21 Ιουλ 2010

Σκέψεις.. νυχτερινές







περπατώ αυτές τις νύχτες
πλανιέμαι και περι-πλανιέμαι σε πολύβουες λεωφόρους και σιωπηλά μονοπάτια

παρατηρώ
ακούω
ανθρώπους , σκέψεις
λέξεις κενές ... και σιωπές έτοιμες να εκραγούν..

κι όλοι έχουν κάτι να πουν για τον κόσμο μας.. για τον κόσμο τους..
Ποιον κόσμο άραγε;
αυτόν τον τάχα μου πραγματικό μικρόκοσμό μας
που μάθαμε να βλέπουμε με τις επιλεκτικά και αφαιρετικά διαλεγμένες εικόνες
ενός νου που κρατά ό,τι έχει εκπαιδευτεί να καταλαβαίνει
κι αγνοεί όλα τα υπόλοιπα..;

Διάβαζα σ ένα περιοδικό , το strange αν θυμάμαι σωστά,
ένα αρθράκι που έλεγε πως αν ο κόσμος ήταν εικόνες,
εμείς βλέπουμε μία..
ένα τόσο δα κομματάκι της συνολικής σύνθεσης..
και το τραγικό του παραμυθιού..
νομίζουμε πως αυτό το τόσο δα κομματάκι.. είναι και η εικόνα του Κόσμου..
μικρή, όσο μικροί είμαστε
λίγη, όσο λίγοι είμαστε
γιατί έτσι τον προτιμούμε και τον θέλουμε..
για να τον ελέγχουμε.. να ζούμε μέσα του με ασφάλεια..

Μα, πείτε μου .. είναι έτσι όμως..;
"όταν υπάρχει κάτι που δεν το ξέρεις..
πώς ξέρεις ότι δεν υπάρχει ;"
που ρωτά κι ο συγγραφέας..

ακόμη κι αν υψώσουμε τα μάτια μας στον ουρανό
και κοιτάξουμε όλα τ΄αστέρια μαζεμένα,
είναι μονάχα αυτά που μπορούμε να δούμε..

Κάπου υπάρχει σίγουρα, κάπου πέρα, μακριά απ τις γραμμές των οριζόντων,
στ' απάτητα σημεία της καρδιάς μας και στου μυαλού τα βάθη..
κι ένας άλλος κόσμος...
που κάτι απ τη μελωδία του
μας φέρνει τ΄αεράκι τις νυχτιές..
σαν ξεχασμένη ανάμνηση..
που κάτι..κάτι την ξυπνά
σα νοσταλγία μοιάζει..
ενός τόπου που ξέρουμε μέσα μας καλά την ύπαρξή του..

ίσως αυτό να εξηγεί
τις ώρες κείνες που λέμε
σκιρτά η ψυχή.. κι ας μη θυμάται γιατί..

18 Ιουλ 2010

ένα βαλσάκι..


                                                                                                                πίνακας : Ιωάννα Ασσάνη





Μια Κυριακή ακόμη χάραξε
πέρασε και κοντεύει στη χάση της
όχι από κείνες με τη μυρωδιά του φαγητού στο φούρνο, με το ραδιόφωνο να σκορπίζει μεράκια
και κείνο το ευχάριστο βουητό φωνών, γέλιων, συνεχόμενων πήγαινε-έλα .. ποιος θα κόψει καλέ σαλάτα, έβαλε κανείς το κρασί στο ψυγείο, πρόσεχε θα καείς, χαμηλώστε βρε παιδιά την ένταση..
μα μία απ αυτές τις ήσυχες.. τις σιωπηλές, που πνίγονται στη ζέστη τους , που τις στεγνώνει η άπνοια και η ακινησία, που θες όλα απλά να περάσουν , να φύγουν.. μα και να μην αλλάξει τίποτε.. ή ν΄ αλλάξουν όλα..

Δοκίμασα την περασμένη νύχτα να τακτοποιήσω μνήμες, εικόνες , μυρωδιές..
με βρήκε ξανά το χάραμα. Τακτοποιείται άραγε μια ζωή σε μια νύχτα, σε δυο , σε εικοσιδυο...
Δεν.
Στιγμές μονάχα, που έρχονται και περνούν, κάποιες σκαλώνουν, κάποιες μένουν λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω,
κάποιες κουβαλούν χαμόγελα, κάποιες πικρίζουν , κάποιες ουρλιάζουν, κάποιες σιωπούν..

