22 Σεπ 2011

ευχή. κι Υπόσχεση μαζί ..








Ήταν η  νύχτα των ευχών. 
Τράβηξε για την ακροθαλασσιά αργά , την ώρα που τη  λένε σαν την πιο σκοτεινή, που οι τουρίστες είχαν πια φύγει κουρασμένοι, οι ζωηρές παρέες  είχαν ησυχάσει,  οι έρωτες  αναπαύονταν αποκαμωμένοι, χορτασμένοι γι απόψε, κι οι ευχές είχαν πάρει τα μονοπάτια των ουρανών για τον τόπο της πλήρωσης ..
Δεν της άρεσε να βλέπει αστέρια να πέφτουν. Κι ας έλεγαν το δικό τους θάνατο γέννα υποσχέσεων . Κείνη διάλεγε άλλο δρόμο για τις δικές της προς-ευχές

Απολάμβανε το σιγανό ψίθυρο  των νερών που λικνίζονταν  αργά στους ρυθμούς ενός ρομαντικού χορού σαν που μονάχα αυτά άκουγαν, κι αφέθηκε ν ακολουθεί  το στραφτάλισμα του φεγγαρόδρομου που ΄μοιαζε να ξεκινά απ την άμμο στα πόδια της,  μέχρι .. 
Μέχρις εσένα ;
Κάτι μέσα της χαμογέλασε ..  
Ναι .. κάπου σε μιαν άλλην  άκρια  τούτων των νερών, που τίποτε δε μπορεί να κόψει το διάβα  τους, κι απόψε, στέκεις εσύ .. 
Έσκυψε να πιάσει μια φεγγαραχτίδα κι ένα  παλιό τραγουδάκι λύθηκε σαν την κορδέλα που φόραγε μικρή κι όλο της έφευγε
Κόκκινη κλωστή δεμένη
κλωστή αόρατη  από ένα υφαντό -  σαν όμως που ΄χε μείνει μισό ..
στην καρδιά μου τυλιγμένη
κι εκείνο το κάτι πλάτυνε το χαμόγελο μέσα της  
δως της κύμα να κινήσει
και το μικρό κορίτσι από χρόνια περασμένα τραγούδησε πρόσχαρα
την αγάπη μου να βρει
Η γυναίκα  που ήταν κάποτε  κοριτσάκι με κόκκινη κορδέλα γέλασε ξαφνιασμένη απ τις ίδιες της τις μνήμες ..
Δες τι θυμήθηκα ..
Σαν που απόρησε . Γιατί ήξερε,  πως το μυαλό ξεχνάει.
Η  καρδιά όμως θυμάται!   αντιγύρισε η παιδική φωνή
Ναι .. θυμάται . ΄Ο,τι πολύ έχει αγαπήσει . Και τι άλλο να ναι η μνήμη της καρδιάς παρά αυτή η ίδια η αγάπη ;

Ίσως γι αυτό ένιωθε τη δικιά της σαν από πάντα , ανεμοδούρα,  που στρεφε και χτυπιόταν σε καιρούς παγερούς  συρμένη απ΄ αγέρηδες και μπόρες, που στροβιλίζονταν  σε χορούς μεθυστικούς στο γλύκαμα των γιασεμιών , που νανούριζε όνειρα , αργόσυρτα, στα γεμίσματα  των φεγγαριών .. ώσπου όλοι οι χειμώνες πέρναγαν, έφευγαν , κι οι άνοιξες φτερούγιζαν γι άλλες υποσχέσεις και τα καλοκαίρια έλιωναν και χάνονταν σε φθινόπωρα  αναμνήσεων,
μα κείνη έμενε, πέρα απ΄τους καιρούς , να γυρνά ξανά και ξανά κατά κει που η πυξίδα μέσα της τράβαγε..  εκεί, που σαν από πάντοτε ένιωθε το δικό της βορρά.. 
να σε βρω .. 
Γιατί μου ‘ χα υποσχεθεί πως θα σε βρω ..

Τέτοιες ώρες σε θέλουν χωμένη σε μια αγκαλιά - έστω και του Μορφέα, σκέφτηκε, κι όχι να μένεις εκτεθειμένη σε σκέψεις που γεννιούνται κούκλες ρώσικες, που η μια ξεπηδά απ΄την άλλη δίχως σταματημό και που ακολουθώντας τες μπορείς να χαθείς σε λαβύρινθους δίχως μίτο, δίχως έξοδο, κάποτε και δίχως θεριό ..   ένα ατέλειωτο στριφογύρισμα που αρχίζει στο πουθενά και δεν τελειώνει ούτε στο ποτέ.. 
Σε θέλουν, ναι.. 
Αν όμως δε σε χωρούν


