18 Οκτ 2011

Εκεί..





Κάποτε είπες πως είναι νύχτες που θέλουν επτά φεγγάρια ..
Τώρα ξέρω. Εκεί θα ρθώ
να σου πω..
Κάνε με ουρανό σου ..
Άγγιξέ με,  απ το φιλί σου να γεννηθώ Σεμέλη
Γέμισέ με , να γίνω πανσέληνος
Κράτα με ..προτού χαθώ
Και σαν σβήσω
Βυθίσου μέσα μου 
κι άστρα μυριάδες πλημμύρισέ με  
Κι όσα φεγγάρια απομένουν
Καμβά σου κάνε με   
και χάραξέ τα..

Εκεί να ρθω
Στα χέρια σου …



9 Οκτ 2011

Κοιμήσου.. Θα δω εγώ τα όνειρα .. (κι όσα λέγονται ..κι όσα απλά ..ψιθυρίζονται..)







Κοιμήσου πια βρε καλή μου…
Ησύχασε ..  ακόμα και στον ύπνο σου παιδεύεσαι ,να καταλάβεις, να ερμηνεύσεις, να τακτοποιήσεις στο γλυκό σου μυαλουδάκι τι θέλω, τι είπα, τι ήθελα να πω, τι εννοώ μ’ αυτά που είπα, τι εννοώ μ’ αυτά που δεν είπα, γιατί δεν είπα αυτά που πιστεύεις ότι εννοώ. Ρωτάς ,ξαναρωτάς, εμένα, τις φίλες σου, εξετάζεις, απορείς, θυμώνεις, παζαρεύεις, προσπαθείς. Κι εγώ, σαν προσπαθώ να σου εξηγήσω με τα λόγια, λες δεν παραδέχομαι την αλήθεια. Προσπαθώ με τις σιωπές, λες σε πληγώνω. Και σε επιβεβαιώνω. Πως είμαστε όλοι οι ίδιοι αγριάνθρωποι των σπηλαίων.

Κοιμήσου όμως ..
Κι εγώ θα συμφωνήσω. Ναι, όλοι ίδιοι είμαστε. Κλασικά αρσενικά. Που δε διαφέρουμε και πολύ από τους πρωτόγονους καθώς λες. Αλλά κι αυτοί οι καημένοι, όταν κατάκοποι απ το κυνήγι επέστρεφαν στη σπηλιά , λίγα πράγματα ήθελαν: το κεφάλι τους ήσυχο, λίγο κρέας στη φωτιά κι ανάλογα την όρεξη, να τους καθίσετε και μετά να καθίσετε ήσυχες να κοιμηθούνε. Αυτά τα βασικά, πάνω κάτω, θέλουμε και σήμερα. Δεν εξελιχθήκαμε φαίνεται και πολύ. Βέβαια τότε δεν υπήρχε  ποδόσφαιρο και  μπύρες. Τώρα όμως που  υπάρχουν, θέλω  κ α ι  αυτά . Θέλω  κ α ι   να βλέπω μπάλα με τους φίλους μου   κ α ι   τα πόδια πάνω στο τραπέζι,  κ α ι   τα ξηροκάρπια και τις παγωμένες μου μπύρες , κ α ι την ένταση στο φουλ, κ α ι   να μη δυσανασχετείς. Εννοείται και να μη διακόπτεις τέτοιες ιερές στιγμές –εκτός κι αν μας σερβίρεις.
Θέλω  κ α ι   όποτε έχω διάθεση να βγαίνω  με τους κολλητούς μου (με τους οποίους, παρεμπιπτόντως, περνάμε καλύτερα από ό,τι εσείς στον ολιγομελή όχλο με τα φτυάρια, που ονομάζετε γυναικοπαρέα) δίχως να παίρνω τρίωρη άδεια από το γραφείο του λοχία σου πριν  και τριήμερη κρεβατομουρμούρα μετά , κ α ι  να κομπάζουμε ως φανταστικοί επιβήτορες για αρσενικά πράσινα άλογα και ψηλοκάπουλες φοράδες, χαλβαδιάζοντας κάθε τι  θηλυκό με σφυγμό. 
Επιταγές της φύσης είναι βλέπεις αυτές ,που απαιτούν αντίκρισμα σε νόμισμα ζωντανό, ζεστό, σπαρταριστό. Να τις αφήνουμε ακάλυπτες;  Έρμαια είμαστε των πολυγαμικών μας  ενστίκτων , παρά τις μονογαμικές μας προθέσεις κι υποσχέσεις . Αρσενικά σκυλιά  στο κατόπι θηλυκιάς. Τριγυρνάμε, μυρίζουμε και.. συνήθως φεύγουμε. Μια απλή επιβεβαίωση των ανδρικών μας στοιχείων βρε αδελφέ , με παράλληλη  επίδειξη της ανδρικής μας ταυτότητας. Σιγά τα λάχανα !
Τέτοια απλά πράγματα θέλουμε:  κάνα  φίλο, κάνα  γρήγορο αμάξι, καμιά Κυριακή στο γήπεδο. 
Και όχι «Καμία Κυριακή στο γήπεδο!» 
Α.. και να μη βλέπετε τις μάνες μας σαν σκιάχτρα που διώχνουν τα πουλιά του έρωτα από το χωράφι του γάμου μας.
Τι θέλουμε νομίζεις .. να μας δίνετε αυτές τις λίγες ελιές και σ αντάλλαγμα θα  παίρνετε ολόκληρο τενεκέ με λάδι.  Εμάς.

