27 Δεκ 2016

Μην κλαις ..


Σώπασε, μην κλαις. Δεν είναι τώρα για δάκρυα καιρός.

Άσε μονάχα να σε χαρώ αγκαλιά μου προτού κινήσεις για να κερδίσεις κείνη την άλλη γη, τη σπλαχνική με τα παιδιά της, τη γη του δίκαιου, τη γη της αρμονίας, των γλυκασμένων χαραμάτων και των ησυχασμένων δειλινών.

Δύσβατος κι άγριος ο δρόμος, δε θα στο κρύψω. Γεμάτος καχυποψίας αγκάθια, συρματοπλέγματα άγνοιας, νερά της αδιαφορίας παγωμένα και τοίχους του μίσους ορθωμένους.
Μη φοβηθείς.

Να σκύβεις ν’ αφουγκράζεσαι το βουητό στο αίμα. Και την αλήθεια σου να τη μιλάς.
Πάρε μονάκριβέ μου, πάρε απ τον κόρφο μου τη ρίζα κι απ την ανάσα μου την απλωσιά, δέντρο να γίνεις καρπερό, να ξεδιψά στο πέρασμά σου η στέρφα σιωπή του κόσμου. Πάρε απαντοχή μου και στολίδι μου, πάρε τα μάτια μου τ΄αποψινά, πάντα την ομορφιά ν΄αναζητάς. Πίσω απ τη βία , πίσω απ το ανελέητα σκληρό της ζήσης, μέσα απ τον πόνο τον απύθμενο, διπλό κουράγιο να χεις, διπλά να δίνεσαι, διπλά να δίνεις το ψωμί, το λόγο, το χιτώνα σου και το χαμόγελο που κόβει την πίκρα στα δυο.
Αναλαμπές στη σκοτεινιά του φόβου είμαστε.
Μην αφεθείς.

Αν ήταν τρόπος γιέ μου να πάρω απ το δρόμο σου τις πέτρες που θα πληγιάζουν το βήμα σου, γιοφύρια να τις κάνω να διασχίσεις τον πόνο απόνετος.
Δεν είναι. Μόνοι παλεύουμε για το μαζί. Και μόνος θα το μάθεις κι αυτό.

Και μην πιστέψεις ποτέ σου λόγια για αγάπες και θυσίες που τρέφονται απ τις ενοχές. Δεν είν΄ θυσία η αγάπη. Μα προσφορά.Ελευθερία.
Μη γελαστείς. 

Τα φορτωμένα μ΄ενοχή δώρα φέρνουν αντίδωρο φαρμάκι.

Μα μη μου κλαις απόψε.

Κοίταξε πόσα αστέρια τρυπούν το μαύρο. Καθένα και μια γέννηση, σαν τη δική σου ακριβέ μου. Καθένα τους η ίδια υπόσχεση, το αύριο, το φως. Κι ας μοιάζει μελανό ακόμη το στερέωμα.
Η αλλαγή βαδίζει αργά. Μην κουραστείς.

Μην κλαις αστέρι της καρδιάς μου,
σπλάχνο μου και χαρά μου, που σε γεννάω κάθε νύχτα, σε ξεχασμένες φάντνες, σ΄ανήλιαγες σπηλιές, σε βάρκες ακυβέρνητες, στις άκριες ενός δρόμου,
κοιμήσου στην αγκάλη μου, να σε χαρώ, προτού ξεσπάσει πάλι ο μεγάλος χαλασμός.
Προτού να σβήσεις φως μου στα νερά, σε κάποια σύνορα, σ ένα σταυρό, σ΄ένα στρατόπεδο ή σ ένα δουλεμπορικό.

Κοιμήσου κι άσε για λίγο να ονειρεύομαι,
πως φάρμακο στου κόσμου το φαρμάκι είναι μονάχα η αγάπη.




14 Δεκ 2016



 Περπάτησα πολύ, άγγιξα, σιώπησα, αφουγκράστηκα.

Σ΄όλους τους τόπους η θλίψη των ανθρώπων είναι πάντα η ίδια και πάντα μόνη,
και σ΄όλους τους καιρούς ικέτες γονατίζουμε μπρος στη φωτιά που μας καίει για μια βροχή που θα ξεπλύνει πόνους, όρκους και υποσχέσεις ανεμοχαμένες
και για έναν ήλιο που θα στεγνώσει τη λάσπη για να στεριώσουμε μία καινούρια αρχή.

Αιώνες τώρα, στα πιο βαθιά σκοτάδια μας, ξεπλένουμε στα δάκρυα τα αταξίδευτά μας όνειρα, παρηγοριόμαστε στη χόβολη ενός βλέμματος, ενός χαμόγελου, προσμένουμε γέννες,
 φοβόμαστε μικρούς και μεγάλους χαμούς
 και πάντα, μα πάντα, σηκώνουμε τα μάτια αναζητώντας εκείνο, το ένα άστρο που θα μας οδηγήσει στην- κάπου- αχάραγη χαρά και στη δικαιωμένη μας λαχτάρα.

Κι ας μοιάζει να ξεχνάμε κάποτε πως μόνο στην απουσία βρίσκει φωλιά ο σπόρος της παρουσίας, πως η βαθιά μας εκπνοή είναι αυτή που φέρνει τη νέα ανάσα
κι η χαραυγή του κάθε κόσμου γεννιέται στο βασίλεμα ενός άλλου..

Περπάτησα κι εγώ πολύ, προσφέρθηκα, λαβώθηκα και πάλι ανέτειλα στου γέλιου την πηγή. Περπάτησα πολύ κι ακόμη συνεχίζω, να δίνομαι σ΄ελπίδες ηλιοστάλαχτες και σύννεφα αδάκρυτα και να ξαπλώνω σε αρχαίες ιστορίες και σε ομίχλες από αιώνες στεναγμών, πιστεύοντας στο ανέλπιστο, αναζητώντας χαμένα δισκοπότηρα, Γιουκάλια, μα και την όγδοη νότα του ουράνιου τόξου

Στα παραμύθια άλλωστε μα και στα όνειρα υφαίνει η ψυχή την ιστορία της..

1 Νοε 2016

Απόδραση..




Τρεις νύχτες τώρα γυρνάς στο μυαλό μου Χάρρυ. Δεμένος με κάθε λογής αλυσίδες, φυλακισμένος σε παράξενα κουτιά, ριγμένος ανάποδα στο κενό. Δεμένη κι εγώ καιρό σε σκέψεις, φυλακισμένη στην ανάγκη μου, ριγμένη σε δίνες απ το ψηλότερο σημείο της γέφυρας που έθρεφα για να τις αποφύγω.
Τι προσπαθώ να μάθω από σένα;

Απόδραση. Η λέξη που μ έφερε ξανά στη θάλασσα, η λέξη που σε κάλεσε στη σκέψη μου.
Και να΄μαι εδώ, μπροστά σε μια φωτιά στη μέση της αμμουδιάς, ρίχνοντας έναν έναν τους δράκους μου στις φλόγες, ρωτώντας σε ξανά και ξανά, με ποιον τρόπο και από τι δραπετεύει κανείς.
Τι έμαθες εσύ Χάρρυ από τις αναρίθμητες αποδράσεις σου;

Έφτιαχνες τα δεσμά σου όλο και πιο περίπλοκα όλο και πιο σφιχτά μόνο και μόνο για να τα νικήσεις. Αυτό κάνουμε όλοι μας Χάρρυ;
Εγκλωβισμένοι στα μικρά τέλματα της καθημερινότητας, κουρασμένοι από αδιέξοδους λαβύρινθους φόβων και ματαιώσεων, αναζητούμε διαφυγή σ΄ ένα αλλού, επινοούμε ελπίδες, ονειρευόμαστε φτερά, ότι ξεφεύγουμε απ το χώμα που μας ορίζει και μας περιορίζει μαζί, ότι γινόμαστε δράκοι που χορταίνουμε με ουρανό και ξεδιψάμε με φωτιά. Μέχρι να ανακαλύψουμε ότι το τίμημα της πτήσης είναι η πτώση. Της φλόγας πάλι, η στάχτη. Και πως η ανάγκη να απομακρυνθούμε, δείχνει μονάχα τη δύναμη που έχει πάνω μας αυτό που μας φυλακίζει. Και λίγο βοηθά να αλλάξουμε την ανάγκη μας για το μαζί σε ανάγκη για το χωρίς.
Τι είδους απόδραση μπορεί να μας ελευθερώνει;

Δες Χάρρυ! Δες πώς χορεύει στο απαλό αεράκι αυτή η νιφάδα στάχτης! Σαν κείνη τη μικρούλα πεταλούδα, που τόσο με γοητεύει με το τόσο δυσκολοπρόφερτο όνομά της. Sphinx Deilephila Elpenor  τη λένε, σφινξ, ένα απ τα ονόματα της αόρατης νεράιδας των πανάρχαιων μύθων εκείνη που βάζει γρίφους , εκείνη και που τους απαντά, Deilephila, φίλη του δειλινού, που φυλά τ απόβραδα,
Elpenor, αυτή που φέρει την ελπίδα ..
που την αφουγκράζεσαι να πετά φορές γύρω δίχως να νοιάζεται ποιος τη βλέπει, αν τη βλέπει κανείς μας , απλά για τη χαρά να κάνει αυτό που ξέρει , αυτό για το οποίο είναι πλασμένη..

Ίσως αυτό να είναι πέρα από κάθε απόδραση Χάρρυ.
Να υποδέχεσαι το χάραμα, να λύνεσαι απ τους κάβους που σ΄έδεναν σε αταξίδευτα αύριο, να χαράζεσαι σε πέτρες και αγκάθια ξέροντας πια πως τέλος δεν έχουν τα ταξίδια στα σύνορα του απρόσμενου.
Να εμπιστεύεσαι το νέο σκοτάδι. Και να σιωπάς.
Να μαλακώνουν πίσω σου τα χνάρια των περασμένων σου βημάτων
Και ν΄ αναβλύζει στα σπλάχνα σου χαρά.
Για την κατακτημένη γνώση . Πως δε φεύγεις απ ό,τι σε δένει, αν δεν βουτήξεις βαθιά μέσα του, να το γνωρίσεις, να καταλάβεις με ποιον τρόπο και για ποιον λόγο δέθηκες σ΄αυτό. Πως πέρα απ΄ τις ματαιώσεις, τις απώλειες, την οργή, τον πόνο
-ή μάλλον εξαιτίας τους- βρίσκεις για μία ακόμη φορά το δρόμο, σαν κάτι χειμωνιάτικα απομεσήμερα που από μια τόση δα υπόνοια λιακάδας, γεννάνε νέες άνοιξες.
Και πως αυτό που θέλεις, γεννιέται απ ό,τι πασχίζεις να ξεφύγεις.
Ίσως αυτό και μόνο να είναι παραπάνω από αρκετό.

