24 Μαΐ 2011







Εγραφε κάπου ο Γκαίτε
πως ευτυχής είναι κείνος που μπορεί να σφίγγει τον σύντροφο της ζωής του στο στήθος του
και μαζί να χαίρονται ό,τι δεν ξέρουν μα ούτε καν υποπτεύονται οι άλλοι.
αυτό το .. κάτι , που νυχτοπερπατά τα δρομάκια της ψυχής ..

Ομως ..
έβλεπα μια ταινία χθες αργά , για " μια σύντομη συνάντηση "
για μια αγκαλιά που δε χόρτασε ,
για ένα φιλί που δεν κάηκε ,
για μια θλίψη που γαντζώθηκε σε κάποια βλέφαρα ..

κι αναλογιζόμουν ..
πως πέρα από κάθε τι γνωστό, έξω από κάθε τι που ξέρουμε ή θέλουμε να ξέρουμε ,
είναι και κάποιες συναντήσεις , αλλιώτικες...
έχουν μέσα τους κάτι κεφαλαίο, κάτι πολύ,
σα να διασχίζεις έναν ήλιο κατάμαυρο
σαν που η υπερβολή σε κάνει να βλέπεις εσύ μόνον σ΄εναν κόσμο σβηστό ,
σαν που κι οι στάχτες ακόμη
να γίνονται χόβολη που σου κρατάν ζεστασιά όσο και να χιονίσει η καρδιά σου ..
και που τίποτε πια δεν είναι όπως πριν ..
ό,τι κι αν γίνει ..
όπως κι αν γίνει ..

ένας ψίθυρος είναι
μια πλημμύρα είναι, που λέει
" Εδώ.
Εδώ είμαι
."

Το ν ανα-γνωρίσεις μια τέτοια στιγμή , μια τέτοια συνάντηση ..
ευτυχία θαρρώ πως είναι ..
και αυτό..

9 Μαΐ 2011

ομίχλη ..




Μια ψύχρα ξαφνική.
Κι ένας αέρας βαρύς.
Όμως , δεν έχω κάνει τίποτε μεμπτό ,
τίποτε ..
Ενοχή; 
Μπορεί ..
Μια ενοχή, γεννημένη από μακρινές πιθανότητες ..
Ίσως.. κάνει εκείνος πίσω ..
Μια αραιή ομίχλη χαϊδεύει τη νύχτα
Και το ραδιόφωνο παίζει
όσα φοβούνται να ειπωθούν  ..
Ας  μην κάνει θεέ μου πίσω.. .





3 Μαΐ 2011

"the thrill is gone..."










Το ποτό της το συνήθιζε σκέτο. Τον καφέ της επίσης . Και τη ζωή της φορές. Δίχως κορδελίτσες  χρωματιστές, δίχως φιογκάκια  δώρου, δίχως στολίσματα και φιοριτούρες. Πιστή των καθαρών. Ποτών, δρόμων, αποφάσεων.

Έλεγε.
Ήθελε.

Απόψε ζήτησε παγάκια. Μεγάλα, τετράγωνα, συμπαγή παγάκια, από κείνα που ‘κλειναν μέσα τους ωκεανούς ιριδισμών, παγόβουνων και τιτανικών.  Να  τα παρακολουθεί να ραγίζουν, να σπάνε σιγά σιγά , ν αλλάζουν σχήμα,  να λιώνουν, να χάνονται . .
Περισσότερο της άρεσε ο ήχος τους. Άκουγε τα αχνά κρακ πίσω απ΄ τη μουσική, πίσω κι απ΄τις λιγοστές κουβέντες των θαμώνων.
Της άρεσε και να τα νιώθει στα χείλη της .
Πάγος. Ίσως γιατί  το κενό μέσα της έκαιγε