Κοιμήσου  ..
Και μην ψάχνεις τα πολλά μας κουμπιά . Δεν είμαστε, σαν κι εσάς, περίπλοκος πίνακας ελέγχου σε Μπόινγκ 767.  Όργανο  ..πλοήγησης έχουμε ένα .  Κι όλα κι όλα, δυο τρία κουμπάκια.  Μ΄ ένα κατακόκκινο στο κέντρο . Αποσυμπίεσης κι ενεργοποίησης  του  αυτόματου πιλότου. Του παντελονιού μας. Το δικό μας κέντρο ελέγχου. Απλό βιολογικό σύστημα υποστήριξης στύσεων που χρήζει ενός απλού κλικ. Του κλικ που θέλουμε να μας κάνετε. 
Με μια έμμηνο ρύση που διαρκεί 3000 μέρες, ήτοι 9 καθαρά χαμένα χρόνια, τι άλλο να  θέλω παρά  τις υπόλοιπες που  απομένουν μέχρι την πτώση της .. αυτοκρατορίας,  να μην είσαι σαν πατούσα πολικής αρκούδας . Ως  γυναίκα του Καίσαρά μου, σε θέλω και να φαίνεσαι  και να είσαι.  Πρόθυμη, σέξι, ερωτική, ασυγκράτητη, καυτή,  δίχως αναστολές. Να με βεβαιώνεις πως είμαι εγώ και μόνο εγώ, το ικανότατο, ντούρο κυρίαρχο αρσενικό σου όνειρο. Να με απογειώνεις και ουχί  να με προσγειώνεις. 
Παρένθεση: Ξέρε, πως τα μόνα προκαταρκτικά που δεν κουράζουν –ποτέ! - είναι τα pre- game ρεπορτάζ πριν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Οι μακροσκελείς περιγραφές της.. πλοκής παρακάμπτονται όπως στην ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων. Πηδάμε κατ’ ευθείαν ..στ αποκαλυπτήρια . Τέλος παρένθεσης. 
Θέλω λοιπόν να με ξε-τρελαίνεις. Να μου ξε-σηκώνεις  αισθήσεις, μυαλό, ηθικό κι όχι μόνο. Τα πάντα εκτός της τρίχας. Έτσι σε θέλω.  Και Ρlayboy κουνελάκι, και από αγνό παρθένο μαλλί. Και άσπιλη, άμαθη κι αμόλυντη,  και ασυγκράτητη, ανενδοίαστη κι ανερυθρίαστη.  Και έμπειρη, και δίχως άλλων εμπειρίες. Να σου διδάξω εγώ ,ό,τι χρειάζομαι εγώ και όπως το απολαμβάνω εγώ. Έτσι απλά.  Κι εξίσου απλά , να μη διανοηθείς ποτέ, πως χρειάζεσαι άλλο, ή άλλον διαφορετικό.  Ταμπού μ΄εμένα να μην έχεις. Οι υπόλοιποι, όμως - όλοι-  είναι ταμπού για εσένα.
Άκου που σου λέω.. Δεν έχουμε κουμπιά . Χορδές έχουμε. Όχι του βιολιού σας για να παίζετε στα νεύρα μας  αλέγκρα καπρίτσια  σα θηλυκοί Παγκανίνι. .  Αλλά  άρπας.  Που θέλει χάδι, αβρότητα.  Φτάνει βρε καλή μου μια σταγόνα στο καπάκι της τουαλέτας να ξεχειλίσει το ποτήρι;  Νομίζεις είναι εύκολο; Του κεφαλιού της κάνει κι αυτή. Όπως κι εγώ . Που και  γρήγορα θα οδηγήσω φορές δίχως τροχονόμο συνοδηγό  Και στο μπάνιο θα διαβάσω τα αθλητικά Και την επέτειο μας θα ξεχάσω. Όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνδρες. Και λίγο παραπάνω θα πιω, Και και με τα σώβρακα θα γυρνάω.  Ας γύρναγες έτσι κι εσύ και όχι με πιτζάμες με παπάκια!
Και διάφορα θα μας ..ξεφύγουν.  Δεν θα τα κρατάμε μέσα μας κι όλα !