Ρίχνω στις φλόγες τον τελευταίο μου δράκο και σε καληνυχτώ μ ένα χαμόγελο πια.
Άλλωστε το μόνο απ το οποίο παλεύει κανείς να δραπετεύσει, είναι το παρελθόν. Κι ας ξέρουμε καλά ότι δε γίνεται. Αυτά που ζήσαμε, ονειρευτήκαμε, πονέσαμε, αυτό που ήμασταν, κυλάει ρευστό στο τώρα μας, μπερδεύεται απαλά στα πόδια μας, στρέφει και οδηγεί τα βήματά μας.

Κι εσύ, που κατάφερες να δραπετεύεις απ΄όλα τα δεσμά που μόνος σου επινοούσες κι επέβαλλες στο ίδιο σου το σώμα,
προδόθηκες απρόσμενα από όσα δεν έμαθες γι αυτό.

Τι να το κάνεις..

Δε δραπετεύουμε απ τον εαυτό μας Χάρρυ..




                                       

30 Οκτ 2016

Οι Κυριακές μας ..


Μετέωρες οι Κυριακές μας ακροβατούν στην κόψη μια προσμονής και μιας μελαγχολίας. 
Τρυπώνουν πίσω απ τα μάτια ράθυμα, καθυστερούν να ζωντανέψουν, ταλαντεύονται στις συμπληγάδες ανάγκες της κούρασης και της ευκαιρίας. 
Μετέωρες, έρχονται φορτωμένες αρχαίες λιακάδες, σχέδια, 
γέλια απρόσβλητα ακόμη απ’ τη σκουριά του χρόνου, μια μυρουδιά ευτυχίας και ψημένης δάφνης, 
τη ζάλη από κρασί παλιό κι από φιλί αγαπημένου, 
μη μαρτυρώντας μας ποτέ αν φεύγοντας θα χουν ακόμη το πειραχτικό χαμόγελο μιας πιθανότητας ή αν θ΄αφήσουν πίσω τους μικρές ομίχλες κι υγρές ραγισματιές σε στεγανά, πέρασμα σε φόβους παλιούς που κρύβονται στου σούρουπου τη θλίψη.





Μετέωρες φορές οι ζωές μας
ακροβατούν ανάμεσα στη μνήμη και τη λησμονιά,
στο χρόνο που βιάζει και παρασέρνει σαν κύμα ανταριασμένο και στον χρόνο-Κρόνο -το μάτι μιας παγωμένης δίνης, που κάθε χθες μας διαρκεί αιώνια, αγνοώντας πως γύρω του άπειρα αύριο κατακρημνίζονται στα βάθια της ακινησίας.
Μετέωρες, ανοίγονται σε χειμώνες προτού τελειώσει το καλοκαίρι και εκβιάζουν πεταλούδες σε άγουρα κουκούλια, παίζουν αέναα το τραγικό τους μονόπρακτο σε αναχωρήσεις τραίνων και τρικάταρτων πόθων, λοιδωρούν μα και θρηνούν βουβά αυτά που χάθηκαν κι αυτά που δε θα γεννηθούν ποτέ.

Μετέωροι κι εμείς, δυσκολεμένοι να ξαγγιστρωθούμε από το χώμα, αδύναμοι να οραματιστούμε αιθέρες, λιγόπιστοι στο θαύμα το κρυμμένο ενός μπορώ, ούτε πατάμε, ούτε πετάμε,
κι όμως την ίδια ώρα , νοσταλγοί μιας μέθης από αρχαίες λαχτάρες, στέλνουμε αμίλητοι τις προσευχές μας σε μακρινούς ουρανούς, αρνούμενοι τη σιωπή τους και αποκαμωμένοι κυλάμε στα Όνειρα, εκεί που υφαίνονται οι άλλες μας αλήθειες, εκεί που καμία λέξη δε γίνεται μοίρα, καμιά ελπίδα στάχτη, καμία απουσία φυλακή.

Ίσως γιατί βαθιά στα σπλάχνα μας, κάτι,
παλεύει για μια χαμένη πίστη..





Τony Tycker - Wait for the night to turn blue 

27 Οκτ 2016

για πόσο λίγο..



Μοναχικά πλεούμενα ήμαστε.
Δέντρα κομμένα, πισσαρισμένα μ΄Όνειρο,
δεμένα ελπίδα
-κι ας ήταν ματαιώσεις τα καρφιά.
Μοναχικά πλεούμενα,
ισορροπώντας σε μια κόψη.

Με την ψυχή στον ουρανό
-κι ας ξέραμε πως είναι απλά κενό.
Με το κορμί στα κύματα ριγμένο
-κι ας ξέραμε των ναυαγίων τη μοίρα.
Σ΄έναν ορίζοντα ταμένοι
- τι κι αν στα μάτια μόνο ζει.
Μοναχικά πλεούμενα ήμαστε.

Κι όμως για λίγο – μα πόσο λίγο-
λιμάνι μας η ευτυχία.


Καλή μας νύχτα


Joan Miro

21 Οκτ 2016

Steel Blue..



  
Στην άκρη του ξέφωτου το γέρικο δέντρο στέκει μαύρο, κλαδιά γυμνά, χέρια στεγνά, απλωμένα σ έναν ουρανό που μοιάζει να φλέγεται και να χύνεται, αίμα πηχτό, αδειάζοντας τη ζωή στο σκούρο της χάσης.






Ένα σκιάχτρο μοναχικό κουφάρι σε μια πύρινη αποχώρηση  θυμίζει παλιές φωτιές κι ένα σμάρι πουλιά απομακρύνεται βιαστικό, σαν κυνηγημένοι που τρέχουν να γλιτώσουν απ το φόβο, αφήνοντας πίσω όσους δρόμο άλλο δεν έχουν, παρά ν αντιμετωπίσουν ό,τι τους περιμένει.
Κι ένα απότομο σκίρτημα του αγέρα σέρνει στο τίποτε πεσμένα φύλλα.

Τα δάχτυλα της γυναίκας ακουμπούν προστατευτικά θαρρείς τον καμένο κορμό, σαν για να γλυκάνουν τον πόνο που με το άλλο της χέρι προκαλεί . Εκεί όπου μεθοδικά κι αποφασιστικά, με το μικρό μαχαίρι στην παλάμη της, χαράζει καινούριες πληγές.
Σ ένα κορμί που άλλαξε απότομα, βίαια
κι απρόσμενα
Κλάψε
Και δως μου ένα σου δάκρυ . Ένα. Θ΄αρκεί



Ένα ξαφνικό θρόισμα τραβά έκπληκτο το βλέμμα της. Δυο φτερά δίχως χρώμα, δίχως λάμψη, δίχως τίποτε να θυμίζει τη χαρά των πεταγμάτων στις μακρινές άνοιξες.
Φτερά σταχτιά, σαν που ξεπήδησαν απ τα βάθια μιας παλιάς φωτιάς, που το πέρασμά της είχε ποτίσει τους χρόνους γκρίζο. Μια πεταλούδα, αιώνες χαμένη απ τον κόσμο της
Άνιμα..
Που φτερουγίζει στα περάσματα, εκεί που το φως κυλά και σβήνει σε κρύα σκοτάδια, εκεί που το πέπλο ανάμεσα στους κόσμους της αρχής και του τέλους είναι τόσο λεπτό που φορές αγγίζονται μεταξύ τους.
Και για μια φευγαλέα στιγμή, τα μάτια της γυναίκας κλείνουν.
Γιατί αν μπορέσει κάτι ή κάποιος να δει μέσα τους, θα δει φωτιά.
Κι αν έχει και τρόπο για να μπει, θα βρει ένα μεσοχείμωνο να κουλουριάζεται στο στήθος της
Για μια μόνο φευγαλέα στιγμή, που περνά και σβήνει σα να μην υπήρξε.
Μα συνεχίζει. Να χαράζει, όλο και πιο βαθιά
Κλάψε . Κλάψε για κάθε δαχτυλίδι που κέρδισες να σ αγκαλιάζει και για κάθε πληγή που σου ανοίχτηκε
για κάθε μάχη που έδωσες και χάθηκε
και για όλες που είναι να δοθούν
Κλάψε
Μα ζήσε.

Κι η κοφτερή λεπίδα σκάβει όλο και πιο βαθιά, ξύνοντας και πετώντας μακριά σκλήθρες και στρώσεις καρβουνιασμένων πόνων, ώσπου τα δάχτυλά της ματώνουν και στα μάτια της γεννιέται βροχή την ίδια ώρα που χίλια σύννεφα μακριά, ένας κεραυνός αναδεύεται, σαν που αναρωτιέται αν ο καιρός ζύγωσε, μα μετανοιώνει, και σβήνει σ ένα περίμενε, στη σκοτεινιά ενός κάποτε
Ούτε ο δικός σου καιρός είναι ακόμα φαίνεται
Κι εσύ μισός
σαν τ όνομά σου .. μισός καρδιά , μισός λογική
μα όχι ολόκληρος
τούτη τη μέρα των ισορροπιών που δεν κερδήθηκαν


Και στο ξέφωτο του καμένου δέντρου η γυναίκα κλαίει.



