18 Οκτ 2011

Εκεί..





Κάποτε είπες πως είναι νύχτες που θέλουν επτά φεγγάρια ..
Τώρα ξέρω. Εκεί θα ρθώ
να σου πω..
Κάνε με ουρανό σου ..
Άγγιξέ με,  απ το φιλί σου να γεννηθώ Σεμέλη
Γέμισέ με , να γίνω πανσέληνος
Κράτα με ..προτού χαθώ
Και σαν σβήσω
Βυθίσου μέσα μου 
κι άστρα μυριάδες πλημμύρισέ με  
Κι όσα φεγγάρια απομένουν
Καμβά σου κάνε με   
και χάραξέ τα..

Εκεί να ρθω
Στα χέρια σου …



9 Οκτ 2011

Κοιμήσου.. Θα δω εγώ τα όνειρα .. (κι όσα λέγονται ..κι όσα απλά ..ψιθυρίζονται..)







Κοιμήσου πια βρε καλή μου…
Ησύχασε ..  ακόμα και στον ύπνο σου παιδεύεσαι ,να καταλάβεις, να ερμηνεύσεις, να τακτοποιήσεις στο γλυκό σου μυαλουδάκι τι θέλω, τι είπα, τι ήθελα να πω, τι εννοώ μ’ αυτά που είπα, τι εννοώ μ’ αυτά που δεν είπα, γιατί δεν είπα αυτά που πιστεύεις ότι εννοώ. Ρωτάς ,ξαναρωτάς, εμένα, τις φίλες σου, εξετάζεις, απορείς, θυμώνεις, παζαρεύεις, προσπαθείς. Κι εγώ, σαν προσπαθώ να σου εξηγήσω με τα λόγια, λες δεν παραδέχομαι την αλήθεια. Προσπαθώ με τις σιωπές, λες σε πληγώνω. Και σε επιβεβαιώνω. Πως είμαστε όλοι οι ίδιοι αγριάνθρωποι των σπηλαίων.

Κοιμήσου όμως ..
Κι εγώ θα συμφωνήσω. Ναι, όλοι ίδιοι είμαστε. Κλασικά αρσενικά. Που δε διαφέρουμε και πολύ από τους πρωτόγονους καθώς λες. Αλλά κι αυτοί οι καημένοι, όταν κατάκοποι απ το κυνήγι επέστρεφαν στη σπηλιά , λίγα πράγματα ήθελαν: το κεφάλι τους ήσυχο, λίγο κρέας στη φωτιά κι ανάλογα την όρεξη, να τους καθίσετε και μετά να καθίσετε ήσυχες να κοιμηθούνε. Αυτά τα βασικά, πάνω κάτω, θέλουμε και σήμερα. Δεν εξελιχθήκαμε φαίνεται και πολύ. Βέβαια τότε δεν υπήρχε  ποδόσφαιρο και  μπύρες. Τώρα όμως που  υπάρχουν, θέλω  κ α ι  αυτά . Θέλω  κ α ι   να βλέπω μπάλα με τους φίλους μου   κ α ι   τα πόδια πάνω στο τραπέζι,  κ α ι   τα ξηροκάρπια και τις παγωμένες μου μπύρες , κ α ι την ένταση στο φουλ, κ α ι   να μη δυσανασχετείς. Εννοείται και να μη διακόπτεις τέτοιες ιερές στιγμές –εκτός κι αν μας σερβίρεις.
Θέλω  κ α ι   όποτε έχω διάθεση να βγαίνω  με τους κολλητούς μου (με τους οποίους, παρεμπιπτόντως, περνάμε καλύτερα από ό,τι εσείς στον ολιγομελή όχλο με τα φτυάρια, που ονομάζετε γυναικοπαρέα) δίχως να παίρνω τρίωρη άδεια από το γραφείο του λοχία σου πριν  και τριήμερη κρεβατομουρμούρα μετά , κ α ι  να κομπάζουμε ως φανταστικοί επιβήτορες για αρσενικά πράσινα άλογα και ψηλοκάπουλες φοράδες, χαλβαδιάζοντας κάθε τι  θηλυκό με σφυγμό. 
Επιταγές της φύσης είναι βλέπεις αυτές ,που απαιτούν αντίκρισμα σε νόμισμα ζωντανό, ζεστό, σπαρταριστό. Να τις αφήνουμε ακάλυπτες;  Έρμαια είμαστε των πολυγαμικών μας  ενστίκτων , παρά τις μονογαμικές μας προθέσεις κι υποσχέσεις . Αρσενικά σκυλιά  στο κατόπι θηλυκιάς. Τριγυρνάμε, μυρίζουμε και.. συνήθως φεύγουμε. Μια απλή επιβεβαίωση των ανδρικών μας στοιχείων βρε αδελφέ , με παράλληλη  επίδειξη της ανδρικής μας ταυτότητας. Σιγά τα λάχανα !
Τέτοια απλά πράγματα θέλουμε:  κάνα  φίλο, κάνα  γρήγορο αμάξι, καμιά Κυριακή στο γήπεδο. 
Και όχι «Καμία Κυριακή στο γήπεδο!» 
Α.. και να μη βλέπετε τις μάνες μας σαν σκιάχτρα που διώχνουν τα πουλιά του έρωτα από το χωράφι του γάμου μας.
Τι θέλουμε νομίζεις .. να μας δίνετε αυτές τις λίγες ελιές και σ αντάλλαγμα θα  παίρνετε ολόκληρο τενεκέ με λάδι.  Εμάς.