Αιώνες τώρα βλέπεις έτσι ξάστερα είναι τα θέλω μας. Μια γυναίκα μάνα στον πόνο μας, αδερφή στα ζόρια μας, φίλη στις κουβέντες μας, σιωπηλή στους θυμούς μας, χαμογελαστή στη χαρά μας, να μιλάει λίγο,  ν’ αγαπάει πολύ, να μας κάνει γιους- κλώνους μας- παρακαταθήκη στις γενιές που έρχονται, και κόρες για να καθρεφτιζόμαστε στα μάτια τους θεοί (έστω για τα λίγα χρόνια που μας αναλογούν μέχρι να προσχωρήσουν στην αθεΐα),  μια γυναίκα  Μα-μαλάκης μα με κορμί  
Μα-στραντώνη, μια γυναίκα που να μην έχει πονοκέφαλο στα κέφια μας , ούτε κέφια για «επαναπροσδιορισμό» της σχέσης μας  στο δικό μας  πονοκέφαλο, κάποια που να μη μας γεμίζει ενοχές όταν η καλημέρα δε συνοδεύεται από μια αγκαλιά λουλούδια και να μη βλέπει πίσω από κάθε αγκαλιά λουλούδια ενοχές που προσπαθούμε τάχα να κρύψουμε, μια γυναίκα πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα μα σιωπηλή ως απούσα, επιτυχημένη, ανεξάρτητη εργαζόμενη τα πρωινά , γλυκιά στοργική, τρυφερή να περιμένει εμέ τον κύρη της κι αγά της τα μεσημέρια, δυναμική , ακούραστη μάνα ,φίλη , γειτόνισσα  τ’ απογεύματα,  λούτρινο ή σάρκινο κουνελάκι – κατά τις διαθέσεις μας-  τις νύχτες.
Απλά δεν είναι τα πράγματα ;
Μικρά  καθημερινά θέλω ανάπαυλες απόλαυσης σε μια ζόρικη ζωή που κυλάει στις ράγες που εμείς της βάζουμε...
Κι ας με λες πρωτόγονο κι αγροίκο ..
Ίσως γιατί όπως έλεγε κι ο μέγας Οσκαρ, εσείς οι γυναίκες μπορείτε ν αναγνωρίζετε τα πάντα εκτός του προφανούς ..
Ίσως πάλι ..

Κοιμήσου όμως τώρα καλή μου ..
Δεν είναι ώρα για ίσως ..
Κοιμήσου ..
Κι άσε με  να ξαγρυπνώ  κοιτώντας τον ύπνο σου .. πότε κουρνιασμένη με τα παπάκια σου στην αγκαλιά μου  και  πότε με την πλάτη γυρισμένη στη μοναξιά που αφήνουμε να τρυπώνει  ανάμεσά μας..
Άσε να σε έχω πλάι μου σ εκείνον τον  κόσμο των αλλόχρωμων  τόπων, Κυρά και Δέσποινα των λογισμών και των ονείρων μου 
Εκεί, που μες στις σιωπές μου, ένα σου άγγιγμα είναι απάντηση σε ερωτήσεις που δε σου φέρνω..
Εκεί, που το χαμόγελό σου γεννάει μέσα μου τον ήρωα, η πίστη σου τον πορθητή , η αγάπη σου το νικητή.  Αυτούς που με κάνεις εσύ να  θέλω εγώ να γίνω..
Εκεί, που στις - περιττές όπως νομίζεις -  καμπύλες σου, λειαίνονται  οι αιχμές ενός κόσμου που με θέλει  άτρωτο,  
που στις κοιλότητες του είναι σου,  παίρνω το σχήμα της αλήθειας μου.
Εκεί, που με χρίζεις γελώντας  ιππότη σου, για να μη μου στερήσεις την αστραφτερή μου πανοπλία, γιατί ξέρεις , πως πανοπλίες ατσάλινες φορούν  μονάχα τα εύθραυστα
Εκεί, που χαμηλώνεις τα μάτια σαν από συστολή , μα εγώ ξέρω πως είναι για να μην καθρεφτιστώ μέσα τους λαβωμένος 
Εκεί, που η μουσική μου ανασαίνει απ΄ το κενό ανάμεσα στις νότες σου
Εκεί που μαθαίνω πως  πλάι δε σημαίνει χώρια  
πως  δυο πουλιά αν τα δέσεις, δεν πετούν κι ας έχουν τώρα τέσσερα φτερά ..
Πως κι αν σε  βυθούς ανομολόγητους η κατάδυση είναι μοναχά προσωπική,
το μαζί  κοιτάει τα κοράλλια που γεννιούνται ακόμη και μέσα στα ναυάγια  ..
Εκεί, που ένα δάκρυ μου κι αν το δεις, δεν το λοιδορείς .  Μα φυλαχτό το κρεμάς στο στέρνο μου, θυμητικό και μίτο σου .. για να μη χάνομαι στα σκοτάδια ..
Εκεί. Που τυλίγεσαι γύρω μου σπαρταρώντας κάτω απ το βάρος μου ..  κι αν ψιθυρίζεις  πάρε με, και αν μου ζητάς κατάκτησέ με , είναι γιατί ξέρεις πως άλλο τρόπο να σε κοινωνήσω δεν έχω,  
παρά να βυθίζομαι  
και να χύνομαι μέσα σου.
Ποταμός
με μόνο προορισμό τη θάλασσά του ..

