, πώς τα φέρνω...
Η βροχή δε μου κάνει τη χάρη.. επιμένει να πέφτει σαν σε ρομαντική ταινία.. σαν πάχνη. . σαν απλά να σε τυλίγει ένα κύμα υγρό.. δεν πειράζει.. ξαναγελώ με τη μεγαλοσύνη μου . .. τη συγχωρώ ..

Τι αίσθηση σήμερα.. σα μόνη μου είμαι στο δρόμο.. δυο νταλίκες άφησα πίσω μου εδώ και ώρα... και κανα δυο τρια αυτοκίνητα που είδα στο αντίθετο ρεύμα...

Σταματώ σ ένα σημείο που μου μοιάζει με τότε ..
Θα ΄ναι που ο ένοχος πάντα γυρνά  στον τόπο του εγκλήματος
γυρνώ λοιπόν κι εγώ..
χρόνια βέβαια μετά.. μα ήρθα.. να δώσω ένα τέλος μέσα μου .. έτσι συμβολικά . . όπως γίνεται και στις ταινίες.. στον τόπο του εγκλήματος.. ενός εγκλήματος που δεν έκανα. . ή μήπως έκανα

Να σου πω τώρα πως έχω βγάλει πόρισμα. . . ; Θα σε γελάσω..
Πως έμαθα πια τι είναι σωστό και λάθος . . .; Tι πρέπει και τι δεν πρέπει. . ; Δε θα στο πω . .
αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, τέτοιος σαφής και ξεκάθαρος διαχωρισμός,
τέτοια ευκολοκαθόριστα όρια . .
λυπάμαι,
δεν τα χω βρει..

Βγαίνω απ τ αυτοκίνητο και προχωρώ προς την άκρη
ανάβω τσιγάρο,
βγάζω τα παπούτσια  και γελώ μέσα μου .. αν ήσουν εδώ θα φώναζες... , λάθος έκφραση - εδώ είσαι - αν μπορούσες, θα φώναζες - πάλι λάθος – ακούω ήδη τη φωνή σου μ αυτόν τον τόνο της μομφής και της υποτιθέμενης απογοήτευσης που είχες κάθε φορά που μ έβλεπες ξυπόλυτη.. τι θα γίνει με σένα πια..
φωνή δυνατή ..
καθαρή..
όχι σαν τότε που ήμασταν εδώ μαζί.. όχι κείνη την ξέψυχη, κουρασμένη απ τον πόνο βραχνή φωνή που έβγαινε με κόπο απ' τα πνευμόνια σου..

όχι...τις περισσότερες φορές στη σκέψη μου γυρνάς γεμάτος ζωντάνια, πάντα έτοιμος να παρατηρήσεις κάτι, να πεις το δικό σου , να γελάς, να φωνάζεις, να χορεύεις που τόσο σ΄άρεσε και τόσο μ άρεσε να σε βλέπω.. μεράκια ... μεράκια που δεν πρόλαβες , δε χόρτασες, καημός που δεν είχες πού να τον χωρέσεις...
Έτσι κρατώ τη θύμησή σου

Σήμερα όμως εδώ , βλέπω πλάι μου ξανά τα μάτια σου να προσπαθούν να κρύψουν από μένα τον πόνο..
μη και πονέσω εγώ..
να κρύψουν την πίκρα ..  μην πικραθώ εγώ..
πάντα στους άλλους ήταν η σκέψη σου τι να κάνεις , τι να μην κάνεις , πώς να τους προστατέψεις..