Κοιμήσου  ..
Και μην ψάχνεις τα πολλά μας κουμπιά . Δεν είμαστε, σαν κι εσάς, περίπλοκος πίνακας ελέγχου σε Μπόινγκ 767.  Όργανο  ..πλοήγησης έχουμε ένα .  Κι όλα κι όλα, δυο τρία κουμπάκια.  Μ΄ ένα κατακόκκινο στο κέντρο . Αποσυμπίεσης κι ενεργοποίησης  του  αυτόματου πιλότου. Του παντελονιού μας. Το δικό μας κέντρο ελέγχου. Απλό βιολογικό σύστημα υποστήριξης στύσεων που χρήζει ενός απλού κλικ. Του κλικ που θέλουμε να μας κάνετε. 
Με μια έμμηνο ρύση που διαρκεί 3000 μέρες, ήτοι 9 καθαρά χαμένα χρόνια, τι άλλο να  θέλω παρά  τις υπόλοιπες που  απομένουν μέχρι την πτώση της .. αυτοκρατορίας,  να μην είσαι σαν πατούσα πολικής αρκούδας . Ως  γυναίκα του Καίσαρά μου, σε θέλω και να φαίνεσαι  και να είσαι.  Πρόθυμη, σέξι, ερωτική, ασυγκράτητη, καυτή,  δίχως αναστολές. Να με βεβαιώνεις πως είμαι εγώ και μόνο εγώ, το ικανότατο, ντούρο κυρίαρχο αρσενικό σου όνειρο. Να με απογειώνεις και ουχί  να με προσγειώνεις. 
Παρένθεση: Ξέρε, πως τα μόνα προκαταρκτικά που δεν κουράζουν –ποτέ! - είναι τα pre- game ρεπορτάζ πριν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Οι μακροσκελείς περιγραφές της.. πλοκής παρακάμπτονται όπως στην ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων. Πηδάμε κατ’ ευθείαν ..στ αποκαλυπτήρια . Τέλος παρένθεσης. 
Θέλω λοιπόν να με ξε-τρελαίνεις. Να μου ξε-σηκώνεις  αισθήσεις, μυαλό, ηθικό κι όχι μόνο. Τα πάντα εκτός της τρίχας. Έτσι σε θέλω.  Και Ρlayboy κουνελάκι, και από αγνό παρθένο μαλλί. Και άσπιλη, άμαθη κι αμόλυντη,  και ασυγκράτητη, ανενδοίαστη κι ανερυθρίαστη.  Και έμπειρη, και δίχως άλλων εμπειρίες. Να σου διδάξω εγώ ,ό,τι χρειάζομαι εγώ και όπως το απολαμβάνω εγώ. Έτσι απλά.  Κι εξίσου απλά , να μη διανοηθείς ποτέ, πως χρειάζεσαι άλλο, ή άλλον διαφορετικό.  Ταμπού μ΄εμένα να μην έχεις. Οι υπόλοιποι, όμως - όλοι-  είναι ταμπού για εσένα.
Άκου που σου λέω.. Δεν έχουμε κουμπιά . Χορδές έχουμε. Όχι του βιολιού σας για να παίζετε στα νεύρα μας  αλέγκρα καπρίτσια  σα θηλυκοί Παγκανίνι. .  Αλλά  άρπας.  Που θέλει χάδι, αβρότητα.  Φτάνει βρε καλή μου μια σταγόνα στο καπάκι της τουαλέτας να ξεχειλίσει το ποτήρι;  Νομίζεις είναι εύκολο; Του κεφαλιού της κάνει κι αυτή. Όπως κι εγώ . Που και  γρήγορα θα οδηγήσω φορές δίχως τροχονόμο συνοδηγό  Και στο μπάνιο θα διαβάσω τα αθλητικά Και την επέτειο μας θα ξεχάσω. Όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνδρες. Και λίγο παραπάνω θα πιω, Και και με τα σώβρακα θα γυρνάω.  Ας γύρναγες έτσι κι εσύ και όχι με πιτζάμες με παπάκια!
Και διάφορα θα μας ..ξεφύγουν.  Δεν θα τα κρατάμε μέσα μας κι όλα !