Κι αν έχουν τα δικά σου όνειρα πρίγκιπες καλή μου,
Έχουν και τα δικά μου μνήμες .. παλιές ιστορίες από καιρούς μακρινούς , εκεί που ..ίσως, κάποια νύχτα πλάι σε μια φωτιά  που αργοκαίγονταν  ένας αγροίκος πρωτόγονος ν΄άπλωσε το χέρι απλά, σε μια αγκαλιά, που έκανε τον κόσμο να ξημερώσει αλλιώτικος ..
κι ακόμα παλιότερες..
για ένα πλευρό που πάρθηκε, κι από τότε ζητά να ξανάβρει τη θέση του ..
Εκεί, πλάι στο μέρος της καρδιάς ..

Ναι γλυκιά μου . Έτσι απλά είναι τα θέλω μου
Μην περιμένεις όμως να στα πω. 
Κοιμήσου ..
Δεν τα λέει αυτά ένας άντρας ..

Ανιρέτα Ρεναδία - Ιωακείμ Παπαχρόνης




22 Σεπ 2011

ευχή. κι Υπόσχεση μαζί ..








Ήταν η  νύχτα των ευχών. 
Τράβηξε για την ακροθαλασσιά αργά , την ώρα που τη  λένε σαν την πιο σκοτεινή, που οι τουρίστες είχαν πια φύγει κουρασμένοι, οι ζωηρές παρέες  είχαν ησυχάσει,  οι έρωτες  αναπαύονταν αποκαμωμένοι, χορτασμένοι γι απόψε, κι οι ευχές είχαν πάρει τα μονοπάτια των ουρανών για τον τόπο της πλήρωσης ..
Δεν της άρεσε να βλέπει αστέρια να πέφτουν. Κι ας έλεγαν το δικό τους θάνατο γέννα υποσχέσεων . Κείνη διάλεγε άλλο δρόμο για τις δικές της προς-ευχές

Απολάμβανε το σιγανό ψίθυρο  των νερών που λικνίζονταν  αργά στους ρυθμούς ενός ρομαντικού χορού σαν που μονάχα αυτά άκουγαν, κι αφέθηκε ν ακολουθεί  το στραφτάλισμα του φεγγαρόδρομου που ΄μοιαζε να ξεκινά απ την άμμο στα πόδια της,  μέχρι .. 
Μέχρις εσένα ;
Κάτι μέσα της χαμογέλασε ..  
Ναι .. κάπου σε μιαν άλλην  άκρια  τούτων των νερών, που τίποτε δε μπορεί να κόψει το διάβα  τους, κι απόψε, στέκεις εσύ .. 
Έσκυψε να πιάσει μια φεγγαραχτίδα κι ένα  παλιό τραγουδάκι λύθηκε σαν την κορδέλα που φόραγε μικρή κι όλο της έφευγε
Κόκκινη κλωστή δεμένη
κλωστή αόρατη  από ένα υφαντό -  σαν όμως που ΄χε μείνει μισό ..
στην καρδιά μου τυλιγμένη
κι εκείνο το κάτι πλάτυνε το χαμόγελο μέσα της  
δως της κύμα να κινήσει
και το μικρό κορίτσι από χρόνια περασμένα τραγούδησε πρόσχαρα
την αγάπη μου να βρει
Η γυναίκα  που ήταν κάποτε  κοριτσάκι με κόκκινη κορδέλα γέλασε ξαφνιασμένη απ τις ίδιες της τις μνήμες ..
Δες τι θυμήθηκα ..
Σαν που απόρησε . Γιατί ήξερε,  πως το μυαλό ξεχνάει.
Η  καρδιά όμως θυμάται!   αντιγύρισε η παιδική φωνή
Ναι .. θυμάται . ΄Ο,τι πολύ έχει αγαπήσει . Και τι άλλο να ναι η μνήμη της καρδιάς παρά αυτή η ίδια η αγάπη ;

Ίσως γι αυτό ένιωθε τη δικιά της σαν από πάντα , ανεμοδούρα,  που στρεφε και χτυπιόταν σε καιρούς παγερούς  συρμένη απ΄ αγέρηδες και μπόρες, που στροβιλίζονταν  σε χορούς μεθυστικούς στο γλύκαμα των γιασεμιών , που νανούριζε όνειρα , αργόσυρτα, στα γεμίσματα  των φεγγαριών .. ώσπου όλοι οι χειμώνες πέρναγαν, έφευγαν , κι οι άνοιξες φτερούγιζαν γι άλλες υποσχέσεις και τα καλοκαίρια έλιωναν και χάνονταν σε φθινόπωρα  αναμνήσεων,
μα κείνη έμενε, πέρα απ΄τους καιρούς , να γυρνά ξανά και ξανά κατά κει που η πυξίδα μέσα της τράβαγε..  εκεί, που σαν από πάντοτε ένιωθε το δικό της βορρά.. 
να σε βρω .. 
Γιατί μου ‘ χα υποσχεθεί πως θα σε βρω ..