'Ωρα αργότερα, που ένα παλιό πικάπ θα παίζει ένα ξεχασμένο τραγούδι, που τα τελευταία φύλλα θα ψιθυρίζουν στον άνεμο μια καληνύχτα κι οι μπλεγμένες φωνές τους θα χουν κάτι το καθησυχαστικό μουρμουρίζοντας γι αγάπες και καιρούς και για έναν τελευταίο χορό,
η γυναίκα θα θυμηθεί τη στιγμή που η φλίδα που τη μάτωσε έκανε λες ν αναβλύσει εκείνο το δάκρυ απ το δέντρο που της το πρόσφερε θαρρείς, σαν που αναγνώρισε την ικεσία στο απλωμένο της χέρι.
Και θα χαμογελάσει.
Για τις ρίζες που ξέρουν να φυλάν την άνοιξη, για τα δάκρυα που χουν τη γεύση της αυγής, για κείνο το ανεπαίσθητο κρακ που ακούς απρόσμενα στα σωθικά σου, σημάδι πως έσπασε η αλυσίδα.

Γιατί κι η καρδιά, ένας φοίνικας είναι , που απ τις στάχτες του γεννιέται, κι ας είναι κάθε γέννα οδύνη φορτωμένη απ΄τις μνήμες των παρελθόντων.
Μα δρόμο άλλον δεν έχει. Παρά μπροστά . Σαν κείνα τα ψάρια που κόντρα σε ρέματα που δεν ξέρουν γιατί τα πολεμούν, και πέφτοντας σε βράχους που ίσως και να τα σκοτώσουν, ακολουθούν το δρόμο που δε θυμούνται για ποιο λόγο τον θυμούνται .
Μα ξέρουν ότι πρέπει .


















10 Οκτ 2016

Σαν



 Με λένε.. Δεν έχει σημασία πώς με λένε. Πάντα με φώναζαν Σαν. Μια τρυφερή υποτίθεται προσφώνηση -ο ήλιος μας, μόνο που εγώ δεν καταλάβαινα. Σαν να μη μ΄έβλεπαν, σαν που όφειλα να είμαι κάτι άλλο απ ό,τι ήμουν. Κι έτσι, δεν έμαθα ποτέ τι ήμουν.

Έμαθα όμως να απαντάω. Σαν να ήμουν εγώ. Χαμογελαστός, πρόθυμος, αυτάρκης, σίγουρος, επιτυχημένος. Ο άρχοντας της συμβατικότητας. Σαν τέλειος. Και χωρίς σημασία οι κάθιδρες νύχτες το πνίξιμο οι εφιάλτες ενός άγνωστου βάλτου που με ρουφάει αργά χωρίς να τολμάω να κινηθώ. Ευτυχώς πάντα ξυπνάω.
Ακόμα. 


Σήμερα έριξα γροθιά στον καθρέφτη. Την ώρα που ξυριζόμουν. Μη με ρωτήσετε γιατί. Δεν είμαι καλός στον ειρμό. Φαντάζομαι για τον ίδιο λόγο που οι περισσότεροι κάνουμε στα μισά του δρόμου σπασμωδικές στροφές δεξιά κι αριστερά, για τον ίδιο λόγο που αλλάζουμε πεζοδρόμιο και πέφτουμε στο χαντάκι. Ποιος ξέρει τι νομίζουμε ότι αποφεύγουμε.. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως χθες είχα κολλήσει μ΄αυτό το σαν. Το πιπίλαγα ώρες, το ψιθύριζα, το φώναζα. Σαν.
Με μιαν ακαθόριστη αίσθηση απώλειας αν και δεν ήξερα τι ήταν αυτό που είχα χάσει.

Το ξέρατε πως αυτονομούνται τα γράμματα φορές; Σας το υπογράφω εγώ, το κάνουν. Κι ας μην κατάλαβα πότε ακριβώς άρχισα να σκέφτομαι πώς ξεκολλάει εκείνο το σι, γίνεται συ, εσύ, σφυρίζει σκοπό, σχέδια, γίνεται πόθος και πάθος, στόχος ερώμενος και προσδοκία. Κι υπόσχεση.
Έτσι δε λένε πως γίνεται; Και πως στην αγκαλιά του Συ γεννιέται ένα ολοστρόγγυλο εμείς. Και κάθε υπόθεση γίνεται κατάφαση. Σαν πρώτη φορά, σαν όλα να , σαν για παντοτινά, σαν άνοιξης υποσχετική , σαν τίποτε ανάμεσα , σαν ένα αιώνιο συν, σαν κανένα αύριο να μη μας τρομάζει.
Κουραφέξαλα. 


Τα σι –και τα συ- που ξέρω εγώ, κρύβονται στην απαίτηση, την απογοήτευση, την άρνηση, γίνονται θυμός, διαπραγμάτευση, γεννούν απόσταση, τόση, όπως απουσία. Και πόνος. Και ντροπιασμένα, φωλιάζουν στη θλίψη, κρυμμένα πίσω από ένα περίτρανο πώς..
Σαν ελπίδες φρούδες που σβήνουν σαν όνειρο που χάνεται στο φύσημα μιας πραγματικότητας που κανείς δεν πήρε στα σοβαρά το βηματισμό της.

Και δίχως το σι, το σαν μένει σκέτο αν. Και παλινδρομεί, σαν ταινία που παίζει αποσπασματικά καρέ καρέ, ξανά και ξανά. Αναζητώντας την αποκάλυψη, αυτό που δίνει στα κομμάτια μια συνοχή ένα σχήμα. Τη συγκεκριμένη στιγμή που περάσαμε τη στροφή. Και χάσαμε την επιστροφή. Αν τούτο, αν το άλλο, αν αργότερα.. Τι να το κάνεις, σε όλα τα ‘αν’ μοιάζει η ζωή να μας προλαβαίνει, περνάει από πάνω μας σαν κύμα κι όλα σβήνουν. Κι ας κάθεσαι εσύ με τη μισή σου και βάλε ζωή πίσω, ν΄αναζητάς ακόμη αυτό το κάτι, και πάντα μόνος. Στο δρόμο βέβαια μαθαίνεις πως δεν εξαφανίζεις τη μοναξιά κρεμασμένος σε κανένα συ. Και σε κανένα σαν. Και ή το παίρνεις απόφαση, ή απλά κοροϊδεύεσαι.
Κανένας καθρέφτης άλλωστε δε συγκρατεί τα είδωλα.

Α, ναι, θυμάμαι. Χθες βράδυ. Χαζεύοντας αφηρημένα το ημερολόγιο είδα πως ήταν η παγκόσμια μέρα του ΄ραγισμένου αυγού΄. Αηδίες, σκέφτηκα πηγαίνοντας για ύπνο.
Κι ας ονειρεύτηκα ρήγματα, φωλιές από σπασμένο γυαλί και μήτρες εκτεθειμένες, ανίκανες πια για νέες γέννες.

Δεν έχει σημασία φαντάζομαι.
Βέβαια, θα πρέπει να πάρω έναν καινούριο καθρέφτη, 

ίσως και κάτι για τον ύπνο.




23 Σεπ 2016

Φοβάμαι..


Édouard Manet

Φοβάμαι.
Χθες στάθηκα ξανά στην άκρη του δρόμου χωρίς να θυμάμαι γιατί. Πού πήγαινα; Με περίμενε κάποιος; Κι αν ναι, πού; Για δευτερόλεπτα, ένα απέραντο κενό. Μετά η έκπληξη. Η διαπίστωση πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Κι η πόρτα άνοιξε στο φόβο.

Μερικά τεστ- πιεσμένη αυτόν τον καιρό – κάποιο σοκ – θυμάστε – μετρήστε- παρατηρείστε για δύο λεπτά- λόγια , ερωτήσεις, πολύ νέα για ν΄ανησυχούμε, φωνές που μπερδεύονται η μία στην άλλη - μάλιστα, κανένα ιδιαίτερο σοκ- ναι, διαβάζω, όχι δε θυμάμαι πια εύκολα αριθμούς τηλεφώνου - βουίζουν γύρω μου κι εγώ απαντάω, χαμογελάω, μετράω σωστά, τα μάτια μου όμως δεν ξεκολλάνε απ το ηλικιωμένο ζευγάρι – αυτή σ΄ένα φορείο – μοιάζει να κοιμάται κι αυτός να τραβά απαλά τα λιγοστά μαλλιά απ το ήρεμο πρόσωπο και με δάχτυλα στρεβλωμένα απ΄την αρθρίτιδα να επιμένει σ΄ένα επαναλαμβανόμενο χάδι. Από το ένα βλέφαρο στο άλλο και από κει μέχρι τον κρόταφο, και πάλι πίσω. Την ίδια διαδρομή. Σαν για να της θυμίσει. Τα βήματα της ζωής τους. Να της τα μάθει ξανά.
Ήθελα να γεράσουμε μαζί.
Θα το ξεχάσω κι αυτό;

Διαβάζω πολύ αυτόν τον καιρό. Πως τα συμπτώματά μας είναι ένα ημερολόγιο αποφυγής, σήματα προειδοποιητικά απέναντι στον κίνδυνο. Χάρτης μιας νέας τοπογραφίας , δρόμων που οδηγούν εκεί που νιώθουμε ασφαλείς. Μόνοι μας άραγε το κάνουμε αυτό στους εαυτούς μας ; Είναι ένας τρόπος απόδρασης απ ό,τι μας πληγώνει; Δεν ξέρω.
Ξέρω πως στο διάβα μας, στεκόμαστε μάρτυρες πολλών χαμών σε κάθε τους μορφή, ανθρώπων γνωστών, ανθρώπων άγνωστων που όμως έστω και η στιγμιαία συνάντηση μας σε κάτι μας αλλάζει. Και απώλεια την απώλεια, θλίψη τη θλίψη, σφυρηλατούμε μια πανοπλία να μας φυλάει απ΄την απογοήτευση. Ή απ΄την απόγνωση. Φορές παρακαλάμε να ξεχάσουμε, να σβήσουμε τα χνάρια που μας οδήγησαν στην οδύνη, παραβλέποντας πως ό,τι ζούμε, γεννάει μέσα μας διάρκεια, μας δίνει συνοχή, γνώση για τις μετέπειτα επιλογές μας.
Ζητάμε για δώρο μια κατάρα..

Φυσάει απόψε. Κι όμως κανένας αγέρας δεν εμποδίζει τη νύχτα να τυλίγεται στο μυαλό μου, αράχνη που αθόρυβα θα το στραγγίσει απ ό,τι με κάνει να είμαι εγώ. Θα αφήσει μονάχα ένα κορμί, κορμό ξερό, καμμένο, χωρίς ρίζες, χωρίς άλλη άνοιξη, με δακτύλιους θαμπούς που κανείς δε θα διαβάσει τι έγραψαν.
Σαν δρόμος, που βυθίζεται ευθεία στη σκοτεινιά.

