22 Ιουλ 2011

A Dio ...







Καθούρια . . . διάβασαν τα δάχτυλά της ακολουθώντας τ΄αυλάκια  των γραμμών  στην άμμο
γραμμών  που είχε η ίδια ασυναίσθητα χαράξει όση ώρα  ο σιγανός παφλασμός των κυμάτων  ανάδευε σκέψεις , αμφιβολίες κι επιθυμίες,  αφήνοντάς τες ν ακροβατούν στα περιγράμματα της λέξης,   
μα όχι καταλαγιάζοντάς τες  
Τι σου είναι οι μνήμες, τι ανασύρουν οι ζωντανές … 
πού σ΄οδηγούν όμως οι αγέννητες..
Καθούρια , η μακρινή κείνη χώρα  που ξεπήδησε απόψε  απρόσμενα  από μισοσβησμένες σελίδες  μιας άλλοτε καθαρογραμμένης ζωής,
η χώρα των άγραφων ακόμη φύλλων μου
 ο τόπος που κανείς ποτέ δεν έχει πει πως είδε, μα και κανείς ποτέ δεν αρνήθηκε πως ξέρει, 
ο τόπος της ανταύγειας όλων των σκοταδιών,
η χώρα των ελπίδων , 
που βρίσκεται πέρα απ τα βάθη του ορίζοντα, εκεί που λάμπουν τυλιγμένα σ΄ένα αλλόκοσμο φως  όλα όσα κάνουν την καρδιά να θέλει να ξεριζωθεί  στο τραγούδισμά τους 
σαν που τα γνωρίζει από καιρούς αλλοτινούς και τόπους άλλους , και τώρα θρηνεί στη νοσταλγία τους, 
-πώς και πόσο πονά τ΄αβίωτο-
μα όποιος κινήσει να την εύρει λένε ,  δεν ξέρει αν έχει γυρισμό
-μα αν δε γυρέψεις ελπίδα , πώς να 'βρεις το ανέλπιστο -
σιωπηλός διάλογος μοναχικών σκέψεων  ..

Για μια  Καθούρια έφτασα  εδώ ;
Δεν ήταν σίγουρη .  ήξερε μόνο   πως τούτη τη νύχτα γύρεψε θάλασσα
κάτι πλατύ , κάτι πολύ , να χωρέσει, ίσως και ν΄αναλύσει το ποτάμι που φουσκονέριασε  μέσα της τόσο, και που δεν  ήξερε αν θ΄ αφηνόταν στην απόλαυση της ορμητικής πλημμύρας του  ή θα τσακιζόταν στα φράγματα που από χρόνια είχαν στηθεί
-τι κι αν  εκείνη τ΄ αγαπούσε τα ποτάμια της ..  
άμα στα σωθικά σου αναβλύζει αρμύρα ,
θάλασσα λαχταράς
να χυθείς και να χαθείς
πότε στο γαλάζιο των φευγαλέων ονείρων του τίποτε και του κάτι που σβήνουν γρήγορα  όπως συμβαίνει μ αυτά τα όνειρα όταν ανοίγεις ξαφνικά τα μάτια, 
πότε στο πράσινο βελουδένιο χάδι των ανοιξιάτικων υποσχέσεων ..  
κάποτε και στο γκρίζο  μιας αντάρας που ΄νιωθε πια να ζυγώνει.
Σε κείνη την  απεραντοσύνη που  δεν άκουγε τίποτε, μα που τ΄ άκουγε όλα . Που σιωπούσε αδιάφορη μα έλεγε όλα  όσα ήταν για  να ειπωθούν
κόμη κι αυτά που δεν ήταν
Γιατί νύχτες σαν και τούτη μπορούσαν και να σε πνίξουν  παλίρροιες που νόμιζες  πως δε θα ρθουν ποτέ για σένα 
-νόμιζες
Σα χτύπημα κάτω απ τη ζώνη ,  μιας ζωής σε άμπωτη.…

Ναι, θάλασσα θέλησε.
Και άμμο.
Να βυθίσει τα δάχτυλά  της σ΄εκατοντάδες  μνήμες θολές, ιστορίες αχνές και  θεωρίες ματαιωμένες,  σ' εκατομμύρια κόκκους από θρυμματισμένα όνειρα, κι ελπίδες,  και σχέδια , και συμφωνίες ,  σχέσεις κι υποσχέσεις,
και φόβους 
και πόνους  
τόσο παλιούς και τόσο πρόσφατους   
τόσο λείους απ τη μανία  των κυμάτων και τόσο κοφτερούς  σαν αιχμές από μνήμες  μιας αφανισμένης χαράς
να βυθίσει ; 
να βυθιστεί ..;

Ένα κομμάτι σκοταδιού γλίστρησε και τυλίχτηκε γύρω της 
σα σάλι που το σφίγγεις πάνω σου στην πρώτη φθινοπωρινή δροσιά
Και ρίγησε,  παρ΄ όλη τη ζέστη..
Γιατί είναι κάποιες στιγμές που σαν κάτι να σου ψιθυρίζει
κάτι που δεν ξέρεις αν θες στ΄ αλήθεια  ν ακούσεις -ίσως υποχρεωνόσουν να ζήσεις μ αυτό σ όλα σου τα μετά ..

