21 Ιαν 2012

.. rosas amat





Πριν πολλά πολλά χρόνια,
στην άκρια μιας χώρας μακρινής, σκοτεινής και θλιμμένης
δέσποζε ένα  βουνό τεράστιο,  από κακοτράχαλα, μαύρα και κοφτερά βράχια .
Που κανείς δεν πλησίαζε ..
Κάθε που ερχόταν το βράδυ κι έσβηνε και το τελευταίο ίχνος απ το μουντό φως ,
ψηλά στην κορυφή κείνου του βουνού άνθιζε  ένα τριαντάφυλλο..
Ένα τριαντάφυλλο αλλιώτικο από κάθε άλλο σε όλους τους κόσμους ..
ένα ρόδο εκατόφυλλο , που χε τη δύναμη να χαρίσει  αθανασία
Μα κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει ..
πες γιατί τα βράχια αποθάρρυναν , πες γιατί ο θρύλος έλεγε πως τ΄αγκάθια του έκρυβαν δηλητήριο …

Οι άνθρωποι κείνου του τόπου μιλούσαν για το φόβο, το θάνατο ,
μιλούσαν και για τον πόνο , τη δυστυχία , τις δυσκολίες ,
το φως που χανόταν εκεί στην κορυφή , την ομίχλη που τους τρόμαζε , το μάταιο όπως έλεγαν αγώνα να το φτάσουν ..
Μιλούσαν για όλα , μα σιωπούσαν στην υπόσχεση της αθανασίας .
Μπορεί να μην πίστευαν .. μπορεί και να προτιμούσαν να το αγνοούν , μη κι υποκύψουν κάποτε στον πειρασμό που φοβόντουσαν τόσο πολύ ..
ποιος να ξέρει ..
Και κάθε που κόντευε η αυγή το ρόδο έγερνε και μαραινόταν , μονάχο κι απογοητευμένο για άλλη μια φορά .. κανείς δεν το χε λαχταρήσει κι απόψε  τόσο  ώστε να προσπαθήσει .. κανείς δεν έδειχνε να θέλει το δώρο του …
πέθαινε κάθε χάραμα λησμονημένο και χαμένο στην κορυφή εκείνου του βουνού ..
Με τα παγερά βράχια .. μοναχό ..
ώσπου να σβήσει ο χρόνος….


Ένα παραμυθάκι που έφερε η βραδιά
Απ αυτά που μ αρέσουν πολύ
Με τη γοητεία των παραμυθιών που δεν έχουν τέλος..
Ή που έχουν ..
Αυτό που τους δίνουμε …

2 σχόλια:

  1. Γοητευτικότατο παραμύθι..Τρία πράγματα μου ήρθαν στο νού καθως το διάβαζα τρίτη φορά..1.Πως το άγγιγμα της υπέρτατης επιθυμίας έχει σφόδρα πιθανό κόστος τον πρόωρο θάνατο...2. Πως το φως εναλλάσσεται με φως...Την υπέρτατη Ομορφιά του ρόδου δεν την "ανταγωνίζεται ούτε το λαμπρό φως του ήλιου...Ακριβοδίκαια είχαν τον χρόνο της λάμψης τους...Μια αέναη αναγέννηση...ο εσαεί επανερχόμενος κύκλος της ζωής και της απώλειας...3. Το διήγημα ( απόσπασμα από θεατρικό;) του Όσκαρ Ουάιλντ...το αηδόνι και το τριαντάφυλλο. Που νομίζω συνοψίζει όλα όσα είπα πριν..Το παραθέτω στη συνέχεια, ως ξεχωριστό σχόλιο...Η αφήγηση, ο λόγος μαγευτικός..το ύφος αργό έτσι που τα παιδιά και τα "παιδιά" να έχουν τον καιρό να ζήσουν το θαύμα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και όταν η Σελήνη έλαμψε στους ουρανούς η Αηδόνα πέταξε στην Τριανταφυλλιά, και έβαλε το στήθος της πάνω στο αγκάθι. Όλο το βράδυ τραγουδούσε με το στήθος της πάνω στο αγκάθι, και η ψυχρή κρυστάλλινη Σελήνη έσκυψε και αφουγκράστηκε. Όλη νύχτα τραγουδούσε, και το αγκάθι έμπαινε όλο και βαθύτερα στο στήθος της, και το αίμα της ζωής της άδειαζε από μέσα της.