Με ρωτούν πώς ήταν η μνήμη μου παλιότερα. Επιλεκτική, απαντώ και χαμογελάμε. Δεν πείραζε που δε θυμόμουν. Ήξερα πως κάθε στιγμή είναι βαθιά χαραγμένη μέσα μου. Σε ύπνο πολλές απ τις αναμνήσεις μου, μα ύπνο ελαφρύ. Προσωρινά μόνον εξόριστες. Αρκούσε μια μυρουδιά, η χροιά κάποιας φωνής, μια λέξη και τα αμπάρια άνοιγαν, γέλια, πόθοι χαμένοι στους καιρούς, ντροπές, δάκρυα και ώρες τρυφερές ξυπνούσαν, τεντώνονταν νωχελικά και στροβιλίζονταν για λίγο σ΄έναν χορό μέχρι να ξαναβολευτούν στην τόσο αναγκαία για τη συνέχεια, λησμονιά.

Πώς γίνεται μια τόσο σκληρή λέξη να ηχεί τόσο απαλά; Λησμονιά.. Η μεγαλύτερη απόδραση από το παρελθόν μας.. Μα η πόλις μας ακολουθεί, θυμίζει ο ποιητής. Αλλάζουμε τόπο, αλλάζουμε τρόπο μα δεν αλλάζουμε ιστορία.
Μόνο που θέλει να τη θυμόμαστε αυτή την ιστορία. Γιατί δίχως το χθες μας, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε σήμερα, δεν έχουμε αύριο.

Και πώς γίνεται να ξεχάσω όλα τα αύριο που ονειρεύτηκα;
Τον ήλιο στη σκάλα της Σαγράδας που θα ανεβαίναμε μαζί, τα δέκα μερόνυχτα στην άλλη άκρη του κόσμου μας με τον υπερσιβηρικό, ένα διήμερο στην Αμοργό σου, τη νύχτα που θα ξαναδούμε το brief encounter άηχα, ένα ποτήρι κρασί στα δυο..
Πώς θα ξεχάσω την τρομπέτα του Miles Davis που ξύπναγε κάθε πρωί με τη μουσική μες στο μυαλό του, μέχρι τη μέρα που εκείνη έσβησε κι εκείνος δεν ήξερε πια πώς να ζήσει, τη γεύση των χειλιών σου στο τσιγάρο μου, τον Al Bano στο io di notte.. να σου γράφω, να σε θέλω.

Οι στατιστικές λένε πώς γίνεται. Κι ύστερα θα ξεχάσω και πως κάποτε τα θυμόμουν όλα αυτά. Το πρόσωπό σου. Το πρώτο ποίημα που μου χάρισες. Τα βράδια που περνούσαμε γελώντας και κάνοντας σχέδια να ξεγελάσουμε τη φθορά, το καστανόμελο, τη βροχή. Το όνομά σου. Σε πόσον καιρό όλοι οι καιροί θα χαθούν; Πόσο χρόνο έχω ακόμη; Αυτόν τον πραγματικό μας χρόνο, που μετριέται μονάχα στη μνήμη. Χωρίς αυτή δεν είμαστε τίποτε. Θραύσματα ύπαρξης. Χωρίς συνοχή.
Απλά χωρίς.
Παράξενο ακούγεται. Να ξεχάσω την ίδια μου τη ζωή. Σαν θάνατος.
Χωρίς το σαν.

Το ξέρω πως σε κάθε ξημέρωμα λιγοστεύουν οι μάρτυρες της ζωής μας.
Και φοβάμαι. Φοβάμαι πως κάποια μέρα θα σε συναντήσω , θα με κοιτάξεις στα μάτια μα δε θα δεις τίποτε. Οι άλλοτε γαλαζοπράσινες λίμνες που λαμπύριζαν στον ήλιο της αγάπης σου και ουρανό μου σε καθρέφτιζαν θα έχουν απομείνει δυο σκέτα κομμάτια γυαλί. Κι αυτό θαμπό.
Μην κλάψεις. Κράτα για λίγο ακόμη εσύ τη μνήμη.
Αλλά μην κλάψεις.

Μου λένε να μην ανησυχώ. Τους λέω φοβάμαι. Κι ύστερα με πιάνει γέλιο.
Τι να φοβάμαι..
Θα το ξεχάσω άλλωστε και αυτό..

-------



Σεπτέμβρης 2016, παγκόσμιος μήνας Alzheimer



Αφιερωμένο

Καλή μας νύχτα

17 Σεπ 2016

Αυτή η νύχτα μένει ..



 ‘’Γιατί σωπαίνει η σελήνη, ακόμα και χωρίς εκείνο το ι της σιωπής, το είπε κάποιος που ήξερε, κι εκείνο το ι που λείπει, είναι μια μεγάλη και μελαγχολική νότα, σχεδόν ένας θρήνος που φέρνει ανατριχίλα’’ 
Αντόνιο Ταμπούκι





‘’Δεν τα κοιτάζω πια’’ λέει απαλά, στον εαυτό του περισσότερο παρά στη γυναίκα που μοιάζει να χαμογελά αχνά στο στερέωμα που λαμπυρίζει καθάριο ετούτη την ώρα.
‘’έχουν πεθάνει όλα τους αιώνες τώρα, φαντάσματα είναι μοναχά, μνήμες που αχνοφέγγουν σ΄έναν ωκεανό ματαιώσεων, ως να τις καταπιεί οριστικά το σκοτάδι..’’

Εκείνη σιωπά. Βαθιά και σιγανή η φωνή του, σκοντάφτει πάνω στο κύλισμα των καρφιών μιας ξεθωριασμένης λατέρνας και τη φτάνει σαν από το απέναντι ενός ρήγματος, μίας χαράδρας από πληγές παλιές που κάθε τόσο φωνάζουν την ύπαρξή τους, σουβλιές αρχαίου τραύματος που όμως ποτέ δε σε ξεχνά.
Αφήνεται μόνο σ ένα ψηλά, σε κάποιο ακαθόριστο μακριά, προτού επιστρέψει στις ερωτήσεις που κολυμπούν στα μάτια του, ψάρια σε μαύρο ενυδρείο, πορτοκαλιά και γκρίζα, γοργά κι ακίνητα μαζί, σ΄έναν κουρασμένο ιβίσκο, στην τραχιά μελαγχολία των χεριών του, σ΄ένα ψαροκάικο που λικνίζεται μονάχο στα σκοτεινά νερά.

Αυτό είμαστε, σκέφτεται. Μικρά πλεούμενα σε θάλασσες αχαρτογράφητες. Κάποτε πλησιάζονται, ίσως και να βοηθιούνται όταν είναι μπορετό. Καθένα όμως πασχίζει να δαμάσει τις φουρτούνες του μονάχο. Να βρει την πορεία του, να χαράξει τη ρότα του, να καταπιεί τα κύματα προτού το καταπιούν αυτά. Και τις νύχτες, έστω κι από μακριά, να βλέπει στις αναλαμπές των άλλων σπίθες από ένα φως, από μιαν ελπίδα και να παρηγοριέται στη γνώση πως έχουν κάτι κοινό όλες αυτές οι μοναχικές προσπάθειες..

‘’Μη χάνεσαι’’ λέει απότομα και γυρνάει προς την κουρασμένη λατέρνα σαν που της απαιτεί να δυναμώσει, να πνίξει αυτό που ήθελε μα και δεν ήθελε να πει. Απλώνει το χέρι μόνο, μα το τραβά ξανά πίσω με μια υποψία θυμού για τη γυναίκα που δίχως να μιλήσει μοιάζει να τον ξεγύμνωσε από την ισορροπία που φορούσε σα μάσκα και τώρα δεν ξέρει πώς να τη ζητήσει πίσω.

‘’Μη χάνεσαι κι εσύ..’’ ψιθυρίζει ξανά, σ΄ένα παράπονο σαν που πισωγυρνάει όλο και πιο βαθιά στο στόμα του κι από κει στο στέρνο του, μέχρι τα σωθικά του, αναδεύεται για λίγο αναποφάσιστο για να ξεπηδήσει πίδακας , δυναμωμένος ποιος ξέρει από ποια ανάγκη .. ‘’Κάποτε όλα αυτά θα τελειώσουν. Είναι ανάγκη να τελειώσουν. Να θάψουμε αυτόν τον κόσμο που χωρίζει τους έρωτες προτού καρπίσουν, που γερνάει πρόωρα τα παιδιά του, που θρυμματίζει τα όνειρα, που στεγνώνει την ελπίδα. Δεν είμαστε τίποτε. Όλοι, αργά ή γρήγορα φεύγουμε χωρίς το ελάχιστο ίχνος. Ζωές και ζωές που αγωνίζονται κι όμως ξεριζώνονται σε μια στιγμή απ τους ανέμους της δυστυχίας, υποσχέσεις μιας ευτυχίας που σωριάζονται και γίνονται συντρίμια.
Και τι μένει; Τίποτε δε μένει .. ‘’

Μένει.. μένει.. του επιστρέφει την ηχώ ένα νυσταγμένο νυχτολούλουδο και γέρνει απαλά στη νύχτα που βαραίνει σιγά σιγά τυλίγοντας ήχους, δρόμους κι ανάγκες σ΄ένα υγρά θωπευτικό αγκάλιασμα.

