28 Ιουν 2010

Αναμονή ..








Έχουν μια αλλιώτικη γοητεία τα παιχνίδια της σιωπής
έτσι πίστευα πάντα..
έτσι πίστευα. Μέχρι τότε..

Το μπαρ εκείνο ήταν απ τ΄αγαπημένα μου
ένα ημιυπόγειο, σ ένα δρομάκι στην άκρη της πόλης, που δεν κραύγαζε την ύπαρξή του
δεν έμπαινες εκεί κατά τύχη
ο λιγομίλητος και μόνιμα ανέκφραστος ιδιοκτήτης έλεγαν πως ήταν παλιός κύρης των θαλασσών
με σκληρά τατουάζ που πιότερο τα νιωθες παρά τα βλεπες, και μια χαρακιά απ την άκρη των χειλιών μέχρι χαμηλά στο λαιμό που μαγνήτιζε το βλέμμα και ξύπναγε την ανάγκη για ιστορίσεις με κουρσάρους , μ΄ αρμύρες και για πληγές αντρίκιες..
ποτέ δεν είπε σε κανέναν την ιστορία της
ποτέ δεν έλεγε σε κανέναν τίποτε άλλωστε..

Κανείς εκεί δε μίλαγε πολύ
στο μεγάλο μπαρ με τα ψηλά σκαμπό
το φως πάντα λιγοστό, ένα αχνό κιτρινωπό σαν κείνο που δείχνουν οι ταινίες να χει ο ουρανός στον ερχομό μιας καταιγίδας,
οι κουβέντες λίγες - οι απαραίτητες
φιγούρες μοναχικές σχεδόν ακίνητες
γαντζωμένες θαρρείς σε μια σανίδα σωτηρίας από παγάκια που έλιωναν αργά, ,
προσπάθειες μάταιες να μη βουλιάξουν στα χαμένα "αν" μες στον ωκεανό του ποτού που κρατούσαν ανάμεσα στα δάχτυλά τους
η μυρωδιά του καπνού ανάμικτη μ αυτή κάποιου αρωματικού πούρου
βλέμματα ευθεία μπρος τους ατένιζαν μια άλλη ζωή, όνειρα κάπου αφημένα , ξεφτισμένα, χαρές που δεν τις διεκδίκησε κανείς,
αντί ποτάμια ορμητικά , βάλτος θλιβερός..
και στα τραπεζάκια , κεράκια που σιγόκαιγαν
μόνα, που συνέχιζαν τις νύχτες ν ανταμώνουν σε ματιές ....
και που συνέχισαν να καίνε μόνα..

Εκεί την πρωτόειδα μια νύχτα
Μονάχη, σ ένα απ αυτά τα τραπεζάκια, μ ένα μπλοκάκι κι ένα μολύβι μπροστά της
που τίποτε δεν έγραφε..
Ωραία γυναίκα, Γυναίκα όπως συνήθιζα να λέω
ένα απλό πουκάμισο κι ένα παντελόνι δεν ήταν μπορετό να κρύψουν μια φλόγα που πάσχιζε να μη φανεί
κι ας μη το νιωθε πια η ίδια
θυμάμαι ακόμη τον τρόπο που με κοίταξε
κάποια άλλη έβλεπε .. κάτι θύμιζα ίσως..
νοσταλγία ; απορία ;
μια υποψία ζήλειας την ώρα που έφυγα
που δεν έφυγα μόνη..

Ποτέ δε μιλήσαμε κείνες τις νύχτες
έβλεπα μόνο να κοιτά κάτι..  σ ένα παρελθόν...το καταλάβαινα απ τη γλύκα στην έκφρασή της,
έβλεπα να προσμένει κάτι.. σ ένα μέλλον που δεν ερχόταν ...το καταλάβαινα απ τη ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια της που βάθαινε

μέχρι τη βραδιά που βαλα σπίρτα καμένα πάνω στον πάγκο, σ΄ένα "γιατί"
της το δειξα μ΄ένα νεύμα την ώρα που πέρασα μπροστά της
μια νύχτα απ αυτές που δεν έφυγα μόνη
είδα τη ματιά της στο χέρι που μ αγκάλιαζε απαλά γύρω απ τη μέση,
να πικραινόταν μου φάνηκε..
μπορεί και να μου φάνηκε ..
Την επομένη, σ΄ένα σπιρτόκουτο στον πάγκο αφημένο διάβασα "περιμένω.."

Και κείνος ο χειμώνας κύλησε έτσι..
πότε με σπίρτα, πότε με τσιγαρόχαρτα,
πότε με μικρά χαρτάκια, απομεινάρια άλλων,
λεξούλες μοναχικές που πήγαιναν κι έρχονταν, αφημένες σε δίσκους, σκαμπό ,πότε φανερά, πότε μισοκρυμμένα,
πότε με μολύβι και πότε με στυλό, κάποια φορά μ ένα καμένο σπίρτο..
έφτιαξαν μια ιστορία
μιας αγάπης που δεν πρόλαβε,
ενός άντρα που δε γύρισε,
μιας υπόσχεσης που δεν πληρώθηκε,
ταξιδιού που δεν ολοκληρώθηκε,
ενός ερχομού που κείνη τις νύχτες περίμενε
υπομονετικά ..
περίμενε..

Το βράδυ που την πλησίασα έβρεχε
είχε κάτι από απόγνωση κείνη η βροχή...
" έλα μαζί μου απόψε ...να περπατήσουμε στη βροχή.."
‘Ηρθε.
και περπατήσαμε στη βροχή σιωπηλές..
αργά..
σαν για προκάνει η μπόρα να ξεπλύνει μάσκες και μάσκαρες, μέικ-απ και προσωπεία..