Αιώνες τώρα βλέπεις έτσι ξάστερα είναι τα θέλω μας. Μια γυναίκα μάνα στον πόνο μας, αδερφή στα ζόρια μας, φίλη στις κουβέντες μας, σιωπηλή στους θυμούς μας, χαμογελαστή στη χαρά μας, να μιλάει λίγο,  ν’ αγαπάει πολύ, να μας κάνει γιους- κλώνους μας- παρακαταθήκη στις γενιές που έρχονται, και κόρες για να καθρεφτιζόμαστε στα μάτια τους θεοί (έστω για τα λίγα χρόνια που μας αναλογούν μέχρι να προσχωρήσουν στην αθεΐα),  μια γυναίκα  Μα-μαλάκης μα με κορμί  
Μα-στραντώνη, μια γυναίκα που να μην έχει πονοκέφαλο στα κέφια μας , ούτε κέφια για «επαναπροσδιορισμό» της σχέσης μας  στο δικό μας  πονοκέφαλο, κάποια που να μη μας γεμίζει ενοχές όταν η καλημέρα δε συνοδεύεται από μια αγκαλιά λουλούδια και να μη βλέπει πίσω από κάθε αγκαλιά λουλούδια ενοχές που προσπαθούμε τάχα να κρύψουμε, μια γυναίκα πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα μα σιωπηλή ως απούσα, επιτυχημένη, ανεξάρτητη εργαζόμενη τα πρωινά , γλυκιά στοργική, τρυφερή να περιμένει εμέ τον κύρη της κι αγά της τα μεσημέρια, δυναμική , ακούραστη μάνα ,φίλη , γειτόνισσα  τ’ απογεύματα,  λούτρινο ή σάρκινο κουνελάκι – κατά τις διαθέσεις μας-  τις νύχτες.
Απλά δεν είναι τα πράγματα ;
Μικρά  καθημερινά θέλω ανάπαυλες απόλαυσης σε μια ζόρικη ζωή που κυλάει στις ράγες που εμείς της βάζουμε...
Κι ας με λες πρωτόγονο κι αγροίκο ..
Ίσως γιατί όπως έλεγε κι ο μέγας Οσκαρ, εσείς οι γυναίκες μπορείτε ν αναγνωρίζετε τα πάντα εκτός του προφανούς ..
Ίσως πάλι ..