‘’Δε μπορείς πια να επιστέψεις σπίτι..’’ .
Αν κάπου το διάβασε αυτό, αν είναι στίχος κάποιου ξεχασμένου τραγουδιού, η γυναίκα δεν ξέρει, ούτε και νοιάζεται να θυμηθεί. Αν μπορούσε μόνο να απομακρύνει το πέπλο που σκιάζει τον άντρα που ο ερχομός του άλλαξε χρώμα στις ανάσες της.. Αν μπορούσε να του πει πως ναι, θα μείνει, πως τα αστέρια όπως και τα όνειρα- δεν είναι εκεί για να τα κατεβάζουμε, αλλά για να μας δείχνουνε το δρόμο, πως ο πόνος μας λυγίζει φορές μα εμείς μαθαίνουμε να γινόμαστε καλαμιές για να μη σπάσουμε, να του πει πως ο κόσμος έχει αλλάξει εκατομμύρια φορές και άλλες τόσες θα ξαναλλάξει, πως γεννιέται σε κάθε μας ονείρεμα, πως παίρνει σχήμα με κάθε μας άγγιγμα, πως κάθε μας χαμόγελο καρφώνει ένα καινούριο άστρο στα σκοτάδια.
Πως είμαστε παραπάνω απ το τίποτε. Είμαστε τα όνειρα που χτίζουν νέα αύριο, είμαστε τα μονοπάτια που ανοίγουμε, είμαστε αυτό που αφήνουμε πίσω μας, μικροί κυματισμοί που φορές στρέφουμε τη ροή των ποταμιών, επίμονοι σολομοί είμαστε, στο δρόμο για τη γέννα της νέας μας Εδέμ.
Πως κάθε αληθινή συνάντηση, είναι πολύ παραπάνω από παράλληλες μοναξιές..

Δε λέει τίποτε όμως.
Γιατί την ίδια στιγμή ξέρει πως καθένας διασχίζει την απώλεια με το δικό του τρόπο. Πως όπως σε κάθε πραγματική επαφή, έτσι και στις απουσίες, ό,τι χάνεται είναι πολύ περισσότερο από το απλό άθροισμα όσων υπήρχαν πριν. Πως δεν υπάρχει πόνος που να ξεπονά έναν άλλον. Πως έχουν –αν έχουν, πολύν δρόμο ακόμη μπροστά τους για ένα μαζί.

Δε χάνομαι. Σου δίνω τη νύχτα μου απόψε και αύριο χανόμαστε μαζί.

Δε λέει όμως ούτε αυτό.
Κουράζουν τα λόγια. Αν πάγωνε μονάχα ο χρόνος.. Να έμεναν για πάντα εκεί. Χωρίς ξημέρωμα, τυλιγμένοι στον γαλήνιο παφλασμό των κυμάτων , μετέωροι ανάμεσα σ ένα αν κι ένα να, ανάμεσα στην υπόσχεση και την απογοήτευση, ανάμεσα στην πιθανότητα και τη σιωπή, ανάμεσα στο κόσμο όπως είναι και σ’ εκείνον όπως θα μπορούσε να είναι.
Δε λέει όμως. Ούτε αυτό.

Αργότερα, καθώς θα βυθίζεται με μανία στη νύχτα της σκάβοντας τα πετρώματα της σιωπής της για μια πηγή να τον ξεδιψάσει, θα ζητά με απόγνωση σχεδόν τα μάτια της. Σωσίβιο ο πόθος σε ναυαγούς που μοιράζονται την ίδια οδύνη, που ψάχνουν ο ένας στο βλέμμα του άλλου μιαν ανακούφιση και την ελπίδα κάποιας σωτηρίας, που με κοφτές ανάσες και παρατεταμένα βογγητά εκπέμπουν ένα ιδιότυπο S.O.S. - save our souls , σωσίβιο τρύπιο όμως γιατί ξέρουν κι οι δυο καλά πως την ψυχή του καθένας μόνος του τη σώζει, πως αν θέλουμε νέους προορισμούς πρέπει υποχρεωτικά να εγκαταλείψουμε κάτι πίσω μας, πως τα μόνα φράγματα που σπάνε ανώδυνα, είναι τα στεγνά. Που δε συγκρατούν τίποτε.
Όλα τα άλλα ματώνουν.

Κι ακόμη πιο αργά, ελάχιστα προτού οι πρώτες αχτίδες ορμήσουν να λοιδωρήσουν τη στοργή της νύχτας, θα ονειρευτούν κι οι δυο τους μία φλεγόμενη θάλασσα, και τους εαυτούς τους σπασμένες μελωδίες να τη διαπλέουν. Καθένας όμως με έναν δικό του, διαφορετικό τρόπο. 


Και μ΄έναν διαφορετικό προορισμό..



Καλή μας νύχτα
με Δήμητρα Παπίου και Αυτή η νύχτα μένει 





15 Σεπ 2016

Όπως θυμός.


Κάθε στιγμή ένα ατύχημα, μία αρρώστια, μια απροσεξία, ένας σεισμός, ένα όπλο, μια λάθος δόση , μια φωτιά, σβήνει και κάποιον απ το χάρτη μας.
Κάθε στιγμή αποχαιρετάμε φίλους, εραστές, όνειρα, ανοίγουμε τάφους, θάβουμε ελπίδες, δυνατότητες, ευκαιρίες. Ζωές.
Δικές μας ζωές .

Κάθε στιγμή ο κόσμος μας αλλάζει από γεγονότα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και μισή ανάσα κοντά, δέντρα αιώνων λυγίζουν, θύελλες σαρώνουν τα σταθερά και τα ανίκητά μας – απ τον Οζυμανδία τίποτε πια δεν απομένει παρά δυο πέτρες, αυριανή σκόνη κι αυτές, κάθε στιγμή οι ήλιοι καίγονται, τα΄αστέρια σβήνουν, η γη ανοίγει, καταπίνει και μετά ξερνάει τα περιττά.

Κι εμείς αυτόν τον κόσμο τον μαθαίνουμε μέσα από οθόνες, βλέμματα που δε βλέπουν, μάτια καρφωμένα σε εικόνες πλασματικής χαράς, εικόνες αδιάφορες, εικόνες μιας αρχαίας τρυφερότητας – εκθέματα μουσειακά μιας ιστορίας που κάπως θολά έχουμε κάποτε ακούσει, εικόνες σκληρές, θλιβερές, μονότονες, εικόνες που εναλλάσσονται σαν αστραπές που φωτίζουν ένα κινούμενο συνοθύλευμα που παχίζει να δείξει, να νιώσει ζωντανό, έναν κόσμο χωρίς χθες, εκπατρισμένο, απορημένο, αποχαυνωμένο από τα χάπια για την ανεξήγητη και εξηγημένη θλίψη, χάπια για τον αδιάφορο πόνο των άλλων, για τον δικό μας που τον τρέμουμε, για το βάρος στα στομάχια μας που δε μπορεί να χωνέψει αυτό που είμαστε, έναν κόσμο που τρέχει διαρκώς μήπως και ξεχάσει την ανυπαρξία προορισμού, έναν κόσμο αλυσοδεμένο σε ανύπαρκτες ράγες, καθηλωμένο από τον έναν αφανισμό στον άλλον.
Ζωές ασάλευτες. Ζωές σαλεμένες.

Και ατελείωτα μιλάμε, αγορεύουμε κι αγριεύουμε εκεί που μπορούμε να παριστάνουμε πως έχουμε μπόι, διεκδικούμε δικαιώματα, δημοκρατίες άγνωστες, ελευθερίες που κι αν τις αποκτήσουμε ποτέ δε θα ξέρουμε τι να τις κάνουμε, εξαντλούμε την δύναμη της φωνής μας και της φωτιάς μας στην επίφαση κάποιας οργής σαν ρόλος που δοκιμάζουμε αν και πόσο μας πάει.

Πρίγκιπες Πρόσπεροι ταμπουρωμένοι στα ωραία μας κάστρα, φυλάμε ιδεολογίες δανεικές , σακούλες πλαστικές ενάντια στην παγωνιά του φόβου, με μάσκες επιχρυσωμένες μήπως και ξεγελάσουμε τον τρόμο στη θέα του άλλου, του αλλιώτικου, του καθρέφτη μας που αν ξεσκεπαστεί δε θ αποκαλύψει τίποτε, οι κούφιοι άνθρωποι δεν έχουν ούτε είδωλο ούτε σκιά, ποτίζουμε τη σκοτεινιά, το μίσος, την άγνοια, μαραίνουμε τα παιδιά μας, παγώνουμε τα χέρια που μας απλώνονται, γερνάμε μέσα σε μάσκες αιώνιας νιότης, αρυτίδωτοι από χαμόγελα κι ανέγγιχτοι από χάδι, επινοούμε θεούς για να μας σώσουν και δαίμονες για άλλοθι, κλείνουμε πόρτες, υψώνουμε τείχη ανοίγουμε τάφρους για να κρατήσουμε απ έξω αυτό που ήδη τρέφουμε με το δηλητηριασμένο από το φόβο γάλα κάθε μας σκέψης, κάθε μας πράξης, κάθε μας απραξίας.

Κι αν αρεσκόμαστε στα παραμύθια για φοίνικες και σταχτοαναγεννήσεις, είναι μονάχα για να ξεχνάμε πως εμείς έχουμε κάτι που το μυθοπούλι δεν είχε ποτέ. Τη γνώση.
Και την ευθύνη.
Για τη νεκρώσιμη πυρά που μόνοι μας ανάβουμε.
Και μόνοι μας πηδάμε μέσα.

Καλή μας νύχτα. 



Κόκκινη. Όπως θυμός.
Και μαύρη. Όπως σκοτάδι.




[πίνακας Jackson Pollock ]





6 Σεπ 2016

Απόβραδα..







Στ΄  απόβραδα του κόσμου
υπάρχουν άνθρωποι που φυλαγμένο κρατούν ένα κερί, ξέροντας πως το αντιφέγγισμά του γλυκά απαλύνει τα στοιχειά
κι η μοναξιά δεν είναι πια απέραντη.
Ανάβουνε φωτιές, λέν ιστορίες κάτω απ το στοργικό του φεγγαριού χαμόγελο,
κοιτούν ψηλά, επινοούν ελπίδα.
Κι έτσι υπάρχει κάπου, κάποιος που έχει ένα σχέδιο, που τους προσέχει
κι ο κόσμος δεν είναι όσο άδειος μοιάζει.

Στ΄απόβραδα της πίστης
πόνοι και θλίψεις βγάζουν την ευτυχία που φορούν ολημερίς για μάσκα,
κάθονται δίπλα δίπλα με μάτια γυάλινα στη μέση οικείων ερήμων,
ζευγάρια ξαπλώνουνε μαζί κι όμως απέραντα μακριά ο ένας απ τον άλλον
-νησιά ερημωμένα σε στερεμένες θάλασσες,
κορμιά κινούμενα σ΄αμετακίνητες ζωές.