Στάθηκε γονατιστή .
Και κείνο το κομμάτι νύχτας  την έκλεισε πιο σφιχτά στην αγκαλιά του ψιθυρίζοντας τάματα, και μεθυστικά τώρα
Και σήκωσε αργά τις γεμάτες άμμο φούχτες κι άφησε να κυλήσουν πάνω της όλοι οι άνεμοι που χαν γεννήσει τούτη την αμμουδιά . Σπονδή κι ικεσία στο έλα
Κι έγειρε μπρος. Σαν που θυμήθηκε ένα για τι   
Για ένα καράβι ήρθα εδώ 
να χαράξω ένα άσπρο καράβι , σαν εκείνο που ταξίδευε αναζητώντας τη χώρα της ζαρ και της ζούρα, και της καθούρια και της σονα-νιλ ...
Το δικό μου άσπρο καράβι 
μ΄ένα κατάρτι ψηλό – το σταθερό  της  Αγάπης. 
Και πλάι του δυο μικρότερα. για την  Ελπίδα. Και  για την  Πίστη .
Και για πανιά θα του φυσήξω τα σύννεφα των νοτισμένων  ευχών.
Για τους αγέρηδες των ταξιδιών . 
Για το ξόρκισμα  της καταιγίδας 
για τα ναυαγισμένα  θέλω που στοιχειώνουν  τα θαλασσοδαρμένα  όνειρα
Για τους χτύπους της καρδιάς μου, θυμητικό , πως είμαι  ακόμη ζωντανή ..
για κείνο το μουρμούρισμα της αγρύπνιας ,  ηχώ από απέραντα βάθη
και για τα χρόνια που πέρασαν,  σαν υπόσχεση που πάρθηκε πίσω
Και  στ΄ αμπάρια του θα κρύψω όλα τα βάρητα ..  ειπωμένα κι ανείπωτα .. Κι ονειρεμένα. Κι ανονείρευτα .. Ανείδωτα . Κι  ανεπίδοτα  
Και θα το πω .. 
 A Dio  θα το πω ..   ή  αντίο   
Προς το θεό  -  ή το χαμό


Κι έτσι φορτωμένο ερημιές αιώνων για  έρμα ,  θα τ΄αφήσω στα νερά, να πάει εκεί που πάντα ήξερε πως έπρεπε να πάει..
Να βρει  ορίζοντα .
Θεό .
Ή βυθό.
Ή το θεό στο βυθό  κάγχασε κάτι μέσα της -μα κείνη δε χαμογέλασε 
Θα ΄βρισκε άραγε δρόμο ;
Μπορεί . θ άφηνε τα κύματα να τ΄οδηγήσουν ή να το ξεβράσουν κουφάρι ψυχής αφρισμένης ..
Μπορεί και να ΄φτανε
Μπορεί και να χανόταν  .. 
«από ένα λάθος .. από ένα πάθος .. 
ή από πνιγμό .. σ ανύπαρκτο βάθος ..» που λεγε κι ένα δίστιχο ..
Ποιος άλλωστε μπόρεσε ποτέ να μετρήσει  πόσα ύφαλα γεννάει η επιμονή να ματώσεις  ..

Σηκώθηκε.  Τίναξε την άμμο απ το πουκάμισο και το παντελόνι, μα όχι απ τα μαλλιά της  κι έριξε μια τελευταία ματιά 
Φύγε καραβάκι μου
Φύγε,
Φτάνουν τα όσα είπαμε
Φτάνουν. Τα λόγια αναλώνουν
Δεν αλώνουν

A Dio ..



14 Ιουλ 2011








Δρόμοι, ζωές καράβια ,
σε θάλασσες στιγμών, αιώνων . . κι άλλοτε  ταξιδιών αιώνιων ,
πότε πας με τον καιρό και πότε κόντρα ,
κάποτε αντίκρυ στο φόβο, καλείσαι  να στρίψεις στο άγνωστο
κι εμένα για κάποιο λόγο πάντα μ άρεσαν οι κάβοι και τ ακρωτήρια ..