Ξέρω πως το μυαλό έχει τους δικούς του δρόμους. Διαλέγει μονάχο του πώς θα τους περπατήσει, τι θα κρατήσει , τι θα φέρει στην επιφάνεια, ποια στιγμή και με ποιο τρόπο.
καθισμένη για ώρες στο πάτωμα παρακολουθώ τα πλακάκια του σαλονιού ν αλλάζουν σχήματα ... ν΄απλώνονται γύρω μου σε κυβάκια αναμνήσεων .. κομματάκια από ένα μωσαϊκό που πότε θολώνει, πότε πονά τα μάτια .. πότε το βλέπω ολόκληρο .όχι,. δεν είναι ένα, πολλά είναι, έξι πλευρές ο κάθε κύβος.. βάλε τώρα πόσοι οι συνδυασμοί..
ανάβω τσιγάρο κι αφήνω τον καπνό του ν αναδεύει εικόνες..
θύμησες που παρελαύνουν ανάκατες..
άλλες στο γκρίζο κι άλλες στο κόκκινο , κάποιες ηχούν ακόμη , κάποιες επιμένουν να κουβαλούν τη δική τους ξεχωριστή μυρωδιά, σ΄άλλες ένα χνάρι από δάκρυ ακόμη ξεχωρίζει, κάποιες μου γελούν και κάποιες ακόμη με κοιτούν θυμωμένες.. λόγια ειπωμένα που δεν παίρνονται πίσω, και μοναξιές ανέκφραστες..

σαν τότε που έσκιζες το φύλλο απ το τετράδιο των εργασιών, γιατί οι δύο τελευταίες λέξεις ήταν βιαστικά γραμμένες.. κι έπρεπε να τα γράψω όλα απ την αρχή, να συνηθίσω να κάνω όμορφα γράμματα
και τότε που σήκωνες ένα ένα τα πλυμένα ποτήρια στο φως.. και τα ξανάφηνες στ ΄ άπλυτα..
Α! δες εδώ.. Strauss ακούγεται.. κι εγώ να πατώ στα πόδια σου, να μαθαίνω το βηματισμό μιας τρυφερής αγκαλιάς..
τώρα .... τώρα τα όμορφα γράμματα τα γράφει ο υπολογιστής και τα ποτήρια τα κάνει λαμπερά το πλυντήριο πιάτων..
και βαλς έχω χρόνια να χορέψω..

να εδώ, που μου χάρισες το πρώτο μου κραγιόν..
κι εδώ - πέντε πρέπει να μουν..- με χτένιζες με τις ώρες για μια φωτογραφία.. ακόμη την κρατάς στο πορτοφόλι σου ..
κι όταν στα δεκαεπτά έκανες τρεις μήνες να μου ξαναμιλήσεις γιατί έκοψα τα μαλλιά αγορίστικα
όταν ήρθες "πελάτης" στο μπαρ .. ή εδώ ή σπίτι .. κι εγώ διάλεξα κείνο το εδώ..και πάλι μαλώματα..
και πόσα.. πόσα..

ένα τσιγάρο ακόμη..
γέρνω μπροστά κι ανακατεύω πλακάκια, χρώματα, άμμο κι αισθήσεις
και χαμογελώ στη νέα εικόνα
όχι γιατί ο χρόνος όλα τα γιατρεύει κατά πώς λεν.. μα γιατί αυτά έκαναν τον κύκλο τους, επετέλεσαν και το σκοπό τους, θύμωσαν, μάλωσαν, χώρισαν, ξανασυζητήθηκαν, κατανοήθηκαν, συγχωρέθηκαν.. βρήκαν το δρόμο και τη θέση τους..
μια βαθιά ανάσα
κι αυτό που ξέρω πως θα κρατώ από σένα..