Βλέπω ξανά την απορία ζωγραφισμένη με κάτι σαν ..παράπονο.. γιατί άραγε , τι πληρώνω , γιατί πρέπει μαζί μ εμένα να παιδεύονται κι οι άλλοι..
σ αγκάλιαζα και φοβόμουν πια μη σε πονέσω τόσο που είχες αδυνατίσει , τίποτε δεν είχε μείνει απ΄τον άντρα που είχα συνηθίσει ν αντικρύζω , το βράχο της ζωής μου..
Χάιδευα τα άλλοτε πυκνά μαλλιά σου και σε φιλούσα κι ας μην ήθελες πια.. φύγε έλεγες.. βρωμάν πάνω μου τα φάρμακα.. κι εγώ σε πείραζα.. όχι καλέ.. old spice μυρίζεις. . σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να χαμογελάσεις..

Ήξερα τι ήθελες κείνη τη μέρα.. μεταξύ μας άλλωστε δε χρειάζονταν και ποτέ πολλά πολλά λόγια..
Ήξερα και που πίστευες πως  μονάχα μαζί μου έχεις μια ελπίδα.. μονάχα εγώ θα μπορούσα.. μονάχα εγώ θα καταλάβαινα αυτή σου την ανάγκη χωρίς να σε κρίνω χωρίς περιττά τσαλιμάκια του πρέπει και δεν κάνει..

Δεν μπόρεσα όμως.. δεν το κανα .. όλα τα κατάλαβα.. κάθε σου σκέψη ήταν για μένα σα γραμμένη με τεράστια χρωματιστά γράμματα στα σύννεφα απέναντι, δεν υπήρχε περίπτωση να μη τα δω να μην τα καταλάβω ..να κάνω τάχα μου πως δεν πήρα χαμπάρι.. κι όμως.. σ απογοήτευσα άραγε ;

δεν κούνησα ρούπι από δίπλα σου.. είχα παγώσει ολάκερη . . κι όχι απ το κρύο. . μέσα μου ήταν που είχα κοκκαλώσει.. είχα τα χέρια μου στο καροτσάκι που ήσουν καθισμένος τάχα μου για ν΄ακουμπώ , μα είδα τα μάτια σου να κοιτούν τις κλειδώσεις μου που είχαν πανιάσει απ τη δύναμη που το ' σφιγγα

Πόσο απέχει η θεωρία από την πράξη.. . δεκάδες φορές μες στα επόμενα χρόνια έφερα τη σκηνή ξανά και ξανά στο μυαλό μου..την ώρα που με κοίταξες χαμογελώντας και μου 'πες.. πήγαινε τώρα κορίτσι μου στ αυτοκίνητο.. έχουμε κι οι δυο δρόμο μπροστά μας..

κι αντί να φύγω κατά πως ζήτησες .. τα πόδια μου  άπλωσαν  ρίζες κει που στεκόμουν , να με κρατήσουν ακίνητη.. αλυσίδες να δέσουν κι εμένα κι εσένα.. να μη φύγεις.. έμεινα κει ακίνητη..  κριτής και  δήμιός σου.. αποφάσισα εγώ για σένα κείνη την ώρα πως δε θα φευγες έτσι όπως θέλησες, όπως ήλπισες . .προτού τα πράγματα χειροτερέψουν κι άλλο, προτού οι πόνοι γενούν αφόρητοι, προτού φτάσεις στο σημείο να ντρέπεσαι για την αδυναμία σου. .

Δεν στο επέτρεψα. . ποια εγώ.. με ποιο δικαίωμα με ρωτούσα κάθε ώρα τα επόμενα χρόνια.. πώς διανοήθηκα ότι έχω λόγο στη ζωή ή στο θάνατο άλλου ανθρώπου.. πώς κατάφερα έτσι να προδώσω την τελευταία ελπίδα αξιοπρέπειας κάποιου που ορκιζόμουν πως αγαπώ όσο τη ζωή μου την ίδια..
Πόσο απέχει η θεωρία από την πράξη. .
Πες που ήμουν πολύ νέα.. πες που δεν είχα ζήσει τόσο πόνο από κοντά, πες που δεν είχα συνειδητοποιήσει το μέγεθος της ανημπόριας μπροστά στο δεδομένα αναπόφευκτο . .

