6 Σεπ 2010

Αχος.. τ΄όνομα της θλίψης






Kείνη η μυρωδιά της  νύχτας, άφηνε μια γεύση παγερή στα χείλη.. κι ας ήταν απ τις πιο ζεστές νύχτες του Αυγούστου.. Πες το νοτισμένο χώμα, πες τα νερά του ποταμού, πες η αρμύρα της θάλασσας  που ανεπαίσθητα ερχόταν και πλημμύριζε τα σωθικά..
Μπορεί να ‘ταν και το φεγγάρι, το γεμάτο  και γεμάτο υποσχέσεις.. μ ένα κίτρινο φως όμως, σκληρό, δίχως συμπόνοια , δίχως γλύκα , μακρινό κι απρόσιτο.. κι ας ήταν του Αυγούστου ..αυτό που λεν το  κοντινότερο  ..
Ίσως πάλι.. όλα και να ΄ταν αλλιώς , να ταν δική μου μονάχα αυτή η παγωνιά, 
βέβαιη δεν είμαι πια..
Ήταν που ήθελα να διαβώ κείνο το πέρασμα.. το φιλί που λέω εγώ.. που οι όχθες πλησιάζουν τόσο η μία την άλλη , σαν που να ζητούν ν αναγνωριστούν..
Ν αγγιχτούν.. να βρουν η μία τα ίχνη της στην άλλη ..
Κει που όσα κάποτε συνέβησαν, μοιάζαν ανάμνηση μιας άλλης ζωής..
Ή της ζωής μιας άλλης ...;

Αχος ..το όνομα της  θλίψης..
Αχέρων.. ο δίχως χαρά.. της λύπης το ποτάμι
Το όνομα του πονετικού ποταμού που έδωσε το νερό του  να βρέξουν τα σκασμένα τους χείλη  οι Τιτάνες σαν έδιναν τη μεγάλη μάχη τους με το Δία
Το παρελθόν που πάλευε να κρατηθεί στη ζωή ..
Μάχη χαμένη .. .
Νικητής.. το παρόν.. το μέλλον.   Τίποτε  δεν κρατά τα πεθαμένα ζωντανά.. κι ο Χρόνος, αμείλικτος και στη νίκη και στη δίκη ..
Σε αιώνιο σκοτάδι κάτω απ τη γη τον καταδίκασε.. και να μαυρίζουν και να πικρίζουν τα νερά του στο πέρασμα των καιρών.. μαυροπόταμο να τον λένε οι ντόπιοι .. ανάμνηση που δε θυμούνται πια από πού προήρθε..
Και θλίψη μεγάλη να κουβαλά στο υγρό πέρασμά του .. από κείνον να περνούν οι ψυχές 
για ν ανταμώσουν άραγε τι .. τη μοίρα τους ...;.


«Καράβια ταξιδεύουν στην Κίνα στην Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο για την Αχερουσία
Κόσμος το βλέπει στο γιαλό και κείνο προχωράει
χιλιάδες οι αμαρτωλοί κι ο Άδης δεν χωράει
Τρέχει παλεύει ο άνθρωπος και χάνει το μυαλό του
για το σκυλί τον κέρβερο να βρει τον οβολό του
Δόξα και πλούτη και ομορφιά και της ζωής το ψέμα
όλα βουλιάζουν κάποτε στου Αχέροντα το ρέμα ...;»

στίχοι του Γκάτσου .. για μια Αχερουσία που δεν υπάρχει πια στο χάρτη..
την αποξήρανε μια αγγλική εταιρία έμαθα, κάπου στη δεκαετία του 60.. άλλο ένα κομμάτι του παρελθόντος μας που χάθηκε.. 
βορά στην πρόοδο...

Κείνος ο τόπος λένε ήταν γιομάτος μυστικές σπηλιές, και έλη τυλιγμένα στην ομίχλη.. 
Αορνο λίμνη τη λέγαν οι ρωμαίοι , λίμνη των αναθυμιάσεων .. 
θειάφι ; Λουλούδια που σάπιζαν στα βάθη της ;  ποιος ξέρει..  
Λίμνη,  μέρος της διαδρομής για κείνον τον άλλον κόσμο .. τον κάτω.. που προκαλούσε το δέος, τους οδυρμούς, την πίκρα του χωρισμού ..

Κι όμως.. ο τόπος τούτος έχει την ευλογία θεών λησμονημένων απ τους πολλούς πια.. έχει στα σπλάχνα του κρυμμένες νύμφες που τραγουδούν τις νύχτες για ν απαλύνουν το μαύρο του κόσμου .. μελωδίες ξεχασμένες , από καιρούς αλλοτινούς, που οι ζωές ξέραν  το δρόμο τους.. τους κύκλους τους .. της λήθης και της α-ληθης τα ξεδιψάσματα..  της Στύγας την αθάνατη ψυχή..
Και της υπόσχεσης..  
Και των ονείρων τις ανείπωτες διαδρομές..

