28 Φεβ 2012

αν..







Σε τούτη τη  γιορτή έπαιρνε πάντα μέρος 
ανελλιπώς παρών ,  επιμελώς προετοιμασμένος.
Έκοβε αποβραδίς προσχεδιασμένες χαρές σε μύρια κομφετί
και τα πετούσε την άλλη μέρα ψηλά
σε μια βροχή που τίποτε δε θα ξέπλενε
και τίποτε δε θα ΄λιωνε..
Φορούσε μια φέτα φεγγαριού  χαμόγελο
και φίλαγε στο στόμα  θεριά, μέρευε ουρλιαχτά,  έπλαθε σύννεφα, γήτευε κεραυνούς, 
- και πού και πού ξαναστερέωνε προσεκτικά το μισοφέγγαρο , 
μη γείρει 
μη και φανεί σα  θλίψη  
Ήταν κι εκείνα τα χάρτινα  ‘ αν ‘   που τον μάγευαν  
Που παιχνιδίζανε με τους άνεμους,  που ξεγελούσαν τα σύρματα,  πηδούσαν γκρεμούς,
ριγούσαν με τους ορίζοντες..
Κι έπειτα έφευγαν.
Φορές έσφιγγε στις παλάμες το σπάγκο  μέχρι που μάτωνε -τις κράταγε όμως επίμονα κλειστές-
Φορές τα χείλη,  
μέχρι που τα ΄ραβε  ..  να πνίξει  αγέννητες λαχτάρες 
- ποιος ξέρει τι γεύση θ άφηναν κι αυτές..
Τα 'αν΄  όμως  πάντα του έφευγαν.  Έσπαγαν  το σχοινί και πέταγαν. 
Για μέρη που δε θα μάθαινε. 
Για τραγούδια που δε θα τραγούδαγε
για ήλιους που δε θα τον χάιδευαν..

Αυτός έμενε.  
Μ΄ ένα κομμάτι σπάγκο χωμένο στην τσέπη
Κι έναν απόηχο των ανέμων που έσπρωχναν μακριά τα ίσως αν..
να σφυρίζει παγωνιά στην άδεια σάλα του 

Γιατί η γιορτή πάντα τέλειωνε.
Τώρα σειρά έπαιρνε το σύνηθες αλισβερίσι
οι κατηφόρες των συναλλαγών
Ποιος ξέρει ..
αν τηρούσε όλα τα πρέπει  , αν  κράταγε μακριά τους δαίμονες
ίσως έβρισκε δρόμο 
για το όρος των Ελαιών του
ή του ελέους του 


Μέχρις εκεί.
για αναστάσιμες ανηφόρες ούτε λόγος.