3 Απρ 2011

Νύχτα κεραυνού.






Ολα προμηνούσαν  μια κατασκότεινη νύχτα .  Πλησίαζε  αργά ,  μα  με τη βεβαιότητα του  χαλασμού. Ο ήλιος είχε φύγει νωρίς κείνη τη μέρα . είχε μαζέψει τις ξέψυχες ακτίνες του σπρωγμένος θαρρείς από κάτι που τον ξεπερνούσε .. σαν που δεν ένιωθε αρκετά δυνατός να σταθεί απέναντι σε ό,τι ερχόταν ..

Τα σύννεφα συνάζονταν  σιωπηλά , σταθερά . μια ατέλειωτη στρατιά στεναγμών  έπαιρναν τη θέση τους το ένα πλάι στο άλλο  και περίμεναν . . . ετοιμάζονταν 

Είναι κάποιες  νύχτες που σε βρίσκουν απροετοίμαστο .  ‘Ερχονται  κλεφτά πίσω σου, περνούν τη σκοτεινιά τους γύρω απ τη μέση σου και  σου κρυφομιλούν ακουμπώντας την παγωνιά των χειλιών τους  χαμηλά  στον αυχένα σου , σ ένα φιλί που σε κάνει να ριγάς  . .
Είναι και κάποιοι άνθρωποι που τρέχουν,  να φτάσουν κάτι μπροστά τους
Κι είναι κι οι  άλλοι ,  που τρέχουν για να ξεφύγουν ..
Τούτη η νύχτα  ήταν απ αυτές,
σαν που όφειλες να τρέξεις . . .
μη σε πονέσει η θλίψη

Ο άντρας στην κάμαρη δεν ήξερε τίποτε απ΄ όλα αυτά . Και να έλαμπε αστροφώτιστη  η νύχτα  πάλι δε θα το ξερε ..
Είχε από καιρό  σφραγίσει  τα παραθύρια της ζωής του . πήγαιναν χρόνια  που στα μάτια του δεν καθρεφτίζονταν  ούτε το χρυσάφι των ήλιων , ούτε τ ασήμι των  φεγγαριών  ..  μάχες μονάχα ,  απώλειες , αλυχτίσματα  . .  και κλαγγές  . . κι ολολυγμοί .. και βάλτοι .. λασπόνερα , απομεινάρια παλιών ονείρων  .. και φόβος  Πατήματα σε κινούμενη άμμο που τον ρουφούσε αργά κι επώδυνα κάθε που αναδευόταν μέσα του μια σπίθα . .  ένα κάρβουνο που αργοκαιγόταν .
Σαν για να  νιώσει  λίγη  απ τη δροσιά του τοίχου , πισωπάτησε κι  ακούμπησε πάνω του .  
Μα λύγισε , αφέθηκε να κυλήσει αργά  στο πάτωμα .  Με τους αγκώνες στηριγμένους στα γόνατα  πέρασε αργά τα δάχτυλα μες απ τα μαλλιά του. που έπαιρναν με το πέρασμα του καιρού  τη γλυκιά γυαλάδα  π’  αντανακλούσε η λίμνη  τις βραδιές  που  έκλεβε κρυφογελώντας   φίλημα τρυφερό  του φεγγαριού  . . 
Μα ούτε αυτό το βλεπε εκείνος ..  
Στον καθρέφτη του συχνά  αντίκρυζε  το είδωλο ενός ξένου   να γκριζάρει ώρα την ώρα στο πέρασμα ενός χρόνου που τον στοίχειωνε και τον άφηνε θαμπό , γερασμένο …
Σε μια παρόρμηση είχε στήσει κάποια φορά μια σειρά καθρέφτες  κι είχε σταθεί  ανάμεσα  να κοιτά τον εαυτό του να ξεδιπλώνεται σε ατέλειωτες σειρές , κύματα  απανωτά ,  κενές ματαιοδοξίες,  είδωλα ραγισμένα απ τα χρόνια ,  ασπρισμένα απ την ηλικία , ξασπρισμένα  απ τη λήθη 
Μια επανάληψη δίχως τελειωμό  . 
Αλύτρωτα  σκέφτηκε .  
Δεν το ξανάκανε . .  
Ήταν τόσο το βάρος τούτης της κίνησης που έμεινε εκεί . . 
απόγνωση ακουμπισμένη σε δυο παλάμες . . 