το μελωδικό σφύριγμά σου στις κυριακάτικες βόλτες με το σακάκι ριγμένο στον ώμο..
- κανένας δε σφυρίζει σαν εσένα.. - γελώ μονάχη μου με την παράφραση..
τις νύχτες που χόρευες τη μαμά σιγομουρμουρίζοντας -που εγώ τάχα μου κοιμόμουν και δε σας έβλεπα..
τις ώρες που την περίμενες να γυρίσει απ τη δουλειά με μια λεκανίτσα γεμάτη ζεστό νερό να της ξεκουράσεις τα πόδια προτού να φύγεις εσύ για βάρδια..
όταν ζητούσες κάποιον να σε κρατήσει να χορέψεις κείνα τα περήφανα πονεμένα ηπειρώτικα τσάμικα που έμαθα τόσο ν αγαπώ, κι έκλεινες τα μάτια κι είχες ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη κι έναν αναστεναγμό, για όλα τα μεράκια του κόσμου..
τις στιγμές που σ΄ένιωθα πίσω απ την κλειστή πόρτα να κοιτάς φωτογραφίες κιτρινισμένες μιας ζωής αλλοτινής .. χαμένης

είναι αστείο λέω φορές φορές..
εγώ που έχω το ραβδάκι και μοιράζω μικρές χαρές γύρω μου , ένα χαμόγελο εδώ, ένα όνειρο εκεί, μια ελπίδα παραπέρα, να μη μπορώ να κάνω ένα μικρούλι μαγικό και σε σένα, να μην πονάς, να μην το περάσεις αυτό..
μα δε γίνεται έτσι..

Σηκώνομαι κι ετοιμάζομαι
θα ρθω σε λίγο ξανά να σε δω χαμογελώντας,
και τίποτε απ αυτά δεν πρόκειται να ειπωθεί φωναχτά
έχουμε το δικό μας τρόπο εμείς..
κι ας μοιάζει της σιωπής
εσύ θα γκρινιάζεις
κι εγώ θα γελώ,
εσύ τάχα μου θα θυμώνεις
κι εγώ τάχα μου θα σε κοροϊδεύω
εσύ θα παριστάνεις πως τα καταφέρνεις μονάχος σου,
κι εγώ θα παριστάνω πως με στηρίζεις να μην πέσω..

Ολα καλά.
Συνεχίζουμε..



10 Ιουλ 2010

ένα μήνυμα..κι ένα χαμόγελο ...






"...είμαι κυνηγός κι ονειρευτής.."

ώρες τώρα σιγομουρμουρίζω αυτό το στιχάκι..
αυτό όμως.. μόνο
απ΄όλο το τραγούδι , αυτό έμεινε να στροβιλίζεται εκεί, ανάμεσα στο ακούω και στο βλέπω..
"..είμαι κυνηγός κι ονειρευτής.."
στέκω ξυπόλητη στο ίδιο σημείο ξανά
εδώ που έχω σταθεί δεκάδες φορές
κι άλλες τόσες έχω αφήσει λίγο απ το χρώμα του είναι μου, στα βράχια που κάποτε με κόβουν ..
ένα ακόμη μήνυμα...

Κρατώ το βλέμμα μου σταθερό στον ορίζοντα
Δεν ονειρεύομαι ταξίδια μακρινά, ούτε καράβια γι άλλα μέρη
Δε ζητώ απ τις θάλασσες να με πάρουν , ούτε λαχταρώ να φύγω
Να σε γυρίσουν ζητώ..
και περιμένω...

Δε μιλώ , δε ζωγραφίζω λέξεις
Είναι που ξέρω. Γι αυτό και σιωπώ.
Ξέρω πως είναι χρέος σου το ταξίδι
Γι αυτό κι εγώ μπορώ.
Κίκονες θα χει η ζήση σου πολλούς, που θα σε πολεμήσουν ... να γλυτώσεις παρακαλώ
Της λησμονιάς τα φρούτα είναι γλυκά ..τα ξέρω ... μη με λησμόνει ..
Τη φήμη και τη δύναμη αν την περιγελάσεις , η οργή της θα σε κυνηγήσει..
κι αν τη ρότα σου σ΄ αλλωνών τα χέρια εμπιστευτείς, ξανά μακριά θε να σε στείλουν οι άνεμοι..

Πατώ τα πλήκτρα κι ακούω τον ήχο απ τις πετρούλες στα νερά..
Χαζεύω τη σκέψη μου ν απλώνεται σε κύκλους .. να σε φτάσει λογίζω...
κι άλλο κομμάτι μου θα κλείσω σ ένα μπουκάλι που δε θα ναι από γυαλί....
στον ωκεανό του διαδικτύου θα ριχτεί κι αυτό , και ίσως..
Ίσως οι γοργόνες σε φυλάξουν και δεν αφεθείς στα βίαια πάθη των Λαιστρυγόνων ..
κι όταν σε πλανεύτρας την αγκαλιά βρεθείς , ίσως σου ψιθυρίσουν το μυστικό.. για να ΄σαι εσύ που θα τη γητέψεις .. κι όχι αυτή εσένα..