Τέτοιες ώρες σε θέλουν χωμένη σε μια αγκαλιά - έστω και του Μορφέα, σκέφτηκε, κι όχι να μένεις εκτεθειμένη σε σκέψεις που γεννιούνται κούκλες ρώσικες, που η μια ξεπηδά απ΄την άλλη δίχως σταματημό και που ακολουθώντας τες μπορείς να χαθείς σε λαβύρινθους δίχως μίτο, δίχως έξοδο, κάποτε και δίχως θεριό ..   ένα ατέλειωτο στριφογύρισμα που αρχίζει στο πουθενά και δεν τελειώνει ούτε στο ποτέ.. 
Σε θέλουν, ναι.. 
Αν όμως δε σε χωρούν


Να  'ταν τ΄ασήμι μπροστά της  που  υπνώτιζε τις αισθήσεις, να  'ταν που η βραδιά ήθελε ευχές, αστέρια και όνειρα ..   δε θα το μάθαινε ..  σ΄όλους τους καιρούς μετά θα  θυμόταν μονάχα τη σιωπή.   
Που πάνω απ το βόμβο και το μουρμουρητό της ζεστής νύχτας  απλώθηκε σαν πάχνη ..
Κι ο κόσμος σίγησε. 
Κι  έμεινε εκεί ασάλευτη, θεατής σε μια παρέλαση  αναμνήσεων από όνειρα που  κι αν τα ΄χε δει, τα χε ξεχάσει 
ή ονείρων .. από αναμνήσεις που δεν ήξερε πως είναι δικές της  ..
Κι ήταν μια μυρουδιά πεσμένων φύλλων στη  γαλήνη ενός ποταμού  -   αγκαλιά σου .. -   που  δυο  εραστές αποζητούσαν μια  θέση στον κόσμο , μια φευγαλέα στιγμή σε μια απόκοσμη  βροχή απ΄την ανάσα  μυριάδων  πυγολαμπίδων ..
Κι ένα δείλι ήταν,  στον ίσκιο  μιας αρχαίας  βελανιδιάς πλάι στο  δρόμο με τα σταροχώραφα  - έφυγες .. -  δυο φιγούρες ανήμπορες να χωριστούν στο θρήνο της απέραντης χρυσαφιάς  θάλασσας  που σάλευε  υπάκουα στο άκουσμα του δικού τους πόνου ,- όρκο  μου ΄δωσες .. πως θα  γυρίσεις.. -
Κι ήταν εικόνες πολλές , πολλές , πότε στα παγωμένα σύνορα του κόσμου με τη μανιασμένη θάλασσα του  αποχωρισμού, κι άλλοτε  σε μια χαραυγή γαντζωμένη στην απόκρημνη πλαγιά μιας ελπίδας , κι ήταν κι  άλλες, με τη μεθυστική προσμονή  στ' αγιοκλήματα ενός φιλιού,  με τη ζεστασιά του χορτασμένου έρωτα, με τη θέρμη μιας νοτισμένης  μυρτιάς,  
που οι ίδιες φιγούρες έμοιαζαν βελονιές που  επαναλαμβάνονται  πασχίζοντας να ταιριάξουν στο σχέδιο που ύφαιναν οι Νόρνες στο στημόνι των κόσμων .. 

Σα να χε ραγίσει η  κλεψύδρα του Χρόνου και σταλαματιές αιώνων κυλούσαν μέσα της, σαν ένα όνειρο να ΄σβηνε μες στο επόμενο και κείνη παραδομένη κυλούσε μαζί τους και  βυθίζονταν σε  βάθη απροσμέτρητα , από λαχτάρες που είχαν σημαδέψει τους καιρούς …

Κι ήταν κι ένας απόηχος φωνής ..  με το βελούδο μιας λησμονημένης οικειότητας , που φτερούγισε σε μια γωνιά του είναι της, πέταγμα χαμηλό πετροχελίδονου πάνω απ΄τ΄ αρυτίδωτα  νερά μιας λίμνης
Σ αναζητώ..  από πολύν καιρό .
Κι η λίμνη έλεγε για ζωές που διάβηκαν ανολοκλήρωτες  και για υποσχέσεις  ανεκπλήρωτες και για σελήνες που δε γίνηκαν πανσέληνες ..
και πια  δεν ξεχώριζε  πότε  ήταν η λίμνη που μίλαγε και πότε κείνη η άλλη φωνή μέσα απ την ηχώ της ..
Και θα σ αναζητώ .. και στους καιρούς που θα  'ρχονται ..