Κοιμήσου όμως τώρα καλή μου ..
Δεν είναι ώρα για ίσως ..
Κοιμήσου ..
Κι άσε με  να ξαγρυπνώ  κοιτώντας τον ύπνο σου .. πότε κουρνιασμένη με τα παπάκια σου στην αγκαλιά μου  και  πότε με την πλάτη γυρισμένη στη μοναξιά που αφήνουμε να τρυπώνει  ανάμεσά μας..
Άσε να σε έχω πλάι μου σ εκείνον τον  κόσμο των αλλόχρωμων  τόπων, Κυρά και Δέσποινα των λογισμών και των ονείρων μου 
Εκεί, που μες στις σιωπές μου, ένα σου άγγιγμα είναι απάντηση σε ερωτήσεις που δε σου φέρνω..
Εκεί, που το χαμόγελό σου γεννάει μέσα μου τον ήρωα, η πίστη σου τον πορθητή , η αγάπη σου το νικητή.  Αυτούς που με κάνεις εσύ να  θέλω εγώ να γίνω..
Εκεί, που στις - περιττές όπως νομίζεις -  καμπύλες σου, λειαίνονται  οι αιχμές ενός κόσμου που με θέλει  άτρωτο,  
που στις κοιλότητες του είναι σου,  παίρνω το σχήμα της αλήθειας μου.
Εκεί, που με χρίζεις γελώντας  ιππότη σου, για να μη μου στερήσεις την αστραφτερή μου πανοπλία, γιατί ξέρεις , πως πανοπλίες ατσάλινες φορούν  μονάχα τα εύθραυστα
Εκεί, που χαμηλώνεις τα μάτια σαν από συστολή , μα εγώ ξέρω πως είναι για να μην καθρεφτιστώ μέσα τους λαβωμένος 
Εκεί, που η μουσική μου ανασαίνει απ΄ το κενό ανάμεσα στις νότες σου
Εκεί που μαθαίνω πως  πλάι δε σημαίνει χώρια  
πως  δυο πουλιά αν τα δέσεις, δεν πετούν κι ας έχουν τώρα τέσσερα φτερά ..
Πως κι αν σε  βυθούς ανομολόγητους η κατάδυση είναι μοναχά προσωπική,
το μαζί  κοιτάει τα κοράλλια που γεννιούνται ακόμη και μέσα στα ναυάγια  ..
Εκεί, που ένα δάκρυ μου κι αν το δεις, δεν το λοιδορείς .  Μα φυλαχτό το κρεμάς στο στέρνο μου, θυμητικό και μίτο σου .. για να μη χάνομαι στα σκοτάδια ..
Εκεί. Που τυλίγεσαι γύρω μου σπαρταρώντας κάτω απ το βάρος μου ..  κι αν ψιθυρίζεις  πάρε με, και αν μου ζητάς κατάκτησέ με , είναι γιατί ξέρεις πως άλλο τρόπο να σε κοινωνήσω δεν έχω,  
παρά να βυθίζομαι  
και να χύνομαι μέσα σου.
Ποταμός
με μόνο προορισμό τη θάλασσά του ..

Κι αν έχουν τα δικά σου όνειρα πρίγκιπες καλή μου,
Έχουν και τα δικά μου μνήμες .. παλιές ιστορίες από καιρούς μακρινούς , εκεί που ..ίσως, κάποια νύχτα πλάι σε μια φωτιά  που αργοκαίγονταν  ένας αγροίκος πρωτόγονος ν΄άπλωσε το χέρι απλά, σε μια αγκαλιά, που έκανε τον κόσμο να ξημερώσει αλλιώτικος ..
κι ακόμα παλιότερες..
για ένα πλευρό που πάρθηκε, κι από τότε ζητά να ξανάβρει τη θέση του ..
Εκεί, πλάι στο μέρος της καρδιάς ..

Ναι γλυκιά μου . Έτσι απλά είναι τα θέλω μου
Μην περιμένεις όμως να στα πω. 
Κοιμήσου ..
Δεν τα λέει αυτά ένας άντρας ..

Ανιρέτα Ρεναδία - Ιωακείμ Παπαχρόνης