    Τραγούδησε πρώτα για τη γέννηση της αγάπης στην καρδιά ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Και στο πιο ψηλό κλαδάκι της Τριανταφυλλιάς άνθισε ένα θαυμάσιο τριαντάφυλλο, πέταλο με το πέταλο, τραγούδι με το τραγούδι.

    Ωχρό ήταν, στην αρχή, όπως η καταχνιά που κρέμεται πάνω από το ποτάμι - ωχρό σαν τα πόδια τού πρωινού, και ασημένιο σαν τα φτερά της αυγής.

    Σαν τη σκιά ενός τριαντάφυλλού σε καθρέφτη από ασήμι, σαν τη σκιά ενός τριαντάφυλλού σε λίμνη νερού, έτσι ήταν το τριαντάφυλλο που άνθισε στο ψηλότερο κλαδάκι του Δένδρου.
    Μα το Δένδρο φώναξε στην Αηδόνα να πιέσει περισσότερο πάνω στο αγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρή Αηδόνα», φώναξε το Δένδρο, «αλλιώς η Μέρα θα 'ρθει πριν να τελειώσει το τριαντάφυλλο.»
    Έτσι η Αηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στο αγκάθι, και ολοένα και δυνατότερο έγινε το τραγούδι της, καθώς τραγούδαγε για τη γέννηση του πάθους στην ψυχή ενός άνδρα και μίας κόρης. Και μία απαλή απόχρωση από ροζ ήρθε στα φύλλα του τριαντάφυλλου, σαν το αναψοκοκκίνισμα στο πρόσωπο του γαμπρού όταν φιλά τα χείλη της νύφης.

    Αλλά το αγκάθι δεν είχε ακόμα φτάσει στην καρδιά της, κι έτσι η καρδιά του τριαντάφυλλου παρέμενε λευκή, καθώς μόνο το αίμα της καρδιάς ενός Αηδονιού μπορεί να κοκκινίσει την καρδιά ενός ρόδου.
    Και το Δένδρο φώναξε στην Αηδόνα να πιέσει περισσότερο πάνω στο αγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρή Αηδόνα», φώναξε το Δένδρο, «αλλιώς η Μέρα θα 'ρθει πριν να τελειώσει το τριαντάφυλλο.»
    Έτσι η Αηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στο αγκάθι, και το αγκάθι άγγιξε την καρδιά της, και μία άγρια σουβλιά πόνου τη διαπέρασε.
    Πικρός, πικρός ήταν ο πόνος, και όλο και πιο ξέφρενο γινόταν το τραγούδι της, καθώς τραγουδούσε για τον Έρωτα που τελειοποιείται με το Θάνατο, για τον Έρωτα που δεν πεθαίνει στο μνήμα.

    Και το θαυμάσιο ρόδο έγινε βαθυκόκκινο, σαν το ροδόχρωμα του ουρανού της ανατολής. Βαθυκόκκινη ήταν η γιρλάντα από πέταλα, και πορφυρή σα ρουμπίνι ήταν η καρδιά.

    Μα της Αηδόνας η φωνή γινόταν όλο και πιο αχνή, και τα μικρά φτερά της άρχισαν να τρέμουν, και μία λεπτή μεμβράνη σκέπασε τα μάτια της. Όλο και πιο αδύναμο γινόταν το τραγούδι της, και ένοιωσε κάτι να την πνίγει στο λαιμό.

    Τότε έβγαλε ένα τελευταίο ξέσπασμα μουσικής. Η λευκή Σελήνη το άκουσε, και ξέχασε την αυγή, και παρέμεινε στον ουρανό. Το κόκκινο ρόδο το άκουσε, και τρεμούλιασε σύγκορμο από έκσταση, και άνοιξε τα πέταλά του στον κρύο πρωινό αέρα.
    Οσκαρ Ουάιλντ (το Αηδόνι και το τριαντάφυλλο...αόσπασμα)

    ΑπάντησηΔιαγραφή