πόσα να πεις , πόσα να πω , τι δικαιολογεί, τι αιτιολογεί.. και ποια σημασία έχει τελικά..

απλά ..δεν έφυγα.. δε γύρισα στο αυτοκίνητο.. δε γύρισα μόνη

κι από κείνη τη στιγμή δεν σε ξανάφησα λεπτό μονάχο.. όχι από φόβο όχι.. ήξερα πως δεν θα κανες τίποτε έτσι , κρυφά.. κι ούτε επειδή με ήθελες.. δε με ήθελες κοντά σου τις τελευταίες μέρες..
το ξερα . . δεν ήθελες να χω τόσο πόνο να θυμάμαι, τόση στενοχώρια να στοιχειώνει τις αναμνήσεις μου από σένα , τόση πίκρα . .

ήταν οι ενοχές μου μεγαλύτερες κι απ την αγάπη που σου χα.. χρόνια μετά που έφυγες έζησα νύχτες και μέρες ατέλειωτες μ΄ αυτές.. θα μπορούσα άραγε να με συγχωρέσω.. άξιζα άραγε να με συγχωρέσω...

Και να μαι σήμερα εδώ.. σε μια επιστροφή και σ ένα αντίο
Ένας ακόμη κύκλος κλείνει σήμερα..
μη με ρωτήσεις.. ακόμη δεν ξέρω αν έκανα σωστά ή λάθος.. δεν ξέρω καν  κι αν υπήρξε τέτοιο δίλημμα..
ξέρω μονάχα πως έκανα ό,τι ένιωσα κείνη την ώρα πως έπρεπε να κάνω.. χωρίς τύψεις πια.. χωρίς άλλες ενοχές..
Σκέφτομαι πως κείνη η μέρα είχε το δικό της λόγο και βάρος και για σένα, και για μένα..
το δικό της λόγο που ήρθε η ζωή μας έτσι. κάτι όφειλες να μάθεις εσύ.. κάτι όφειλα να μάθω εγώ..

Χρόνια μετά, γύρισα για να σου πω πως δε χρειάζεται άλλη στενοχώρια.. δε με φόρτωσες με κάτι που δεν άντεχα.. ξέρω πως το φοβήθηκες αυτό κι ένιωθες και συ αντίστοιχα..
μα τέλειωσε πια..

Παίρνω μια βαθιά ανάσα.. και κοιτώ κάτω τον κάμπο.. όλα έχουν ένα λόγο που συμβαίνουν.. όλα όμως..
ας μην τα χαραμίζουμε σκέφτομαι.. όχι άλλο..

Βάζω τα χέρια στο λαιμό μου και ξεκουμπώνω το λεπτό αλυσιδάκι που μου χες φορέσει ένα απόγευμα.. .. κείνο το λεπτοδουλεμένο Αλφα της Ανιρέτας, της αγάπης, της αποδοχής, και της αλήθειας μου πες..

της ανάγκης της απελπισίας της αναποδιάς και της άρνησης .. σε είχα πειράξει .. και γέλασα, μα συ όχι..

Το κρατώ σφιχτά στη χούφτα μου και χαμογελώ.. όλα αυτά τα άλφα μαζί είναι.. όλα δικά μας.. όλα .. Α-ναφαίρετα δικαιώματα στα συναισθήματά μας ..

Σηκώνω το πρόσωπο ψηλά .. έχει αρχίσει η βροχή μου και δυναμώνει.. ήρθε η ώρα επιτέλους .. για δώρο τη λογίζω ..

Κάνω ένα βήμα μπροστά.. αφήνω την αλυσιδίτσα να πέσει, την παρασύρει κι ο αέρας . .. και το άλφα μαζί.. της αλλαγής..
σκύβω, μαζεύω τα παπούτσια μου μούσκεμα κι αυτά..
και γυρνώ στο αυτοκίνητο..
έχω δρόμο μπροστά μου..

Αντίο..