Πλημμυρίζω την οθόνη θάλασσα και γεμίζω τις φούχτες μου αρμύρα,
σπονδή κάνω στης Νύχτας το γιο .. ένα χάδι να σου φέρει .. ένα άγγιγμα θύμησης..
ικέτιδα πέφτω στην Παλλαδα να σταματά το χρόνο σαν έρχομαι στα όνειρά σου
φάρος να γίνεται το φως της σαν θα πρέπει στα Τάρταρα της σιωπής σου να κατέβεις, για να ζυγιάσεις τα πρώτα και τα ύστερα..

Ανάβω τσιγάρο και φυσώ δαχτυλίδια καπνού
"..κυνηγός κι ονειρευτής.." τριβελίζει ακόμη το μυαλό μου
παρακαλώ να ΄ν το κατάρτι σου γερό, μακρυά να σε κρατήσει απ των σειρήνων τη γλυκιά λαλιά ..
Το δικό μου είναι.
Γιατί ξέρω.
Ξέρω πως κείνο το ανάμεσα στις σκύλες και τις χάρυβδες είναι κρίματα που πρέπει να πληρωθούν..
Ξέρω πως πίσω για να ρθεις , πρέπει να σε προδώσουν σύντροφοι και φίλοι και μόνος ν απομείνεις στη μάχη που όμως ακόμη δεν τελειώνει..
ξέρω πως πέπλα λησμονιάς θα σου ταχτούν.. τα θέλω σου και τα όνειρά σου να καλύψουν
κι αν δε σε ξεβράσουν τα κύματα απογυμνωμένο κι απαλλαγμένο από αλυσίδες σκουριασμένες..δε θα τον βρεις το δρόμο..

Μα ξέρω και να περιμένω
Τις μέρες υφαίνω προσμονή κι ελπίδα
τις νύχτες ξηλώνω θλίψη κι αβεβαιότητα
κρύβω πίσω από πέπλα πυκνοπλεγμένα
την άρνηση να δω ό,τι δεν είναι εσύ..

"..κυνηγός κι ονειρευτής.."

Χαμογελώ στις λέξεις.. τώρα το βλέπω
δεν είναι ένα πράγμα αυτό το στιχάκι..
είναι δυο
τα δυο μισά που θα συναντηθούν στο Χρόνο για να γίνουν το ένα
το ολόκληρο..
γιατί δε γίνεται να μη βρεθούν..
Αυτό είναι που ξέρω..
εγώ ο ονειρευτής..



8 Ιουλ 2010

σκέψεις σκόρπιες..










Μ' αρέσουν τα παραμύθια.
Τόσο αυτά που ονειρεύονται,
όσο κι αυτά με το θλιμμένο σώπασμα..
μ αρέσει και το παράδοξο, το πολυδιάστατο
ο μόνος θαρρώ τρόπος να καταλάβουμε τη φύση μας,..

Απ όλα όμως τα  πλάσματα των μύθων,
πιότερο αγαπώ τους δράκους
κείνους που κατοικούσαν στις ψηλότερες των κόσμων κορφές
και διαφέντευαν τα σύννεφα
Κείνους που μία τους ανάσα
μπορούσε να κάψει τους κακούς..
να κάψει και τους ίδιους.
που ξέρανε να ζουν σ ένα μαζί
που ήταν και μοναχικοί
πολεμιστές θλιμμένοι, μιας μάχης απ το Χρόνο χαμένης
και ξεχασμένης πια από τις θύμησες των κόσμων.. 

Κείνους,
που απ τους χρόνους τους παλιούς σκαλίζανε με  περισσή φροντίδα 
στα περιθώρια των χειρογράφων τους 
αμίλητοι στα κελιά τους Μοναχοί Χριστού , Ταό και Βούδα 
 Ινδουιστές χαμογελαστοί και παθιασμένοι Μουσουλμάνοι 
στα χώματα τα ζεστά της Αραβίας γης 
και στα πετάγματα της φαντασίας μας  
τα παραμύθια της νυχτιάς..