Ένας πόνος οξύς , την τράβηξε απότομα πίσω.  Εκεί, στο   χαραγμένο πάνω στο στήθος της σημάδι  -στίγμα κατά πώς το λεγε,  ένα ζεστό ρυάκι κατηφόριζε, κόκκινη κλωστή σαν που να λύθηκε ..   να  μαρτυρήσει  την ένταση των νυχιών της .. 
Ανοίγω δρόμο .. άκουσε στο μυαλό της  αχνά  να γεμίσει τούτο το μισό .. κι ήταν σαν που ΄βγαινε από ένα λήθαργο τόσο βαρύ που την άφησε σε μια ζάλη να κοιτά για ώρα τα νερά

Ώσπου  η στιγμή τράβηξε, και πέρασε.  Κι η σιωπή μαζεύτηκε . Και τυλίχτηκε απαλά στην ανέμη της και πέταξε και χάθηκε.  Κι ο κόσμος άρχισε  δειλά δειλά ν΄ ανασαίνει ξανά ,  λίγο πιο σίγουρος όμως τώρα για τον εαυτό του ..
Είμαι κουρασμένη ,

Έσκυψε να μαζέψει τα πέδιλά της.  Κι  ένα  κοχύλι . Που το ΄κλεισε τρυφερά στην παλάμη της ..   
για να θυμάμαι ..
Ναι, Θα θυμάμαι
ευχή ..  κι υπόσχεση μαζί .. 
Σηκώθηκε. 

Ήταν η ώρα που η καινούρια μέρα ετοιμάζονταν να δώσει τους δικούς της ορισμούς σε σκιές κι όνειρα . 
Ήταν η  ίδια ώρα  που κάπου πέρα  μακριά ο ύπνος ενός άντρα γαλήνεψε . Τα όνειρα που δε θα θυμόταν το πρωί άφησαν τον τρελό χορό τους , πετάρισαν και διαλύθηκαν σαν ανάσα καυτή στ΄ αγιάζι.  Πίσω τους θα ΄μενε μόνο ένα κάτι .. ξύπνημα μιας θύμησης πως το ποτάμι μέσα του  όσο και να κυλά στην κοίτη του, ποτέ δεν ξεχνά τον προορισμό του.. 
τη θάλασσά του ..

Η γυναίκα στράφηκε και πήρε αργά την ανηφόρα ,  
την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε, ένα δροσερό αεράκι χαμογελούσε , και σ έναν άλλον τόπο  οι πυγολαμπίδες έσβηναν και τα  στάχυα κυμάτιζαν σ ένα επαλαμβανόμενο ρυθμικό  μουρμουρητό ..
Θα σε βρω ..




          Ανιρέτα

22 Ιουλ 2011

A Dio ...







Καθούρια . . . διάβασαν τα δάχτυλά της ακολουθώντας τ΄αυλάκια  των γραμμών  στην άμμο
γραμμών  που είχε η ίδια ασυναίσθητα χαράξει όση ώρα  ο σιγανός παφλασμός των κυμάτων  ανάδευε σκέψεις , αμφιβολίες κι επιθυμίες,  αφήνοντάς τες ν ακροβατούν στα περιγράμματα της λέξης,   
μα όχι καταλαγιάζοντάς τες  
Τι σου είναι οι μνήμες, τι ανασύρουν οι ζωντανές … 
πού σ΄οδηγούν όμως οι αγέννητες..
Καθούρια , η μακρινή κείνη χώρα  που ξεπήδησε απόψε  απρόσμενα  από μισοσβησμένες σελίδες  μιας άλλοτε καθαρογραμμένης ζωής,
η χώρα των άγραφων ακόμη φύλλων μου
 ο τόπος που κανείς ποτέ δεν έχει πει πως είδε, μα και κανείς ποτέ δεν αρνήθηκε πως ξέρει, 
ο τόπος της ανταύγειας όλων των σκοταδιών,
η χώρα των ελπίδων , 
που βρίσκεται πέρα απ τα βάθη του ορίζοντα, εκεί που λάμπουν τυλιγμένα σ΄ένα αλλόκοσμο φως  όλα όσα κάνουν την καρδιά να θέλει να ξεριζωθεί  στο τραγούδισμά τους 
σαν που τα γνωρίζει από καιρούς αλλοτινούς και τόπους άλλους , και τώρα θρηνεί στη νοσταλγία τους, 
-πώς και πόσο πονά τ΄αβίωτο-
μα όποιος κινήσει να την εύρει λένε ,  δεν ξέρει αν έχει γυρισμό
-μα αν δε γυρέψεις ελπίδα , πώς να 'βρεις το ανέλπιστο -
σιωπηλός διάλογος μοναχικών σκέψεων  ..