ένα άλφα ακόμη..

από μένα αυτή τη φορά..




9 Μαΐ 2010

τέτοια μάνα στάθηκα. .





Κυριακή, 9 Μαΐου 2010





Νιώθω κουρασμένη .. μα,
και κάτι άλλο.. δε βρίσκω τη λέξη που του πρέπει , που να χωρά αυτό το κάτι άλλο..

γιορτάζω σήμερα λένε.. μέρα αφιερωμένη στη μάνα.. άρα και σ εμένα..
μάνα κι εγώ

Σέρνω την εξουθένωσή μου σήμερα, σέρνω και τις μνήμες , τα στολίδια άλλων εποχών, τα δώρα και τα γιορτινά πανηγυράκια , κι έρχομαι να δω, να θυμηθώ, ν αποτιμήσω .. εσάς.. εμένα.. ό,τι απέμεινε ..

Τριζοβολά πια η πόρτα η τότενες στολισμένη που έμπαζε στον κήπο μας.. κει που σας ανέστησα ένα ένα.. κει που 'κανα όνειρα, κει που γέλασα, που ήλπισα, που παράβλεψα, που γιομάτη αυταρέσκεια προσπέρασα, που ξέχασα, θύμωσα, αγρίεψα, κορόιδεψα, έκλαψα, έθαψα, σκόρπισα στάχτες..

Κάνω το πρώτο μου βήμα και πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελά.. εδώ ήσουν εσύ - το πρώτο μου βλαστάρι - σαν τώρα θυμάμαι με πόση αγάπη φρόντισα το χώμα για να φυτευτεί ο σπόρος σου.. με πόση αγωνία περίμενα να δω να ξεπροβάλλεις, πόση χαρά έκανα όταν σε πρωτοείδα.. όλο μαζί σου ασχολιόμουνα, όλα τα χατήρια σου κανα, τίποτε να μη σου λείψει, συ θα γινόσουν τα όνειρά μου.. όσα θέλησα, όσα δεν έκανα για μένα , συ και η εικόνα μου , το καμάρι μου κι η απαντοχή μου , η συνέχειά μου .. θα πήγαιναν όλα καλά κατά πως τα σχεδίαζα, θα γέμιζε ο κήπος από κι άλλα σαν εσένα .. κοίταγα κι ήθελα να βλέπω εμένα στο καλύτερό μου ..και καμάρωνα. .
μ΄είχε συνεπάρει τόσο η χαρά κι η ικανοποίησή μου, που αρνήθηκα να δω τα σημάδια ... τα σκουλήκια στο χώμα.. τα φύλλα χαμηλά που σάπιζαν σιγά σιγά.. ούτε που θέλησα να υποψιαστώ . . κοίταγα μονάχα τα λούλουδα .. και καμάρωνα..

Κι εδώ παραδίπλα, ήταν ο δικός σου χώρος δευτερολούλουδό μου.. ήρθες λίγο πιο μετά, με νέο χαμόγελο, ήμουνα και μαθημένη τώρα , ένιωθα και πιο σίγουρη, δε σε ζάλιζα όλη την ώρα , σ άφησα και λίγο μονάχο σου.. σου δωσα και λίγο παραπάνω χώρο, ν απλωθείς έλεγα, να δοκιμαστείς έλεγα, καλά τα λεγα.. αυτάρεσκα σε κοίταγα , δυο φορές καμάρωνα.. συ θα πήγαινες κι ένα βήμα παραπέρα έλεγα..
κι όλοι θα μίλαγαν για μένα.. για τον όμορφο κήπο μου.. πόσο τα είχα όλα τακτοποιημένα .. θα με θαύμαζαν..
ούτε στιγμή δε μου πέρασε απ το μυαλό τότε.. πως άλλο δρόμο τράβαγες.. προσπέρναγα καμαρωτή κι ούτε που πρόσεξα για πότε οι ρίζες σου άπλωναν σε λάθος μεριά.. αλλουνού το νερό έπινες.. σ αλλουνού το δρόμο έμπαινες.. αλλουνού χώρο έπιανες...κι όταν το είδα..δε θέλησα ούτε να το πιστέψω, ούτε να το σκεφτώ και πολύ πολύ... προσπέρασα απλά