Στ΄απόβραδα του φόβου
της έγνοιας -μα όχι της επιθυμίας άνθρωποι,
αθόρυβα ρουφάν ολονυχτίς το μαύρο, εκπνέοντάς το ασθμαίνοντας την άλλη μέρα.

Και στης σιωπής τ΄απόβραδα,
άλλοι εξαγοράζουνε τον ανονείρευτό τους λήθαργο με κάποιο χάπι,

και άλλοι άγρυπνοι
επίμονα φυλάν τα Όνειρά τους απ τη λήθη.

Καλή μας νύχτα..

με Blue Light από τον Ben Webster
https://www.youtube.com/watch?v=8c80I8PP10U





---
[Πίνακας Georgia O'Keeffe]

2 Σεπ 2016

Μιαν άλλη ώρα..



 Μιαν άλλη ώρα, σε κάποιον άλλον τόπο
-να με περιμένεις-
Θα σε κρατήσω απ΄το χέρι,
θ' ανάψω φωτιά, θα γελάς
τα χείλια μας θα' ναι σκισμένα μα γιατρεμένα
θα μοιραστούμε ένα τσιγάρο
-κάθε φιλί είπες, είναι υπόσχεση αιώνιου-
θα πεις το όνομά μου
θα πιω το σκοτάδι σου
-θα σ΄αγαπώ


Μιαν άλλη ώρα, σε κάποιον άλλον τόπο
θα σ΄αγκαλιάσω
και θα χουμε ξανά ένα απάγκιο,
έναν δικό μας κόσμο,
μία πατρίδα
μιαν αρχή.

Καλή μας νύχτα..






----

Το έργο είναι του Σύριου καλλιτέχνη Tammam Azzam
σύνθεση μιας δημιουργίας και μιας καταστροφής..

25 Αυγ 2016

''...και να με δεις... "



Να αφήνεσαι ολόγυμνος μεσάνυχτα στο πέλαγος, να υποδέχεσαι την πρώτη αχτίδα στην άκρη του γκρεμού, να ανασαίνεις στο λίκνισμα των κυμάτων και ν΄απαντάς στις μελαγχολικές κραυγές
των γλάρων.
Να δίνεσαι στην άμμο σαν ξεβρασμένος απ το ρεύμα αστερίας
και να κρατάς σφιχτά στα δάχτυλα το άλυτο μυστήριο ενός κοχυλιού,
να χαράζεις το γέλιο σου σ΄ένα βλέμμα
και να χαράζεσαι σε πέτρες και αγκάθια ξέροντας πια πως τέλος δεν έχουν τα ταξίδια στα σύνορα του απρόσμενου.
Και του ανέλπιστου.
Να εμπιστεύεσαι το νέο σκοτάδι.
Και να σιωπάς.
Να μαλακώνουν πίσω σου τα χνάρια των περασμένων σου βημάτων
Και ν΄ αναβλύζει στα σπλάχνα σου χαρά.
Για την κατακτημένη γνώση . Πως πέρα απ΄ τις ματαιώσεις, τις απώλειες, την οργή, τον πόνο
-ή μάλλον και εξαιτίας τους-
άντεξες.
Βρήκες για μία ακόμη φορά το δρόμο, σαν κάτι χειμωνιάτικα απομεσήμερα που από μια τόση δα υπόνοια λιακάδας, γεννάνε νέες άνοιξες.





Κι όταν τριγύρω κούραση και θολωμένα μάτια ξορκίζουν της μοναξιάς το φόβο σε μία καληνύχτα,
εσύ να δωρίζεσαι σ΄ένα χαμόγελο που λέει, μπόρεσα.
Μπόρεσα να δω μέσα μου βαθιά, άντεξα και να με δεις.
Μετάλαβα την ομορφιά της σκοτεινιάς και κοίταξα κατάματα τον ήλιο.

Κι η καληνύχτα , αντί για ξόρκι
να γίνεται υπόσχεση..




Ξανά η μοναδική Beth Hart με τον  Joe Bonamassa
στο    I 'll take Care Of You..




15 Αυγ 2016

Αχερουσία.. ένας ''επίμονος σφυγμός .. ''



Είχα σκοπό απόψε να σας διηγηθώ μια ιστορία. Για έναν Αύγουστο, για έναν χορό, για τον παυσίπονο σπαραγμό ενός κλαρίνου.
Για μεράκια, για λεβεντιά, για μιαν αλήθεια.
Για μια συνάντηση σ΄ένα απ τα περάσματα του Αχέροντα. Για το ανέμελο μοναχικό οδοιπορικό μιας γυναίκας στα πάτρια εδάφη, για τη σπονδή ενός άνδρα στα ιερά των ελπίδων του πριν το ταξίδι σε μιαν άλλη ήπειρο. Για το γλίστρημά της στα παγωμένα –παρά το κατακαλόκαιρο- νερά , για την εμφάνισή του απ το πουθενά απλώνοντάς της το χέρι κι ένα χαμόγελο.

Είχα σκοπό να σας πάρω εκεί που του έδωσε το χέρι της, του έδωσε και το γέλιο της.
Εκεί που της έδωσε ιστορίες για κόσμους άλλους και τη μπλεγμένη στα μαλλιά της αναπνοή του. 

Να σας αφήσω να δείτε πόσο μαλακά άνοιξε κάτω απ το βάρος του, να βρουν απάγκιο όλοι οι φόβοι του και πόσο γενναιόδωρα εκείνος της χάρισε όνομα για κάθε αστέρι που θα την πρόσεχε σ΄όλα της τα μετά.
Και πώς ξημέρωσαν και νύχτωσαν ξανά και ξανά ανασκαλεύοντας πόνους παλιούς και πόνους άφταστους ακόμα, απολαμβάνοντας να γελάνε μαζί με μυστικά που μόλις δημιουργούσαν και καταστρώνοντας σχέδια να κάνουν τον Αχέροντα χαρούμενο.




Ήθελα να ακούσετε πώς η ανάσα του γένναγε κάτω απ τα δάχτυλα του το βαθύ μοιρολόι με το οποίο στον τόπο του αρχίζουν όλες οι γιορτές. Και πώς της εξηγούσε ότι ζωή υπάρχει μόνο πλάι στο θάνατο, τη χαρά τη μαθαίνεις απ τη θλίψη και την αγάπη απ το φόβο.

Ήθελα και να τον δείτε μπροστάρη στο χορό του. Σ΄εκείνον τον περήφανο, λεβέντικο χορό στα τρία βήματα.
Τρία όπως οι Μοίρες, όπως κι οι Ερινύες. Τρία όπως τα άγια των προγόνων του, όπως και τα κεφάλια του Κέρβερου .
Όπως αρχή, μέση και τέλος.
Σ ένα χορό που ξέρεις πως για τα πετάγματά σου έχεις ανάγκη τους άλλους, κανείς όμως άλλος δε μπορεί να σε κάνει να πετάξεις αν δεν το κάνεις μόνος.

Και να σας περάσω στο βλέμμα της ήθελα . Στη γλύκα που την πλημμύριζε κοιτάζοντάς τον να χορεύει ακροπατώντας στο ποτήρι όπως έλεγαν οι παλιοί. Ανάλαφρα, σαν που στα βήματα χάιδευε το χώμα την ίδια ώρα που του μίλαγε. Σταθερά κι αποφασιστικά. Περήφανα, με πίσω γερμένο το κεφάλι, σεβαστικά σκύβοντας μπροστά ως το χώμα. Δείχνοντας του πως ξέρει ότι η δύναμή του τον κυβερνά, ξέρει όμως και να στέκει πάνω του.

Ήθελα να σας μιλήσω για τη νύχτα που με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του, ο άντρας χόρεψε όπως ποτέ πριν και ποτέ πια μετά.
Για εκείνη και για κείνον.
Για την αθωότητα και για την ενοχή. 

Για όλα τα ναι που δε θα προλάβαιναν και όλα τα όχι που θα τους πλήγωναν.
Για το δίκιο και για το πεπρωμένο. Για το φόβο να πεθάνεις αλλά και για το φόβο να ζεις.

 Για το Διγενή και για το Χάρο.
Για τη λαχτάρα.

Να σας μιλήσω για τη νύχτα που η νέα γυναίκα έμαθε πόσο αυθόρμητα γονατίζεις μπροστά στο πολύ όταν το συναντήσεις. 

Μ΄όλα σου μέσα ολόρθα, γονατίζεις.
 Για να δώσεις το χώρο που του πρέπει. Για να αφήσεις το βλέμμα του λεύτερο να απλωθεί. Για να προσφέρεις και να προσφερθείς.
Γιατί ο σεβασμός ούτε εκβιάζεται ούτε αξιώνεται a priori. Εμπνέεται. Κερδίζεται. Και πως όλο αυτό δώρο είναι . Όχι στον άλλον, μα σε σένα τον ίδιο. Στην πιο βαθιά σου ανάγκη. Εκεί που ολόκληρος, ανοίγεσαι να συναντήσεις τον άλλον ολόκληρον.


Δε βρίσκω τις λέξεις όμως. Ίσως το μπορέσω μιαν άλλη φορά, όταν ο Αύγουστος θα χει χορτάσει τα φεγγάρια του, κι όταν η Αχερουσία που χρόνια κουβαλάω μέσα μου, στεγνώσει .

Απόψε θ αρκεστώ στη μουσική. Στην λιτή της αυστηρότητα και στον καθάριο της καημό.
Και σ’ αυτόν τον ΄επίμονο σφυγμό΄ της που φέρνει στο νου τα λόγια ενός παλιού δασκάλου μου.
‘’Ποτέ μην αμελήσετε την ηδονή της μέθεξης’’ έλεγε. ‘’Ποτέ μην πείτε πως ο άλλος είναι ξένος’’

Και ποτέ μη θεωρήσετε πως υπάρχουν ιστορίες που δε σας αφορούν ..



Καλή μας νύχτα ..




13 Αυγ 2016

If i don't get home ..