Το βλέμμα της έπιασε ένα λεκέ στο μανίκι της . Κερί.  Μια σκούρα κίτρινη κρούστα  από ένα φως πένθιμο, που δεν το παίρνεις λένε μαζί φεύγοντας . Να όμως που εκείνη  πήρε το σημάδι του μαζί της. Θα καθάριζε ; Θα καθάριζε.  Με το σίδερο . Ό,τι αφήνει σημάδι από φωτιά , με φωτιά λένε καθαρίζει . Βέβαια υπάρχει ο φόβος να κάψεις όλο το ύφασμα κι όχι μονάχα το λεκέ , αλλά.. 
αχνογέλασε με το δρόμο που ‘παιρνε η σκέψη της ..
δε βαριέσαι ..
σαν κρύβεις στην  ψυχή  σου μασούρια δυναμίτη ..σιγά μη δεν την ανατινάξεις και μερικές φορές

Κοίταξε  αφηρημένα γύρω της. Ένα  ζευγάρι σε μια  άβολη σιωπή,  δυο φίλοι  χάζευαν φωτογραφίες, μια παρέα από νεαρά παιδιά έκαναν σχέδια για  κάποιο ταξίδι,   
ένας άντρας με ασημένια μαλλιά στην άλλη άκρη του πάγκου τυλιγμένος σε μια  γλυκιά μυρωδιά από κάποιο αρωματικό πούρο
-να μύριζαν έτσι και τα μαλλιά του άραγε ..-
δυο κοπέλες απορροφημένες με τα κινητά τους ..

''The thrill is gone''   παραπονέθηκε ένα δισκάκι
Gone…  gone…   gone…  μουρμούρισαν  και τα κομμάτια της στο ποτήρι ..


Νύχτα σταύρωσης απόψε. 

Μέσα από το τρεμουλιαστό φως ενός κεριού που επαναλαμβανόταν στο μεγάλο καθρέφτη πίσω απ΄το μπαρ την κοίταζε με τα δικά της μάτια μια γυναίκα ..
Μια γυναίκα που μιλούσε λιγότερο και χαμογελούσε ακόμη λιγότερο στο πέρασμα των χρόνων.
Μια γυναίκα που φορές  ξεχνιόταν, ονειρευόταν,  μια γυναίκα τόσο άγνωστη και συνάμα τόσο γνώριμη. Ασφυκτικά γνώριμη… είδωλο ενός άλλου ειδώλου που έμεινε να τρεμοπαίζει στις σκιές κοιτώντας την, ώσπου όλα τα χρόνια έφυγαν κι όλοι οι ήλιοι κάηκαν, και τίποτε δεν κερδήθηκε κι όλα χάθηκαν και τίποτε πραγματικά δε χάθηκε, μα ήταν που τούτη τη νύχτα  δεν είχε πουθενά να πάει, κι ούτε που ήθελε κάπου να πάει, και κανέναν τρόπο δεν είχε να πει τ΄ ανείπωτο, και τίποτε που να θέλει να μπορεί..
Τίποτε.. παρά  ν’ αναδεύει πάγους, που ίσως κάποτε έλιωναν, κι ίσως λευτέρωναν καράβια πρωτοτάξιδα ..  σ ένα σκαμπό, σε μια  αριστερή γωνία μιας μπάρας, σ΄ένα  ημιυπόγειο ενός άγνωστου δρόμου σε μια τεράστια πόλη, 
σ΄έναν υπερβολικά τεράστιο κόσμο ..

''You know I'm free, free now baby
I'm free from your spell      
I'm free, free now''  επέμενε μια κιθάρα σ έναν άλλον τόπο ..

Νύχτα επιταφίου απόψε .
Η εβδομάδα των παθών έφτανε σιγά σιγά στο τέλος της.  Τα πάθη όμως;
Πόσες μεγάλες εβδομάδες να χρειάζεται να ζήσει κανείς για να νιώσει  ανάσταση  αναρωτήθηκε. Πόσες φορές να πρέπει να επαναλάβει τις ίδιες διαδρομές, πόσες πανηγυρικές κυριακές να στρώνουν βάγια στα πόδια σου κι εσύ να πιστεύεις πως είσαι μοναδικός , πόσες φορές να καταραστείς μια άκαρπη συκιά μέχρις ότου να μπορέσεις να νιώσεις το πώς καρπίζει αυτή, πόσες φορές να φανείς χαιρέκακος με τη μωρία των παρθένων που στην ύστατη  στιγμή ζητιάνευαν μια πόρτα ανοιχτή  μέχρι να μάθεις πως η προετοιμασία είναι δική σου ευθύνη και δικός σου δρόμος .. με πόσους κρεμασμένους ιούδες θ ανακουφίσεις προδοσίες σου, σε πόσες γεσθημανές ν ακουμπήσεις ένα σπαραχτικά μοναχικό γιατί μέχρι ν αποδεχθείς το διότι
Πόσες .. πόσες … 
πόσες  ακόμη θα τραβάς το βλέμμα απ το Γολγοθά ..
Κι απ τα σημάδια των καρφιών ..   