Κάνω ένα βήμα ακόμη.. και συννεφιάζω.. Εδώ ήταν ο δικός σου χώρος , μοναχικό μου.. έπρεπε να ναι ακόμη ο δικός σου χώρος.. Συ ήσουν πάντα αλλιώτικο ..το ΄δα εγώ απ την πρώτη στιγμή... κι ας μην ήθελα να το παραδεχτώ , καθόλου δε μ άρεσε που ΄σουν έτσι διαφορετικό. . ήθελα να σαι κι εσύ όμοιο με τ άλλα, να μην ξεχωρίζεις, να μην τραβάς πάνω σου την προσοχή για τέτοιο λόγο, έλεγα πως για σένανε το θελα αυτό, για το δικό σου το καλό...
Πώς το λεν κείνο το ωραίο .. "ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις" ...
τέτοιον δρόμο σου στρωνα..
προσπάθησα όμως , σ΄ έβαλα ανάμεσα στ άλλα, μα το μόνο που κέρδισα είναι να ξεχωρίζεις ακόμη περισσότερο . . σ΄ εβαλα στην άκρη , με πόναγε η μοναξιά σου .. κι όσο εσύ έδειχνες κόντρα τόσο εγώ θύμωνα.. σκεφτόμουν.. μου χάλαγες το σχέδιο , την εικόνα που θελα για τον κήπο μου.. δε θέλησα να το δεχτώ αυτό.. . εγώ λαχτάραγα την ομοιομορφία.. την ηρεμία μου.. με σκότιζες ξέρεις..
και στο τέλος τέλος με θύμωνε κι η ύπαρξή σου η ίδια.. πέρναγα κι ούτε σε κοίταγα.. δεν ήξερα τι να κάνω με σένα.. γελώ σήμερα πικρά.. ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να δεχτώ πως αυτό .. το διαφορετικό.. ήταν ο δικός σου ο δρόμος.. ήταν το δικό σου άρωμα.. η δική σου ομορφιά..
Κι αν το σκέφτηκα.. το προσπέρασα κι αυτό..

Κι ακόμη ένα βηματάκι.... και κοιτώ τη δική σου μεριά.. απρόσμενό μου .. Θυμάμαι που ήρθες απροειδοποίητα, δε σ είχα προγραμματίσει, ήταν που δεν είχα και πολύ χρόνο να σου αφιερώσω , είχα τότε άλλα ν ασχοληθώ, πιο σημαντικά μου φαίνονταν .. μεγάλωνες μονάχο σου.. πλάι στ άλλα χωρίς να τα ενοχλείς.. , έπινες απ τα απομεινάρια των άλλων, έμαθες να εκτιμάς το λίγο.. έμαθες και να ζητάς το πολύ, να ρουφάς απ΄όπου μπορεις.. να βρίσκεις το δρόμο για τις αχτίδες του ήλιου, να μην κραυγάζεις την παρουσία σου μα να στέκεσαι εκεί δυνατό κι ανθεκτικό .. . τα κατάφερες ... μέχρι που μια μέρα δεν ήσουν πια εκεί.. κάποιος σ είχε πάρει με περισσή προσοχή.. είδα τα σημάδια στο χώμα.. έμαθα πως κάποιον άλλον κήπο στολίζεις ως σου πρέπει.. εκεί σου δωσαν και χώρο και τρόπο κι άνθισες κι όλοι σε χαίρονται.. κι εγώ έκανα πως καμαρώνω για να μην παραδεχτώ τη ντροπή μου. . πως σωστά έγιναν έτσι τα πράγματα.. . δεν ήταν αυτός ο κήπος για σένα.. θα σ έπνιγα αργά ή γρήγορα.. καλά που έφυγες..