Ίσως..
ίσως γιατί οι δράκοι είμαστε εμείς..
φίδια που έβγαλαν φτερούγες,
σκουλήκια που βρήκαν  δύναμη να υψωθούν ψηλά.. 
Εμείς..
που  κολλημένα ερπετά  στο έδαφος
βουλιάζουμε στη λάσπη προκαταλήψεων, στενομυαλιάς και φόβου..
Αλλά ξανά εμείς
που σαν πουλιά -ή άγγελοι-
μπορούμε να αξιώσουμε  ουρανούς
μπορούμε και να τους αξιωθούμε
'υπέρβαση'  το λένε οι λόγιοι 
 ζωή  μονάχα  χαμογελούνε  άλλοι..

Απλά τα παραμύθια
μα όχι απλοϊκά..

σαν τη ζωή  μπορείς να πεις ..  

7 Ιουλ 2010

ήτανε λέει.. μια φορά..





Ήτανε λέει μια φορά,
κάπου, που Ισπαχάν το λέγανε,
κάποιος που των πουλιών τη γλώσσα νόαγε
κι άκουσε λέει να μηνάν τ' αφέντη του το θάνατο
Σελώθηκαν τότες τ΄ άλογα
για τον κρυφό της Σαμαρκάνδης τόπο . .
Και πέρασε λέει ο Χάροντας και ρώτησε κι απόρησε
"πώς τάχα μου μου φάνηκε να είδα εδώ γύρω
κείνον που σ΄έναν τόπο μυστικό
απόψε είναι να ΄βρω; "

Κι ήτανε λέει και κάποιος άλλος
σε χρόνους παλιούς ,παράξενους,
που του προφήτεψαν πικρά μαντάτα
για φονικά και νυφικά, ανείπωτα και μαύρα..
κι έφυγε - λέει - ταξίδι αλαργινό
σε τόπους άλλους , ξενικούς
που ο ήλιος σβήνει τις ψυχές κι ούτε σκιά δε στέκει..
κι έλυσε λέει αίνιγμα απ τους ανθρώπους άλυτο
κι έφυγε λέει καμαρωτός . . . που μπόρεσε τ΄αδύνατο..

Κι ήταν κι εκείνος που άκουσα ,μια νύχτα σ ένα όνειρο..
κοίταγε λέει στο χέρι του
της ζήσης του το μέτρο
μα δε συμφώναγε . . και θύμωσε με των γραμμένων τη γραμμή ..
της έκανε λέει μια χαρακιά μ ένα μαχαίρι ναυτικό
μέτρο δικό του έβαλε.. όσο κι ο λογισμός του..

Είναι που λέει πως οι νυχτιές , ζητάνε παραμύθια
από καιρούς αλλοτινούς ..
κόσμους ονείρων μαγικούς , που λέει τάχα μου φορές
πως δεν ξυπνά η αλήθεια..

4 Ιουλ 2010

παραίτηση...





Δύσκολο το βήμα
το κάθε βήμα
μεγάλος ο αγώνας να σύρει το ένα πόδι
μπροστά απ τ΄ άλλο..
κι η άμμος δε βοηθάει
μα συνεχίζει να προσπαθεί

κοιτά για μια στιγμή πίσω
μια στιγμή όμως μονάχα
βαρύ το παραπάνω..
βαριές κι οι αλυσίδες
όσων είπε
κι όσων δεν τόλμησε να πει
όσων έκανε
κι όσων δεν τόλμησε να κάνει
είναι κι αυτές οι θύμησες
εγκαταλελειμμένων ονείρων
φόβων αταξίδευτων,
ερώτων φτηνών
κι ακριβοπληρωμένων ψεμμάτων

ευτυχώς δεν έχει φεγγάρι
πονά ξέρετε το φως
σαν φωτίζει τα κρυμμένα
ευτυχώς δεν έχει και κόσμο
δε θα ξέρει και πώς να πει ευχαριστώ..
άμαθη στη λέξη..

λίγο ακόμη,
πάντα της ήθελε μια αγκαλιά τις νύχτες
ας είναι κι αλμύρας...
χαμογελά,
σίγουρη, σκέφτεται.. και ήρεμη
ίσως τη βρουν το πρωί,
ίσως μετά από μέρες
κάπου τη βγάλει το κύμα..

δυο βήματα ακόμη
και μετά γαλήνη
λέει..
κι ούτε που της περνά απ το μυαλό
πως κρίκους μοναχά προσθέτει
στην ήδη βαριά της αλυσίδα..