''And now that it's over
All I can do is wish you well..''

Την  πλημμύρισε ξανά  κείνη η  γλυκιά μυρωδιά . Σήκωσε τα μάτια .
Ο άντρας με τα ασημένια μαλλιά.  Απαλά που έδειχναν..  σαν κυματάκια που στραφταλίζουν τη νύχτα, που θες να τ΄  αγγίξεις, ν΄αφήσεις το φεγγαρόδρομο να κυλήσει ανάμεσα στα δάχτυλά σου…
Έμεινε να τον κοιτά . Πρόωρα ασπρισμένος, παράταιρα μόνος .  Υπήρχε πάνω του .. κάτι , μια ομορφιά που μαρτυρούσε πόνο και μια παράξενη ήρεμη ειλικρίνεια . Ίσως οι δικές του μεγάλες βδομάδες ήταν αρκετές πια ..

Ξαναγύρισε στις σκέψεις της .. ίσως αυτό που ζητάν αυτές οι μεγάλες εβδομάδες κι έρχονται και ξανάρχονται , να ΄ναι να τις ζεις κάθε φορά ντυμένος άλλο ρόλο  ..
Μα έλα μου που θέλουμε  το δράμα στη ζωή μας αλλά  εκ του ασφαλούς  .. να ταυτιζόμαστε με τον ήρωα κάθε φορά , να πονάει αυτός ν ανακουφιζόμαστε εμείς 
Ποιος άραγε νιώθει ένα  με το στρατιώτη που κρατάει το βούρδουλα ;
Μ αυτόν που νίπτει τας χείρας του κι αφήνει στους άλλους το βάρος της απόφασης ;
Μ αυτόν που αγαπάει  μα για τα μέτρα των άλλων «πρόδωσε» ;
Με τον πιστό σύντροφο που όμως αρνείται τρις προτού αλέκτωρ λαλήσει;
Με τους εκατοντάδες κομπάρσους κάθε δράματος,
Με τους φύλακες  ξένων τάφων κι οικείων δεσμών;
Μ αυτόν που σταυρώνεται δίπλα σου  μα δε βρίσκει λόγο  να μετανοήσει
Λίγοι ; Κανείς ; ‘Ενας ; ‘Ολοι ;
Λάθος δρόμο πήραμε καρδιά μου που λέει και το λαϊκόν άσμα  .. να οδηγούν κάπου τέτοιες σκέψεις ; ναι .. σ ένα γερό μεθύσι ίσως ..ώρας περασμένης ..
Μα να που δεν ήξερε ούτε ποια ώρα της νύχτας , ούτε ποια ώρα της ζωής της ήταν
Τρεις μετά τα μεσάνυχτα   είπε σιγανά  το εκκρεμές  πίσω της ..
τρεις τη νύχτα .. λένε πως τέτοια ώρα είσαι πιο κοντά στο θάνατο από κάθε άλλη φορά εκτός απ τη στιγμή που πεθαίνεις
Τρεις τη νύχτα .. τα μεσάνυχτα της ψυχής ..


Νύχτα αποκαθήλωσης απόψε .