Και μια βαθιά ανάσα εδώ..δύσκολα προχωρώ.. δε φτάνει μια ανάσα μόνο . . βλέπω ξανά εσένα .. το αγκάθι μου.. αγριόχορτό μου.. που πάντα εμφανιζόσουν κει που δε σε περίμενα..
και με θύμωνες.. - πόσο πονώ σήμερα - και σε ξερίζωσα με νεύρα μια φορά, θυμάσαι ; μα πάλι εσύ εκεί.. επίμονο.. ξανάρθες για να μου χαλάς ό,τι ήθελα να φαίνεται όμορφο.. έτσι νόμιζα.. κι αγρίεψα.. άσχημα τότε, δηλητήριο σε πότισα .. να σε σβήσω θέλησα απ τη ζωγραφιά μου.. διάλεξα να πιστεύω πως ήσουν εσύ που δεν άφηνες τ΄ αγαπημένα μου ν ανθίσουν..πως τα πνιγες.. πως κακό μονάχα θα κανες... συ έφταιγες.. Εγώ.. ; γεμάτη καλές προθέσεις είπαμε.. Υποκρίτρια.. ...

Τώρα όμως μαζεύω πια όλη μου τη δύναμη.. όση μ απέμεινε...γι αυτό το στερνό το βήμα μου..
Εδώ φύτρωσες εσύ , μαύρο μου τριαντάφυλλο, από τις στάχτες όσων μονάχη μου έκαψα κι έριχνα τότε την ευθύνη αλλού, συ που ποτίστηκες από δάκρυα αναίτια κι ανώφελα, συ που με μάτωναν τ αγκάθια σου κάθε φορά που προσπαθούσα να σε χωρέσω σ έναν κήπο με χρώμα.. όπως το θαρρούσα εγώ το χρώμα..
Συ ήξερες.. ένιωθες .. μάτωνες και μαύριζες με όσα εγώ έκανα πως δεν έβλεπα.. για να μου δείξεις.. να καταλάβω.. μα ..Τι κατάλαβα .. στα ψέμματά μου διάλεξα να μείνω..

Γιορτάζω σήμερα.. της μανούλας η γιορτή..
κι ατενίζω θύμησες.. σχέδια, όνειρα απογοητεύσεις, θυμούς, φλόγες, θανάτους και σιωπές..
Τι μάνα ήθελα να γίνω ?
Τέτοια που υμνούν τα βιβλία, τέτοια που της πρέπουν τραγούδια, τέτοια

για κάποια από σας , ίσως και να γινα
για κάποια σας, απέτυχα
για κάποια , είμαι ανύπαρκτη
για άλλα , ένοχη

για όλα όμως είμαι η μάνα σας
και όλα είστε δικά μου παιδιά
δικό μου δημιούργημα.. και δική μου ευθύνη .. κατάδική μου..

Kοιτώ το χώμα κάτω απ τα πόδια μου .. που κήπο ήθελα να τ΄ονομάζω
βούρκο το κανα..
ποιο λουλούδι ανθίζει στο βούρκο.. ποιο παιδί μπορεί να πατήσει σταθερά σε μια κινούμενη άμμο...
πώς ν ανθίσει.. πώς και να ριζώσει..
Τέτοια μάνα στάθηκα για σας..
Τέτοια κοινωνία για τα παιδιά μου..

Αν μπορούσα να κλάψω.. να ξεσπάσω, να λυτρωθώ..
μα δεν είναι ώρα ακόμη..
δεν την αξίζω ακόμη τούτη τη λύτρωση
οφείλω στην τιμωρία τώρα
μιας μάνας που δεν έκανε το καλύτερο για τα παιδιά της
χωρίς δικαιολογίες
χωρίς υποκρισίες.