Να  'ταν τ΄ασήμι μπροστά της  που  υπνώτιζε τις αισθήσεις, να  'ταν που η βραδιά ήθελε ευχές, αστέρια και όνειρα ..   δε θα το μάθαινε ..  σ΄όλους τους καιρούς μετά θα  θυμόταν μονάχα τη σιωπή.   
Που πάνω απ το βόμβο και το μουρμουρητό της ζεστής νύχτας  απλώθηκε σαν πάχνη ..
Κι ο κόσμος σίγησε. 
Κι  έμεινε εκεί ασάλευτη, θεατής σε μια παρέλαση  αναμνήσεων από όνειρα που  κι αν τα ΄χε δει, τα χε ξεχάσει 
ή ονείρων .. από αναμνήσεις που δεν ήξερε πως είναι δικές της  ..
Κι ήταν μια μυρουδιά πεσμένων φύλλων στη  γαλήνη ενός ποταμού  -   αγκαλιά σου .. -   που  δυο  εραστές αποζητούσαν μια  θέση στον κόσμο , μια φευγαλέα στιγμή σε μια απόκοσμη  βροχή απ΄την ανάσα  μυριάδων  πυγολαμπίδων ..
Κι ένα δείλι ήταν,  στον ίσκιο  μιας αρχαίας  βελανιδιάς πλάι στο  δρόμο με τα σταροχώραφα  - έφυγες .. -  δυο φιγούρες ανήμπορες να χωριστούν στο θρήνο της απέραντης χρυσαφιάς  θάλασσας  που σάλευε  υπάκουα στο άκουσμα του δικού τους πόνου ,- όρκο  μου ΄δωσες .. πως θα  γυρίσεις.. -
Κι ήταν εικόνες πολλές , πολλές , πότε στα παγωμένα σύνορα του κόσμου με τη μανιασμένη θάλασσα του  αποχωρισμού, κι άλλοτε  σε μια χαραυγή γαντζωμένη στην απόκρημνη πλαγιά μιας ελπίδας , κι ήταν κι  άλλες, με τη μεθυστική προσμονή  στ' αγιοκλήματα ενός φιλιού,  με τη ζεστασιά του χορτασμένου έρωτα, με τη θέρμη μιας νοτισμένης  μυρτιάς,  
που οι ίδιες φιγούρες έμοιαζαν βελονιές που  επαναλαμβάνονται  πασχίζοντας να ταιριάξουν στο σχέδιο που ύφαιναν οι Νόρνες στο στημόνι των κόσμων .. 

Σα να χε ραγίσει η  κλεψύδρα του Χρόνου και σταλαματιές αιώνων κυλούσαν μέσα της, σαν ένα όνειρο να ΄σβηνε μες στο επόμενο και κείνη παραδομένη κυλούσε μαζί τους και  βυθίζονταν σε  βάθη απροσμέτρητα , από λαχτάρες που είχαν σημαδέψει τους καιρούς …

Κι ήταν κι ένας απόηχος φωνής ..  με το βελούδο μιας λησμονημένης οικειότητας , που φτερούγισε σε μια γωνιά του είναι της, πέταγμα χαμηλό πετροχελίδονου πάνω απ΄τ΄ αρυτίδωτα  νερά μιας λίμνης
Σ αναζητώ..  από πολύν καιρό .
Κι η λίμνη έλεγε για ζωές που διάβηκαν ανολοκλήρωτες  και για υποσχέσεις  ανεκπλήρωτες και για σελήνες που δε γίνηκαν πανσέληνες ..
και πια  δεν ξεχώριζε  πότε  ήταν η λίμνη που μίλαγε και πότε κείνη η άλλη φωνή μέσα απ την ηχώ της ..
Και θα σ αναζητώ .. και στους καιρούς που θα  'ρχονται ..

Ένας πόνος οξύς , την τράβηξε απότομα πίσω.  Εκεί, στο   χαραγμένο πάνω στο στήθος της σημάδι  -στίγμα κατά πώς το λεγε,  ένα ζεστό ρυάκι κατηφόριζε, κόκκινη κλωστή σαν που να λύθηκε ..   να  μαρτυρήσει  την ένταση των νυχιών της .. 
Ανοίγω δρόμο .. άκουσε στο μυαλό της  αχνά  να γεμίσει τούτο το μισό .. κι ήταν σαν που ΄βγαινε από ένα λήθαργο τόσο βαρύ που την άφησε σε μια ζάλη να κοιτά για ώρα τα νερά

Ώσπου  η στιγμή τράβηξε, και πέρασε.  Κι η σιωπή μαζεύτηκε . Και τυλίχτηκε απαλά στην ανέμη της και πέταξε και χάθηκε.  Κι ο κόσμος άρχισε  δειλά δειλά ν΄ ανασαίνει ξανά ,  λίγο πιο σίγουρος όμως τώρα για τον εαυτό του ..
Είμαι κουρασμένη ,

Έσκυψε να μαζέψει τα πέδιλά της.  Κι  ένα  κοχύλι . Που το ΄κλεισε τρυφερά στην παλάμη της ..   
για να θυμάμαι ..
Ναι, Θα θυμάμαι
ευχή ..  κι υπόσχεση μαζί .. 
Σηκώθηκε. 

Ήταν η ώρα που η καινούρια μέρα ετοιμάζονταν να δώσει τους δικούς της ορισμούς σε σκιές κι όνειρα . 
Ήταν η  ίδια ώρα  που κάπου πέρα  μακριά ο ύπνος ενός άντρα γαλήνεψε . Τα όνειρα που δε θα θυμόταν το πρωί άφησαν τον τρελό χορό τους , πετάρισαν και διαλύθηκαν σαν ανάσα καυτή στ΄ αγιάζι.  Πίσω τους θα ΄μενε μόνο ένα κάτι .. ξύπνημα μιας θύμησης πως το ποτάμι μέσα του  όσο και να κυλά στην κοίτη του, ποτέ δεν ξεχνά τον προορισμό του.. 
τη θάλασσά του ..

Η γυναίκα στράφηκε και πήρε αργά την ανηφόρα ,  
την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε, ένα δροσερό αεράκι χαμογελούσε , και σ έναν άλλον τόπο  οι πυγολαμπίδες έσβηναν και τα  στάχυα κυμάτιζαν σ ένα επαλαμβανόμενο ρυθμικό  μουρμουρητό ..
Θα σε βρω ..




          Ανιρέτα