Για μια  Καθούρια έφτασα  εδώ ;
Δεν ήταν σίγουρη .  ήξερε μόνο   πως τούτη τη νύχτα γύρεψε θάλασσα
κάτι πλατύ , κάτι πολύ , να χωρέσει, ίσως και ν΄αναλύσει το ποτάμι που φουσκονέριασε  μέσα της τόσο, και που δεν  ήξερε αν θ΄ αφηνόταν στην απόλαυση της ορμητικής πλημμύρας του  ή θα τσακιζόταν στα φράγματα που από χρόνια είχαν στηθεί
-τι κι αν  εκείνη τ΄ αγαπούσε τα ποτάμια της ..  
άμα στα σωθικά σου αναβλύζει αρμύρα ,
θάλασσα λαχταράς
να χυθείς και να χαθείς
πότε στο γαλάζιο των φευγαλέων ονείρων του τίποτε και του κάτι που σβήνουν γρήγορα  όπως συμβαίνει μ αυτά τα όνειρα όταν ανοίγεις ξαφνικά τα μάτια, 
πότε στο πράσινο βελουδένιο χάδι των ανοιξιάτικων υποσχέσεων ..  
κάποτε και στο γκρίζο  μιας αντάρας που ΄νιωθε πια να ζυγώνει.
Σε κείνη την  απεραντοσύνη που  δεν άκουγε τίποτε, μα που τ΄ άκουγε όλα . Που σιωπούσε αδιάφορη μα έλεγε όλα  όσα ήταν για  να ειπωθούν
κόμη κι αυτά που δεν ήταν
Γιατί νύχτες σαν και τούτη μπορούσαν και να σε πνίξουν  παλίρροιες που νόμιζες  πως δε θα ρθουν ποτέ για σένα 
-νόμιζες
Σα χτύπημα κάτω απ τη ζώνη ,  μιας ζωής σε άμπωτη.…

Ναι, θάλασσα θέλησε.
Και άμμο.
Να βυθίσει τα δάχτυλά  της σ΄εκατοντάδες  μνήμες θολές, ιστορίες αχνές και  θεωρίες ματαιωμένες,  σ' εκατομμύρια κόκκους από θρυμματισμένα όνειρα, κι ελπίδες,  και σχέδια , και συμφωνίες ,  σχέσεις κι υποσχέσεις,
και φόβους 
και πόνους  
τόσο παλιούς και τόσο πρόσφατους   
τόσο λείους απ τη μανία  των κυμάτων και τόσο κοφτερούς  σαν αιχμές από μνήμες  μιας αφανισμένης χαράς
να βυθίσει ; 
να βυθιστεί ..;

Ένα κομμάτι σκοταδιού γλίστρησε και τυλίχτηκε γύρω της 
σα σάλι που το σφίγγεις πάνω σου στην πρώτη φθινοπωρινή δροσιά
Και ρίγησε,  παρ΄ όλη τη ζέστη..
Γιατί είναι κάποιες στιγμές που σαν κάτι να σου ψιθυρίζει
κάτι που δεν ξέρεις αν θες στ΄ αλήθεια  ν ακούσεις -ίσως υποχρεωνόσουν να ζήσεις μ αυτό σ όλα σου τα μετά ..

Στάθηκε γονατιστή .
Και κείνο το κομμάτι νύχτας  την έκλεισε πιο σφιχτά στην αγκαλιά του ψιθυρίζοντας τάματα, και μεθυστικά τώρα
Και σήκωσε αργά τις γεμάτες άμμο φούχτες κι άφησε να κυλήσουν πάνω της όλοι οι άνεμοι που χαν γεννήσει τούτη την αμμουδιά . Σπονδή κι ικεσία στο έλα
Κι έγειρε μπρος. Σαν που θυμήθηκε ένα για τι   
Για ένα καράβι ήρθα εδώ 
να χαράξω ένα άσπρο καράβι , σαν εκείνο που ταξίδευε αναζητώντας τη χώρα της ζαρ και της ζούρα, και της καθούρια και της σονα-νιλ ...
Το δικό μου άσπρο καράβι 
μ΄ένα κατάρτι ψηλό – το σταθερό  της  Αγάπης. 
Και πλάι του δυο μικρότερα. για την  Ελπίδα. Και  για την  Πίστη .
Και για πανιά θα του φυσήξω τα σύννεφα των νοτισμένων  ευχών.
Για τους αγέρηδες των ταξιδιών . 
Για το ξόρκισμα  της καταιγίδας 
για τα ναυαγισμένα  θέλω που στοιχειώνουν  τα θαλασσοδαρμένα  όνειρα
Για τους χτύπους της καρδιάς μου, θυμητικό , πως είμαι  ακόμη ζωντανή ..
για κείνο το μουρμούρισμα της αγρύπνιας ,  ηχώ από απέραντα βάθη
και για τα χρόνια που πέρασαν,  σαν υπόσχεση που πάρθηκε πίσω
Και  στ΄ αμπάρια του θα κρύψω όλα τα βάρητα ..  ειπωμένα κι ανείπωτα .. Κι ονειρεμένα. Κι ανονείρευτα .. Ανείδωτα . Κι  ανεπίδοτα  
Και θα το πω .. 
 A Dio  θα το πω ..   ή  αντίο   
Προς το θεό  -  ή το χαμό