Νύχτες σαν και τούτη , ακροβατώντας στο χείλος του ύπνου  ένιωθε φορές  δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του
Σπάνια πια  αναρωτιόταν το γιατί  .. έμενε ακίνητος ν αφουγκράζεται ήχους μακρινούς , σφυρίγματα τρένων που δε θα παιρνε ,   να ξεμακραίνουν σε σταθμούς που δε θα γνώριζε, να διασχίζουν  σε ράγες στεναγμών  λιβάδια που δε θα ξάπλωνε, γέφυρες που δε θα μάθαινε ποτέ τι ενώνουν ,  πολιτείες και δρομάκια που δε θα σεργιάνιζε 
βαγόνια μιας ζωής που δε θα γέμιζε. .
σφυρίγματα . . 
Θρήνοι μιας ζωής  από άλλες νύχτες ,  χρόνων περασμένων  . . ναρκωμένων 
Ενας άντρας που σ έκανε να θες να δακρύζεις κοιτάζοντάς τον . 
Με μάτια από καστανόμελο  κι ένα κλουβί γύρω απ την  ψυχή του . .  μα δεν ήταν αυτό .. 
Ηταν που βλεποντάς τον ήξερες , πως είναι απ αυτούς που η ζωή τους έχει φυλαγμένα χτυπήματα, πληγές , που πάντα θα τα δέχονται και πάντα θ αναρωτιούνται  γιατί .. πώς μπορεί ;

Την  ίδια ώρα , κάτω απ την ίδια σκοτεινιά  ,  χίλιες σιωπές μακριά  μια γυναίκα γονατισμένη σ ένα μικρό πλάτωμα  ανασάλευε με τ ακροδάχτυλα  την πάχνη  πάνω στο στεγνό χώμα   αναζητώντας τα ίχνη μιας γέννας  μετά τις φωτιές και τις  στάχτες . . μια μυρωδιά νιόβγαλτου γρασιδιού . .ένα αύριο..
Αντίθετα με τον άντρα , η γυναίκα δε ρωτούσε πια 
Τις απαντήσεις τις είχε δώσει κάποια άλλη μέσα της  πριν απ αυτή , παλιά , πάρα πολύ παλιά , κάποια που είχε ακουμπήσει το μάγουλό της στην κοιλιά μιας τίγρης για ν ανασαίνουν μαζί , κάποια που έγινε ένα με τη σκόνη , κάποια που στα χέρια της κάποτε κράτησε μια πανσέληνο και την είδε να θρυμματίζεται  σε μυριάδες κόκκους αστερόσκονης  . .
Δε χρειαζόταν να ρωτήσει . Ηξερε . Όχι με το μυαλό .   Μα  με τον τρόπο κείνο που γνωρίζουν  αυτοί που νιώθουν  ποια γλώσσα  μιλούν οι άνεμοι , κι από ποιους τόπους έρχεται η βροχή . .  ποιο χρώμα γεννάει τους κεραυνούς  και πού πάνε σαν πεθαίνουν . . 
Ηξερε .
Πως υπάρχουν άνθρωποι – σαν τα μοναχικά τα δέντρα  - που τραβούν τον κεραυνό
Άλλοι καίγονται.   Άλλοι πάλι λάμπουν ..
Κείνη τη νύχτα όμως  η γνώση δεν ήταν αρκετή . . ούτε είχε τη ζεστασιά της παρηγοριάς 
Κείνη τη νύχτα η γονατισμένη  γυναίκα που ήξερε, προσευχόταν σε μια  καταιγίδα για να μην ξέρει πια ..
σ΄ένα άγγιγμα  μονάχα  ευχήθηκε .. από κείνα
που γίνονται μέσα σου ασπίδα …
και σε προστατεύουν  σε εποχές χαμού