Παλιά αγάπη τα νυχτερινά ταξίδια. Να λαγοκοιμάμαι σε κάποιο πίσω κάθισμα, 
να νανουρίζομαι με λόγια υπόκωφα που το νόημά τους σκορπιζόταν στο αεράκι που έμπαινε δροσερό απ το παράθυρο,
ν΄ ανοίγω τα μάτια στις στροφές χαζεύοντας τα αστέρια που ήμουν βέβαιη πως έστριβαν μαζί μου για να κρατάν το δρόμο μου καθαρό
και να χαρίζομαι στις άσπρες διαχωριστικές γραμμές που προσπερνούσαμε, σημάδι πως όλα κυλούσαν κατά πώς έπρεπε.
Τότε που η ανάγκη είχε το χρώμα της ασφάλειας.


Αργότερα οι δρόμοι πλάτυναν. Γεννιόνταν και ξαναχαράζονταν με το τιμόνι να φωλιάζει στα δικά μου δάχτυλα. 
Σε σχήμα απολαυστικών λεωφόρων, σε ανάσες κομμένες και σε κοντέρ σπασμένα. 
Σε πρωτοχάραγων μονοπατιών σκιρτήματα και σε προκλητικές ανηφόρες -εγγύηση κατοπινών ιλίγγων .
Τότε που η ανάγκη αγνοούσε όρους και όρια .




Ο χρόνος λένε τιθασεύει.
Μα ό,τι ορίζει την ίδια στιγμή περιορίζει.
So meny roads baby .. παίζει ακόμη το ραδιόφωνο τις νύχτες κι ας μοιάζει φορές να χουν κυλήσει όλοι οι δρόμοι στην ακινησία
So meny.. so meny... so meny ...σπινάρει φορές η μνήμη αναζητώντας κόσμους μελλοντικούς ακόμη και σε ξεθωριασμένα παρελθόντα.

Και σαν τα γκέμια παρασφίξουν, οι παλιές μερωμένες λαχτάρες αφηνιάζουν. Και η αγάπη γεννάει καινούρια ανάγκη. Για δρόμο και παράθυρα ανοιχτά, για γκάζι και ήχο στα όριά τους, για μιαν απεραντοσύνη δίχως χάρτη, για έναν ορίζοντα πέρα από κάθε ορισμό.

Τέτοιον, που να πιστέψεις ξανά πως κάπου υπάρχει η φωλιά με τη χρυσαφένια της αναγέννησης στάχτη.


Και τόσον, που να ουρλιάξεις την πιο βαθιά κραυγή σου
κι ας μη βρεθεί κανείς να την ακούσει.



Καλή μας νύχτα 


με John Mayall  και   Gary Moore  στο    If i don't  get home 





8 Αυγ 2016

Γέφυρες , χρώματα και τόξα ..



‘’Ν΄απαντάς’’ πρόσταξε η καταιγίδα που ‘χε φωλιάσει στη φωνή του.
‘’Να απαντάς’’ επανέλαβε και βύθισε τα -βουτηγμένα στο άλικο της άλωσης- δάχτυλά του στη σιωπή της, πασχίζοντας λες να την ξεριζώσει.
‘’Σ΄αυτόν που σε καλεί μες στο σκοτάδι σου, πάντοτε να απαντάς’’

Και μάνιασε κατακίτρινη η ορμή στην πορφυρή του ανάσα , που γέμιζε τη δικιά της αγριοκέρασα και κύματα αφρισμένα. Απαιτώντας μία αλήθεια και μιαν ομολογία . Ξεχνώντας πως στους καθρέφτες μας, αλήθεια περισσότερη απ όση καταθέτεις, είναι αδύνατον να πάρεις.

‘’ Σαν πορτοκάλι ’’
σκέφτηκε άξαφνα εκείνη και μια υπόνοια γέλιου άστραψε στα μάτια που δεν είχε στιγμή τραβήξει απ τα δικά του. ‘’Γεύση μεστή και ζουμεροί χειμώνες, ήλιος και φλόγα και μεσημέρια ζεστά , χαρά, γέλιο βαθύ και μοιρασμένα όνειρα …συμπλήρωμα κι αντίθετο στο μπλε των φεγγαριών μου’’

‘’Σαν πορτοκάλι ’’ επανέλαβε αργά μέσα της, και κόντρα στην προσταγή του, αφέθηκε στην απόλαυση που κύμα το κύμα έσπρωχνε στα σωθικά της πλημμυρίζοντας το στόμα της βογγητά. Σαν λέξεις αταίριαστες μεταξύ τους χωρίς νόημα, που έστελναν το μήνυμά τους απευθείας στο χτύπο του αίματος , σαν τέμπερες λιωμένες που εκσφενδονίζονταν και χύνονταν σε συνδυασμούς πρωτόγνωρους. Ως που την έφτασε το φως του. Κι η θάλασσα στα μάτια της τραβήχτηκε πίσω, όπως κάνουν πάντα οι θάλασσες στο άγγιγμα της παλίρροιας, απάντηση στη βαρυτική δύναμη του Ήλιου τους.

‘’Από το χύνομαι στο χάνομαι άλλωστε.. μια απόχρωση απόσταση’’  ξαναγέλασε σιγανά και γλίστρησε για μία ακόμη φορά στη δίνη της ανάσας του.


Αυτή την ώρα, κανείς τους δεν αναρωτιέται πώς χρωματίζονται τα αύριο.
Εκείνος δεν ξέρει ακόμη ότι οι επίμονοι ήλιοι γεννούν ερήμους κι εκείνη έχει ξεχάσει ότι αν μείνεις καιρό σε απάτητα βάθη, εξοικειώνεσαι με τα τέρατα.

Χωρίς να το γνωρίζουν, παραμένουν κι οι δυο τους αιχμάλωτοι μιας άγνωστης γι αυτούς παλέτας. Εκεί που ένας σκληρός φόβος, μία ανείπωτη λαχτάρα ή μια παρασυρμένη από τον άνεμο ελπίδα γεννάνε πινελιές στον καινουργιοβαμένο καμβά μιας αλλαγής.
Εκεί που όλα τα χρώματα οδηγούν στο βιολετί της πλήρωσης. Πασχίζοντας και δοκιμάζοντας. Για μιαν εικόνα. Για μια ιστορία.
Για μια ζωή.


Καιρό μετά, στα μάτια της θ΄ανθίσει ένα αχνοπράσινο χαμόγελο , σπορά της χρυσαφένιας του ορμής σαν έσκισε τους σιωπηλούς βυθούς της.
Καιρό μετά, μια υποψία γαλάζιου και μια νοσταλγία θα σκιάσει τα δικά του, για μια γαλήνη που σαν που είχε κάποτε ονειρευτεί, μα ξύπνησε προτού προλάβει να γνωρίσει.
Αυτά όμως είναι πίνακες αζωγράφιστοι ακόμη.

Το επόμενο χάραμα δε θα χει τίποτε να μαρτυρήσει από τον στρόβιλο της νυχτερινής παλέτας και δε θα βρεθεί κανείς να μάθει, αν το ολοπόρφυρο ανυπόμονο τώρα, κατάφερε τελικά να πάρει την απάντησή που ζήταγε από το βαθυγάλανο πάντα.

Κι ούτε κανείς περαστικός θα αναρωτηθεί ποτέ εάν στην κάψα ενός θολού και στεγνωμένου μεσοκαλόκαιρου, πέρασε στ΄αλήθεια ένα σύννεφο φορτωμένο αρχαία όνειρα που άφησαν στο τσιμέντο υγρά χνάρια χρωμάτων προτού διαλυθούν ξανά στις καταχνιές των στεναγμών

Ένας γερο-ζωγράφος του δρόμου μόνο, κουλουριασμένος στα ριζά ενός ρημαγμένου τοίχου με τα χέρια τυλιγμένα γύρω απ τα γόνατά του σε μιαν ξεχασμένη θαρρείς αγκαλιά, θα μουρμουράει για κανα δυο μέρες κάτι για γέφυρες και για ουράνια τόξα. Που είναι το ίδιο δηλαδή γι αυτούς που ξέρουν να βλέπουν.

Κανείς όμως δε θα τον ακούσει μιας και τα ουράνια τόξα δε συχνάζουν σε άνυδρες σκέψεις.

Κανένας άλλωστε δεν έπιασε ένα σύννεφο
κι ούτε κατάφερε ποτέ να πει, τι χρώμα έχει η βροχή..


-----------

(Joe Bonamassa .. A place in my heart )




3 Αυγ 2016

Étienne..



Ξανά στη θάλασσα Ετιέν. Περνάω τις μέρες μου εδώ πια , ξυπόλητη, χαράζοντας περάσματα που κλείνουν πίσω μου γρήγορα, νωπά ακόμη, σαν για να κρύψουν αυτό που μόλις έδειξαν.
Ξυπόλητη κι εκτεθειμένη . Στην παρουσία και στην απουσία σου.

Με καλείς Ετιέν. Με καλείς κι αποκρίνομαι. Δε ρωτάω αν ακούς.
Ξέρω.

Πόσος καιρός πάει που γνωριστήκαμε Ετιέν; Και πόση απόσταση ακόμα; Τρεις νύχτες ιδρώτα, τριάντα αιώνες παράλληλων ονείρων ή τρεις χιλιάδες ωκεανοί αναμονής ;
Μου λείπεις Ετιέν.

Κάποτε θα μου πεις τι ήρθε πρώτο. Μια σκέψη, ένα σχέδιο κατάκτησης , ή ήταν τα σωθικά σου που ξεχείλισαν λαχτάρα για ουρανό; Πώς έφτασες να φανταστείς πως δένοντας φωτιά κι αέρα μαζί θα βρεις δρόμο για το πέταγμα; Υπάρχουν σωστές αναλογίες ή μόνιμα δοκιμάζουμε;

Σε σκέφτομαι Ετιέν. Και δε ρωτώ τι είναι αυτό που δε σου έδωσαν οι άνεμοι και μοιάζεις ορκισμένος να τους αλώνεις ως να το πάρεις πίσω…

Μου λείπεις Ετιέν. Πώς μετριέται ο καιρός στο μαζί και πώς στο χώρια;
 Και πώς όταν αυτά τα δύο είναι ένα;

Κάποτε θα μου πεις Ετιέν. Αν είμαι μονάχα εγώ που βλέπω να κοιτάζεις κάτω την ώρα που όλοι γύρω σου αναμερίζουν ή υποτάσσονται στα υψιπετή σου όνειρα. Αν μοναχά εγώ ξακρίνω μια νοσταλγία στο βλέμμα , σαν που αναρωτιέσαι πόσο σκληρό μπορεί να είναι το χώμα, πού βρίσκουν οι ρίζες τέτοια δύναμη και τι είδους αγάπη αφήνει τα δέντρα ακίνητα την ώρα που μόνο ο άνεμος ξέρει να ξυπνάει το τραγούδισμά τους
Κάποτε Ετιέν. Σ΄ένα δικό μας τώρα.
Θα λες το όνομά μου Ετιέν και θα σβήνεις από πάνω μου τη νύχτα.