Μια νύχτα ντυμένη με μεγάλες σιωπές
Και μπόλικα παγάκια . Και σκιές . Και κάθε σκιά ν αναζητά  αντανακλάσεις ελπίδας , ν΄αναδυθούν τα πνιγμένα  φεγγάρια
 κι ας αναδύονται συνήθως λασπόνερα .
Πενθώντας κάτι που έσβησε, χάθηκε, τάφηκε,  αναζητώντας κάτι που δε μπορούσε να βρεθεί, ένα χαμένο κάπου εαυτό τη μια στιγμή , ένα σπασμένο εμείς , έπειτα ξανά το χαμένο εαυτό.. κομμάτια που στριφογύρναγαν σαν τα παγάκια στο ποτήρι της  να βρουν ένα παρόν, να δικαιώσουν ένα παρελθόν…
Αναρωτήθηκε ξανά αν έχουν και καμία σημασία όλα αυτά ..
‘Εχουν .. πάντα έχουν .  Απλά , απόψε δε με νοιάζει ..
Γιατί τα πράγματα που ήθελε περισσότερο , ήταν κρυμμένα στο σκοτάδι
Ρίγησε ξάφνου .. κι όλα τα καδραρισμένα όνειρα, τα κρεμασμένα στους τοίχους, ρίγησαν  μαζί της

Σηκώθηκε. Αν αγαπούσε κάτι πολύ σ αυτό το μικρό σκοτεινό μαγαζί ήταν το τζουκ-μποξ στη γωνία με τα υπέροχα σαρανταπεντάρια δισκάκια
Απομεινάρια μιας άλλης εποχής για  απομεινάρια μιας άλλης ζωής ..
Έμεινε ώρα εκεί ν΄ακραγγίζει πλήκτρα , να χαζεύει τα χρωματιστά λαμπάκια να διαβάζει τίτλους  και να ζωντανεύει στο νου της  τις  μουσικές ..
 θρηνώντας μέσα της ένα εκατομμύριο κόσμους  μακριά ..
μέχρι που η μάρκα βρήκε το δρόμο της
Something deep down in my soul said, 'Cry, girl'
Μα το κορίτσι δε θυμόταν πια τη γεύση που χουν τα δάκρυα

 I was just Sitting here
thinking of your kiss and your warm embrace
Έκλεισε τα μάτια … έκλεισε και τα χέρια γύρω της σαν που ν΄αγκάλιαζε κείνη την  άγνωστη μέσα της  κι αφέθηκε σ ένα λίκνισμα υπακούοντας στο ρυθμό,  ίσως του τραγουδιού,  ίσως βαθύτερου , μιας ανάγκης που πήγαζε από τα τρίσβαθα του είναι της , να κινηθεί, μην την προλάβει το κενό ..
Κείνο το κενό .. Το τόσο αόριστο .. το τόσο απέραντο .. το τόσο γνώριμο

Τέσσερεις το πρωί είπε ο νυσταγμένος χτύπος  ενός άλλου ρολογιού, πέρα σε μια άλλη γη ..
Κι η μουσική χαμήλωσε κι άλλο ..
Και τα κεράκια έσβησαν ένα ένα ..
Και τα καδραρισμένα όνειρα  σιώπησαν κι εκείνα
Και δυο χέρια πλησίασαν πίσω της κι ακουμπώντας τρυφερά στα δικά της  σταμάτησαν απαλά το μοναχικό χορό της …
Κι η  μυρωδιά της βανίλιας τυλίχτηκε γύρω της σαν πέπλο..
Έλα ..  είπε ο άντρας 
που  η  φωνή του ταίριαζε τόσο πολύ με τα μαλλιά του ..

''Most of all, I just don't, I just don't want to be free now  ''
ομολόγησε η  νύχτα μιας σταύρωσης, μιας  αποκαθήλωσης και μιας περιφοράς που δεν έβρισκε ξημέρωμα  ..
Κάποτε θα ρχόταν κι η ώρα της ανάστασης
Μα όχι απόψε
όχι ακόμη..

Γύρισε προς το μέρος του 
Κι εκεί, σε ζωές που ακροβατούν ανάμεσα σε μια εισπνοή και μια εκπνοή 
Έλα…  διάβασε και στα μάτια του. δυο σκούρες θάλασσες  που κανένα ξημέρωμα δεν τις ένοιαζε  
just stay with me now

Έλιωσαν πια τα παγάκια
έσβησε κι η φωνή της Etta ..

just stay...