Εκεί γύρισα για να ξορκίσω δικούς μου δαίμονες.. να χαιρετήσω για μία ακόμη φορά τον ψυχαμοιβό που πήρε στη βάρκα του  ένα δικό μου κομμάτι..
Μα είναι ίσως που το ποτάμι είχε κάνει τις δικές του επιλογές.. ερήμην μου..
Κι ήταν εκεί που άκουσα τη φωνή του ..
Σ ένα τραγούδι γεμάτο σπαραγμό .. σε μια μελωδία που τη βάραινε αβάσταχτος πόνος και νοσταλγία.. με λόγια που δεν καταλάβαινα.. που δεν είχε καμία σημασία να καταλάβω όμως..  κείνη η φωνή  ήταν πέρα από κάθε λέξη.. είναι ίσως που ο πόνος έχει το ίδιο  χρώμα σε όλη την πλάση .. την ίδια δύναμη να σκίζει σε κομμάτια όλα όσα έχεις καλά τακτοποιημένα και να σ αφήνει γυμνό απέναντί του ...; ανυπεράσπιστο.. 
ή που θα τον δεχτείς.. ή που θα σε τσακίσει.. 
μέση οδό δεν έχει ..

Το πρώτο που είδα ήταν οι μικρές μικρές φλογίτσες  από κεράκια παράξενα..
Φτιαγμένα στο χέρι σε  απροσδιόριστα σχήματα, όμορφα τακτοποιημένα σ έναν καλά καθαρισμένο από ξερόχορτα κύκλο.. .. και κάτω στρωμένα όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου να λαμπυρίζουν στην αντανάκλαση των κεριών, να μαγεύουν τα μάτια στο φίλημα του φεγγαρόφωτου ..υφάσματα μεταξωτά - παρατήρησα  αργότερα .
Κι εκείνος στη μέση.. γονατιστός με απλωμένες μπροστά του τέσσερεις ή πέντε φωτογραφίες ...; να τους τραγουδά..
Πλησίασα διστακτικά.. πες που δε σκέφτηκα πως τέτοιες στιγμές είναι ιεροσυλία να τις βλέπουν μάτια ξένα..  πες που δεν ένιωσα ξένη..  ακόμη δεν ξέρω
Και γονάτισα κι εγώ -  από πού ορμώμενη; -, έξω απ τον κύκλο του μεταξένιου ουράνιου τόξου του,  κι έμεινα ν΄ ακούω, ακολουθώντας  τα χνάρια μιας καρδιάς.. μιας ανείπωτα θλιμμένης καρδιάς που τραγουδούσε στο φεγγάρι.. που το παρακαλούσε νομίζω να στείλει τη φωνή του εκεί μακριά στον τόπο που οι φωτογραφίες είχαν μια ζωή άλλη.. μακριά απ αυτόν ..

Καποια στιγμή σήκωσε τα μάτια.. με κοίταξε.. μα ακόμη δεν ξέρω τι και ποια είδε..  άνοιξε τον κύκλο των κεριών σιωπηλά,  με προσοχή και τα κανε μονοπάτι, δρόμο που χώρεσε κι εμένα.. μια ξένη.. 
αν βέβαια έβλεπε εμένα ...
Και συνέχισε κείνο το παραπονεμένο και πονεμένο τραγούδι του , που σιγά σιγά  έγινε κάτι σαν αφήγηση , για μια γυναίκα, δυο παιδιά .. το ένα μωρό.. για μια αγάπη, για γονείς γερασμένους ..για ένα ταξίδι, για κάτι που ακούστηκε σαν «θέλω» .. πότε στα ινδικά, πότε σκόρπιες λέξεις ελληνικές, πότε σε αγγλικά .. ίσως να πε κι άλλα .. ποιος θα μάθει ποτέ.. 
και ποια σημασία να χει άραγε..

Εχει δική της γλώσσα η θλίψη .. σ όποιο μέρος της πλάσης και να σαι..   

Μέχρι που άπλωσε τα χέρια κι έπιασε τα δικά μου .. δίχως να κοιτά πουθενά παρά μονάχα τις παλάμες μου, τις έστρεψε προς τα πάνω κι ακούμπησε εκεί το πρόσωπό του.. κι έκλαψε..
Χριστέ μου, πόσο έκλαψε..
Να πω πως έχασα το χρόνο; Πως έχασα τον τόπο; Εμένα; Τον κόσμο ; το φως ; Κάθε αίσθηση ; ...;
Λόγια.. σκέτα λόγια που δε μπορούν ούτε στο ελάχιστο να περιγράψουν ..
Ούτε ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί.. ακίνητη.. παγωμένη
Με συνέφερε η φωνή του .. «εσύ.. φύγει.. σπίτι.. «
Κι έφυγα..
Έτσι παγωμένη, βουβή, σαστισμένη, σοκαρισμένη..

Δυο μέρες μετά ρωτώντας , άκουγα  τα νούμερα.. 900 έουρο για την αίτηση υπηκοότητας..  300 κάθε χρόνο για την κάρτα, 100 για κάθε παιδί αν γεννήθηκε εδώ.. χρόνια αναμονής , χαρτιά, φωτοτυπίες, παράβολα, εις διπλούν, εις τριπλούν, χρόνος, χρήματα, και ξανά αναμονή, και ξανά παράβολα.. κι αντιμετώπιση ; δίχως σχόλια.. μα η εφορία ,εφορία
κι η ευφορία απούσα.. και το όνειρο μιας άλλης καλύτερης ζωής να σκοντάφτει κάθε στιγμή .. να ζητά μονάχα με ευρώ να ξεπληρωθεί.. πώς τολμούν αυτοί , οι άλλοι, οι ξένοι, οι βάρβαροι να ονειρεύονται.. και πού παρακαλώ ; στο δικό μας τόπο ..
θυμήθηκα τα λόγια ενός φίλου ..
οι παππούδες μας πρόσφυγες,
οι γονείς μας μετανάστες,
εμείς ρατσιστές..