"Άλλαξε, μην κρυώσεις , κι εγώ θα σου στεγνώσω τα μαλλιά" είπα
"σ αρέσουν κι οι γυναίκες" ..δίστασε
δε μίλησα..
δεν ήξερα τι ήθελε ν ακούσει. ένα "ναι" σα να λεγα.. μία ακόμη εσύ,
ένα "όχι ιδιαίτερα" που θα σήμαινε εσύ είσαι απ τις λίγες..
ένα απλό "όχι" σιγανό , που θα μπορούσε να το ερμηνεύσει όπως ήθελε
ή όπως φοβόταν..
όχι, δεν είμαστε εδώ γι αυτό..
όχι , αλλά...

έστρεψα απλά την πλάτη ανασηκώνοντας λιγάκι τα μαλλιά
μ αρέσουν τα φορέματα με φερμουάρ, που κλείνουν χαμηλά στην πλάτη, μιας άλλης εποχής ντύσιμο,
που ζητούν άλλα χέρια να τ΄ ανοίξουν..
άφησα στα δικά της την απόφαση ..
άγγιγμα διστακτικό,
χάραγμα δοκιμαστικό .. με τ ακροδάχτυλα.. δρόμου που δεν ήξερε αν ήθελε να περπατήσει, ένιωσα το ερωτηματικό να ζωγραφίζεται στο ύφασμα..
απομακρύνθηκα σιωπηλά κι άφησα να κυλήσει η υποψία κι η αμηχανία της στα πόδια του κρεβατιού
ξάπλωσα και της ένευσα
ήρθε σα χαμένη, την έβλεπα να ξεντύνεται δειλά .. ήθελε να ναι αλλού,
δεν είχε αλλού όμως γι αυτήν απόψε .. και το ξερε..
κοιτούσα μόνο ..
με πόσο λιτές κινήσεις μπορεί μια γυναίκα να ξεγυμνώσει την ψυχή της βγάζοντας απλά μια μπλούζα..
ακούμπησε ... στο μαξιλάρι κι έκλεισε τα μάτια.
Αναμέρισα τρυφερά δυο μπούκλες που χαν ξεφύγει ,
" κοιμήσου " της ψιθύρισα
" κοιμήσου λίγο.. θα περιμένω εγώ για σένα, μην ανησυχείς..
δε θα τ αφήσω να προσπεράσει τ΄όνειρό σου σαν έρθει.. κοιμήσου "
έμεινε με τα μάτια κλειστά , δεν κοιμήθηκε

Πόσο σπαραγμό μπορεί να κρύβει ένα βουβό αναφιλητό ..πόσους πόνους ανείπωτους ένα δάκρυ στο μαξιλάρι.. πόση μοναξιά ένα άγγιγμα που δεν τολμά..
Λίγο προτού να χαράξει σηκώθηκε..
" δε θα ρθει .. το ξέρω  " είπε..
" Θες να σε πάω εγώ ;" ρώτησα..
Με κοίταξε .. μα δεν κοίταγε εμένα..
ντύθηκε , πήρε μια βαθιά ανάσα ..
κι έφυγε..

Δεν την ξανάδα..
ούτε στο μπαρ ξαναπήγα..
έμαθα..
τα όνειρα είναι αμαρτία να τα ξυπνάς..



18 Ιουν 2010

Μπορώ..








Μη με κοιτάς. Μπορώ.
με μια υποψία ουρανού
ανάμεσ΄ απ΄ τις στέγες
να στήσω νέους κόσμους

με μια φετούλα από φεγγάρι
πανσέληνους να τους κρεμάσω..

μισή ανάσα είν΄αρκετή
ανεμοστρόβιλους να φέρω

μια στάλα ιδρώτα, μου αρκεί
μ΄ωκεανούς να πλημμυρίσω

Μη με κοιτάς..
είν΄τέτοια απόψε η λαχτάρα
που ξέρω πώς γεννιέται το πολύ

7 Ιουν 2010

Είπες ..






Mου χάρισες ένα μολύβι
και μου 'πες
"γράφε !
έχουν οι λέξεις δύναμη,
να σε λυτρώσουν "

Mα εγώ φοβάμαι..

O "τρόμος του λευκού χαρτιού"
αυτός που λεν οι ποιητές..
δεν είναι μήπως και δε βρω τις λέξεις..
Eίναι μήπως τις βρω
και το γεμίσω το χαρτί..
και την αδειάσω την ψυχή μου..

και τάχα μου γαληνεμένη πια
πέσω για ύπνο ήσυχη..




Ανιρέτα..

3 Ιουν 2010






κάποιες μέρες λέω πως φταίει η ζέστη
λέω η υγρασία θα ναι
ο ήλιος που δε δίνει πια ζωή , μα τη στεγνώνει..
κι αυτό το γνωστό -παρήγορο συνήθως- βουητό της πόλης .. που τ ακούω πια σαν ουρλιαχτό...
είναι κι αυτά τα χρώματα που λείπουν..
είναι κι αυτά τα σύννεφα που δε μπορώ να διακρίνω μέσα στο ατελείωτο γκρι...
κι εκεί που ήταν κάποτε ένα ποτάμι.. τώρα σαπίζουν απομεινάρια λουλουδιών..
είναι που ο χρόνος δεν περνά
μα η ζωή μου τρέχει ..

τούτες τις μέρες κρατιέμαι από θύμησες..
πικρό αυτό..
γλυκές αυτές..

και μια υπόσχεση που μου δίνω κρυφά..
θα το ξανακάνω..
το κανα.. και θα το ξανακάνω..
κι ό,τι δεν έκανα.. κι αυτό θα το κάνω
μέρες είναι..
θα περάσουν..



Aνιρέτας σκέψεις..