Φοβούνται λες οι άνθρωποι τα ύψη. Κι ας ξέρουν πως, όπως και στον Έρωτα, κάθε πτήση είναι μια εν δυνάμει πτώση. Είτε για τον έναν είτε για τον άλλον. Κάποτε και για τους δυο .
Σπάνια όμως, πολύ σπάνια Ετιέν, δεν είναι για κανέναν τους. Κάποια ΄μαζί΄ αντέχουν .
Θρέφουν ο ένας τον άλλον, αέρας που ζωντανεύει τη φλόγα , φωτιά που γεννάει την άνωση . 

Αυτό ονειρεύτηκες Ετιέν, αυτοί είναι οι ουρανοί σου , αυτοί οι λίγοι, που φτάνουν πιο πέρα κι από εκεί που μπορούν.
Δεν ξέρω λες;
Γελάς. Γελάς βαθιά μες στο μυαλό μου..

Γελάω κι εγώ Ετιέν. Πάει καιρός που έμαθα πως αμαρτία δεν είναι του ύψους η λαχτάρα,
αλλά η λήθη του.
Είσαι η α-λήθεια μου Ετιέν; 



Σκοτείνιασε πια για τα καλά. Θάλασσα κι ουρανός μοιάζουν πια ένα. Έχει δικούς της δρόμους η ένωση όταν τ΄αποφασίσει. Μαγεία το λένε. Είναι αυτό που κάνει τον κόσμο αλλιώτικο. Πιο φωτεινό. Άνετο. Ασφαλή.
Κοίτα ψηλά Ετιέν!
Δεν έχει αστέρια το στερέωμα, εκατομμύρια αερόστατα φωτιάς έχει,
δέκα χιλιάδες ψίθυρους έχει
εκατοντάδες στεναγμούς.

Που σε καλούν.
Γίνε η αρμύρα μου Ετιέν.. 


----------




Σαν σήμερα λέει το αλμανιάκ, πέθανε ο Ζακ Ετιέν Μονγκολφιέ , εφευρέτης του αερόστατου. Καλή μας νύχτα με μία σκέψη σε κάθε Ετιέν που διασχίζει  αιώνες  προσμονής,
πάντοτε με τον ουρανό στα μάτια
και  άσβεστη της λαχτάρας τη φωτιά.. 





31 Ιουλ 2016

Τούλα Μπαρνασά. 29 Ιουλίου 2016



Δεν ξέρω αν τούτη η ζωή μας είναι μικρή ή δίκαιη ή ΄εν σοφία΄ πλασμένη.
Δεν ξέρω ούτε αν υπάρχει κάτι μετά από εδώ και ακόμη περισσότερο με τι μπορεί να μοιάζει.
Αν το μεγάλο νόημα περιμένει κρυμμένο ως να το ανακαλύψουμε , το εφευρίσκουμε ή απλά το επιλέγουμε ως τέτοιο.

Ξέρω όμως ότι αυτήν έχουμε. Και παλεύει καθένας μας με τους μεγάλους δαίμονες.. Τους τόσο προσωπικούς και τόσο καθολικούς συνάμα..

Όπως ξέρω επίσης, πως στα αβαθή νερά των φόβων και των ερωτηματικών μας, υπάρχουν άνθρωποι, που η γνωριμία μαζί τους, μας αφήνει χνάρι γερό. Άνθρωποι που οι κυματισμοί τους απλώνονται και προεκτείνονται με δύναμη και ένταση τέτοια, που επιδρούν , επηρεάζουν, ακόμη και στρέφουν τη ροή κάποιων ρευμάτων αλλάζοντας την εσωτερική μας τοπογραφία..
Και όχι μόνον αυτή.. 




Άνθρωποι πλούσιοι, που στη συνάντηση μας γινόμαστε κι εμείς πλουσιότεροι..

Aντίο Τούλα μου ..


Ή καλύτερα, όχι A-Dio αλλά Ad Αstra,
όπως τόσο αγαπούσες,
εκεί που τίποτε δε χάνεται μα αέναα ανακυκλώνεται ..



26 Ιουλ 2016

Στις γειτονιές του κόσμου..



 Στις γειτονιές του κόσμου τα μικρά παιδιά ακόμη παίζουν κυνηγώντας το ένα το άλλο,
γελώντας και τσιρίζοντας,
ελπίζοντας την ίδια ακριβώς στιγμή και να πιαστούν και να ξεφύγουν,
πασχίζοντας σιωπηλά να καταλάβουν
τι είδους νίκη είναι αυτή που σ΄αφήνει άπιαστο και μόνο
και ποια ήττα καταφέρνει δυο άλλα χέρια να τυλιχτούν σφιχτά γύρω σου.

Στις γειτονιές του κόσμου, μικροί και μεγάλοι κρύβονται ο ένας απ τον άλλον,
δελεάζοντας κι αποστρέφοντας,
τάζοντας και τιμωρώντας, φλερτάροντας ασύνειδα μα αέναα με το παράλογο δίλημμα να βρεθούν και άρα να χάσουν ή να κερδίσουν παραμένοντας κάπου μόνοι, εξαφανισμένοι ,
με κίνδυνο να μην τους αναζητήσει πια κανείς.

Στις γειτονιές του κόσμου, σε οικεία κι ανοίκεια σκοτάδια, μαθαίνουμε πως αυτό που θέλουμε
γεννιέται απ΄αυτό που πολεμάμε να ξεφύγουμε..





Η φωτ. είναι του ρώσου καλλιτέχνη Leonid Tishkov




18 Ιουλ 2016

"Φορτία"..



 "...γλιστρούσε πάνω στη θλίψη του σαξοφώνου.
Η μελωδία ήταν τόσο αργή, τόσο τραβηγμένη, που μπορούσε και η ίδια να καταλάβει ότι ο συνθέτης της δεν ήθελε να βγει από το μικρό σαλόνι της εισαγωγής και να περάσει στο τραγούδι,
θα προτιμούσε να μείνει εκεί,
στο σημείο που δεν είχε αρχίσει ακόμα η ιστορία..

Ο Άγγλος μουρμούρισε, ότι κάτι τέτοιες εισαγωγές σε τραγούδια  ονομάζονταν «φορτία» .."  
                                                                                  "Άγγλος Ασθενής" του Michael Ondaatje

 
Angela Bacon- Kidwell



Το βιβλίο κλείνει, γλιστράει  αθόρυβα στην αμμουδιά της μνήμης, κύμα απαλό η νύχτα λειαίνει για λίγο τις χαρακιές της σκέψης
κι ύστερα σβήνει αδιάφορα λόγια, παράπονα και πιθανότητες,
ένα ρολόι περιμένει να έρθει η ώρα για το ακριβώς
και σε μια μακρινή γωνιά της ερημιάς γεννιέται ένα θρόισμα που ονειρεύεται κάποτε να γίνει ανεμοστρόβιλος.

Σ΄αυτό το σκοτάδι, η Χάνα –που δεν τη λένε Χάνα- έχει μαλλιά μακριά και τη ζεστασιά που αναδίνουν τα στάχυα τον καιρό του θερισμού, κι ο Άγγλος -που αναζητώντας μια όαση χόρτασε έρημο, δεν είναι  Άγγλος, ούτε πια ασθενής, 
κι ούτε ακόμη ξέρει πως κάποτε τα κλεμμένα ξεδιψάσματα,
εξαργυρώνονται σε μια κόλαση μοναξιάς.

Σ΄αυτό το σκοτάδι μένει μονάχα η μελωδία, αργή, νωχελική,
ένας θλιμμένος ψίθυρος  now there 's just no chance, there 'll never be 

κι ένα σαξόφωνο βραχνό, σαν που πασχίζει να κρύψει ένα αθέλητο παράπονο ξέροντας πως δεν το μπορεί κι ούτε ποτέ θα το μπορέσει. 

Σ’ αυτό το σκοτάδι εκείνος σφίγγει γροθιά τα δάχτυλα  μη και ζητήσουν το άγγιγμά της
και στις χίλιες πόλεις μακριά εκείνη σφαλίζει σφιχτά τα μάτια μη και ξυπνήσει στα δικά του.

 Ώσπου έρχεται μια στιγμή που οι χτύποι του ρολογιού κρέμονται ακίνητοι κι οι δρόμοι σταματούν ν΄ανασαίνουν, μια στιγμή που οι πόνοι όλοι μοιάζουν άξαφνα να συμφιλιώνονται, μια στιγμή που μπορεί να μετανιώνεις για τα πάντα μα δε μετανιώνεις για τίποτε.
Κι είναι αυτή ακριβώς η στιγμή που σαν αστραπή τους ξεσκίζει η υποψία
πως ΄φορτίο΄ δεν είναι άλλο παρά οι βαριές κι ατέλειωτες προσδοκίες που βάρυναν αβάσταχτα το τραγούδι τους,
εκείνη τη μοναδική σύνθεση που δεν κατάφεραν τελικά να ολοκληρώσουν,
εκείνον τον ουρανό που δεν γεμίσανε πουλιά.

Είναι η στιγμή που η νύχτα απότομα παγώνει  ξεχνώντας πως είναι καλοκαίρι

Μένει μονάχα ένα βραχνό σαξόφωνο
να αναδεύει μνήμες και να ψιθυρίζει αργόσυρτα ‘’ cry me a river ’’


-------------







Σαξόφωνο από τον Dexter Gordon


και εδώ μια εξαιρετική εκτέλεση με τη Julie London