Κι έτσι φορτωμένο ερημιές αιώνων για  έρμα ,  θα τ΄αφήσω στα νερά, να πάει εκεί που πάντα ήξερε πως έπρεπε να πάει..
Να βρει  ορίζοντα .
Θεό .
Ή βυθό.
Ή το θεό στο βυθό  κάγχασε κάτι μέσα της -μα κείνη δε χαμογέλασε 
Θα ΄βρισκε άραγε δρόμο ;
Μπορεί . θ άφηνε τα κύματα να τ΄οδηγήσουν ή να το ξεβράσουν κουφάρι ψυχής αφρισμένης ..
Μπορεί και να ΄φτανε
Μπορεί και να χανόταν  .. 
«από ένα λάθος .. από ένα πάθος .. 
ή από πνιγμό .. σ ανύπαρκτο βάθος ..» που λεγε κι ένα δίστιχο ..
Ποιος άλλωστε μπόρεσε ποτέ να μετρήσει  πόσα ύφαλα γεννάει η επιμονή να ματώσεις  ..

Σηκώθηκε.  Τίναξε την άμμο απ το πουκάμισο και το παντελόνι, μα όχι απ τα μαλλιά της  κι έριξε μια τελευταία ματιά 
Φύγε καραβάκι μου
Φύγε,
Φτάνουν τα όσα είπαμε
Φτάνουν. Τα λόγια αναλώνουν
Δεν αλώνουν

A Dio ..



14 Ιουλ 2011








Δρόμοι, ζωές καράβια ,
σε θάλασσες στιγμών, αιώνων . . κι άλλοτε  ταξιδιών αιώνιων ,
πότε πας με τον καιρό και πότε κόντρα ,
κάποτε αντίκρυ στο φόβο, καλείσαι  να στρίψεις στο άγνωστο
κι εμένα για κάποιο λόγο πάντα μ άρεσαν οι κάβοι και τ ακρωτήρια ..

Κάποτε, κάποιοι, μ ένα όνομα
ευχήθηκαν και ξόρκισαν ό,τι τους περίμενε πιο πέρα ,
μπροστά σ έναν  άγνωστο ωκεανό , ντυμένο  μεγάλες φουρτούνες , στην άκρη του κόσμου τους
Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας το ΄πανε κείνους τους καιρούς,
έτσι το λέμε ακόμη ..

θυμάμαι που διάβαζα ένα βράδυ .. αφού αυτό δεν άλλαξε όνομα ,
πα να πει πως πέρα εκεί στ΄ αγριεμένα νερά
τα καράβια με τις ελπίδες βρίσκουν ακόμη το δρόμο τους ..
κι οι ταξιδιώτες ακόμη τα κουράγια τους ..

Καληνύχτα λοιπόν απόψε ,
σε θάλασσες άγνωστες .. και σ ακρωτήρια .. 




σε φουρτούνες 
..και σε Καλές Ελπίδες .. 



 ~ 

12 Ιουλ 2011

το βράδυ αυτό ..









Ένα παλιό πικάπ ..
 κι ένα τραγούδι καιρών περασμένων να σιγομουρμουρίζει απέλπιδα σκορ ..  

δυνατότητα – επιθυμία … 0-1
φθίνει η μία .. αυξάνει η άλλη ..  
κι ο χρόνος ..
αδιάφορος διαιτητής 






"Που να’ σαι αλήθεια το βράδυ αυτό "



Κι εγώ ..

Θέλω μοναχά να 'ρθεις  
να κάτσεις πλάι μου  
και να κουρνιάσω στην αγκαλιά σου..



"πού να σαι αλήθεια ... "




δε θέλω λόγια,
δε θέλω όνειρα,
ούτε σχέδια, υποσχέσεις,
αύριο , πάντα..


"Ας ερχόσουν για λίγο .."



θέλω μονάχα τη μυρωδιά σου
και ν ανασαίνω την ανάσα σου..
θέλω απ τους χτύπους της καρδιάς σου
ρυθμό να κλέψει  η δική μου
να συνεχίσει να χτυπά..

θέλω τα χέρια σου
να γαληνέψουν την τρικυμία που δε θα δεις
θέλω το βάρος του κορμιού σου
να κόψει την ανάσα στα φαντάσματα
γι απόψε ..
μου φτάνει..


"και στα δυο σου τα χέρια  
να με σφίξεις ζεστά " 




Δε θέλω ουρανούς,
ούτε λουλούδια, 
ούτε ταξίδια σε θάλασσες πλατιές..

θέλω στην αγκαλιά μου ν αποκοιμηθείς
κι εγώ τα όνειρά σου να μετρώ..



"...κι ας χανόσουν μετά ... "





και σαν χαράξει..
ένα χαμόγελο,
κι ένα απαλό φιλί..

Σαν χαράξει,
θα ναι μια άλλη μέρα..

όμως απόψε


"Ας ερχόσουν για λίγο..." 


μονάχα να ΄ρθεις θέλω......