Κάποτε, κάποιοι, μ ένα όνομα
ευχήθηκαν και ξόρκισαν ό,τι τους περίμενε πιο πέρα ,
μπροστά σ έναν  άγνωστο ωκεανό , ντυμένο  μεγάλες φουρτούνες , στην άκρη του κόσμου τους
Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας το ΄πανε κείνους τους καιρούς,
έτσι το λέμε ακόμη ..

θυμάμαι που διάβαζα ένα βράδυ .. αφού αυτό δεν άλλαξε όνομα ,
πα να πει πως πέρα εκεί στ΄ αγριεμένα νερά
τα καράβια με τις ελπίδες βρίσκουν ακόμη το δρόμο τους ..
κι οι ταξιδιώτες ακόμη τα κουράγια τους ..

Καληνύχτα λοιπόν απόψε ,
σε θάλασσες άγνωστες .. και σ ακρωτήρια .. 




σε φουρτούνες 
..και σε Καλές Ελπίδες .. 



 ~ 

12 Ιουλ 2011

το βράδυ αυτό ..









Ένα παλιό πικάπ ..
 κι ένα τραγούδι καιρών περασμένων να σιγομουρμουρίζει απέλπιδα σκορ ..  

δυνατότητα – επιθυμία … 0-1
φθίνει η μία .. αυξάνει η άλλη ..  
κι ο χρόνος ..
αδιάφορος διαιτητής 






"Που να’ σαι αλήθεια το βράδυ αυτό "



Κι εγώ ..

Θέλω μοναχά να 'ρθεις  
να κάτσεις πλάι μου  
και να κουρνιάσω στην αγκαλιά σου..



"πού να σαι αλήθεια ... "




δε θέλω λόγια,
δε θέλω όνειρα,
ούτε σχέδια, υποσχέσεις,
αύριο , πάντα..


"Ας ερχόσουν για λίγο .."



θέλω μονάχα τη μυρωδιά σου
και ν ανασαίνω την ανάσα σου..
θέλω απ τους χτύπους της καρδιάς σου
ρυθμό να κλέψει  η δική μου
να συνεχίσει να χτυπά..

θέλω τα χέρια σου
να γαληνέψουν την τρικυμία που δε θα δεις
θέλω το βάρος του κορμιού σου
να κόψει την ανάσα στα φαντάσματα
γι απόψε ..
μου φτάνει..


"και στα δυο σου τα χέρια  
να με σφίξεις ζεστά " 




Δε θέλω ουρανούς,
ούτε λουλούδια, 
ούτε ταξίδια σε θάλασσες πλατιές..

θέλω στην αγκαλιά μου ν αποκοιμηθείς
κι εγώ τα όνειρά σου να μετρώ..



"...κι ας χανόσουν μετά ... "





και σαν χαράξει..
ένα χαμόγελο,
κι ένα απαλό φιλί..

Σαν χαράξει,
θα ναι μια άλλη μέρα..

όμως απόψε


"Ας ερχόσουν για λίγο..." 


μονάχα να ΄ρθεις θέλω......







4 Ιουλ 2011

παραλληλίες ..




Τις νύχτες μ αρέσει η βοή των μεγάλων δρόμων 
τόσο , όσο κι η σιγαλιά των παραδρόμων 
Φυλλάδια ,προτροπές και καλέσματα σε κάθε φανάρι 
και Σκέψεις μόνες , σε σιωπηλούς τοίχους ν αναζητούν .. κάτι . 

"η παραλληλία είναι σταθερή ..ως το τέλος των πραγμάτων 
κι η σύγκλιση , ψευδαίσθηση
" 

το καινούριο graffiti της γειτονιάς μου .. 
'Ομως .. 
πώς λες σ έναν τοίχο , όχι.. είναι κάτι περισσότερο από ψευδαίσθηση ..
υπάρχουν φορές και τρόποι που οι ράγες συναντούνται , 
που κυλούν η μία μέσα στην άλλη 
"σαν απαλό αγκάλιασμα ..όχι μια συνάντηση σαφής σ έναν κόσμο ακριβείας, όχι καθαροί ήχοι επαφής. Μόνο .. ας πούμε .. ανάσα . 
Ναι, αυτός είναι ο ήχος της .
Ανάσα.
Ίσως κι η αίσθησή της . 
Ανάσα .
."

και που τρένα, ράγες , προορισμοί και παραλληλίες 
γίνονται νήματα για το στημόνι και το υφάδι μιας άλλης πραγματικότητας .. 
απλά .. διαφορετικής .. 

Δεν ξέρω πώς .. απλά ξέρω ότι γίνεται ..