Στα πόδια του άντρα ένα τσιγάρο καιγόταν ξεχασμένο .. άφησε  γι άλλη μια φορά  το βλέμμα του ν΄ακολουθεί  τα δαχτυλιδάκια του καπνού , μια  σερπαντίνα που ανέβαινε σαν  απ το τίποτε, στριφογυρνούσε, κι έπειτα στην κορφή γινόταν και πάλι τίποτε .. ατέλειωτες νύχτες έψαχνε την άκρη της .. την έβλεπε μονάχα να γεννιέται .... να σβήνει ... 
Ένα παράθυρο  ψιθύρισε κάτι μέσα του  ..
δεν άκουσε  . .
Ένα παράθυρο  ξαναήχησε κάτι .. κάποιος άλλος .. το αγόρι ίσως που ήταν κάποτε
γιατί τα αγόρια θέλουν τα παράθυρά τους ορθάνοιχτα . .

Η γυναίκα έστρεψε τις παλάμες προς τα σύννεφα  , ικέτιδα  στις πρώτες στάλες . .ένα  χάδι   ζωγράφισε  στα σύννεφα ..
Ο άντρας άπλωσε  απρόσμενα   τις δικές του
έμεινε να κοιτά τις παλάμες  του αγοριού που ήταν κάποτε .. που είχε ονειρευτεί ν αγγίξει και να χαϊδέψει τον κόσμο ολάκερο
για  ένα  χάδι   διάβασε στις γραμμές  της ζωής και της τύχης ..
Κάπου μακριά  κείνη την ώρα  γεννήθηκε ένας  κεραυνός  . .

Ούτε ο άντρας , ούτε η γυναίκα των χιλίων πόλεων μακριά θα μάθαιναν ποτέ τι και πώς  συνέβη κείνη τη νύχτα 
Λίγο καιρό αργότερα , ο άντρας θα πέρναγε μέσα απ τη φωτιά  που κάποτε είχε ευχηθεί κρυφά  κι είχε φοβηθεί εξίσου .. δεν το ήξερε όμως ακόμη
Λίγο καιρό αργότερα ο κεραυνός που τούτη τη νύχτα  είχε γεννήσει  , θα πλημμύριζε  τη δική του ξεραμένη κοίτη μ ένα χείμαρρο που η ορμή  του θα  ζήταγε   όλες του τις ανάσες 
Λίγο καιρό αργότερα  η γυναίκα που μίλαγε με τα σκοτάδια  θα κράταγε στα χέρια της  ξανά ένα ολόγιομο φεγγάρι . κι αυτή τη φορά θα πάλευε σα  θεριό  το φόβο των μυριάδων θρυμματισμένων ονείρων  . .

Τούτη τη νύχτα όμως, ο άντρας με το καστανόμελο  στα μάτια, ανυποψίαστος για το τι είχε ξυπνήσει, ανασηκώθηκε αργά , κουρασμένα ..
Ίσως απόψε κατάφερνε να κοιμηθεί ..
Δίχως να βλέπει εκείνη τη σερπαντίνα της ψυχής του να στροβιλίζεται σ ένα χορό δίχως αρχή ..  και δίχως τέλος . .
Τούτη τη νύχτα όμως , η γυναίκα που κάλεσε μια καταιγίδα  θα μενε πάλι ξαγρυπνη
Και θα περίμενε ένα  χάραμα  . .

Τούτη τη νύχτα, κανείς απ τους δυο τους δεν έτρεξε μακριά ..
Η θλίψη τους είχε ήδη προλάβει . . 


Και κάπου μακριά . . η καταιγίδα είχε   ξεκινήσει . .