31 Μαΐ 2016

Χάρτινο..


Το μέλλον ανήκει σε αυτούς που πιστεύουν στην ομορφιά των Ονείρων τους
τραγούδησε το κόκκινο σπρέι
κι αφήνοντας την τελευταία ανάσα του πάνω στο γκρίζο
ονειρεύτηκε ένα χάρτινο καραβάκι να λιώνει στο φίλημά του ..

κι ο μουντός μοναχικός τοίχος
κοιτάχτηκε έκπληκτος στο καθρέφτισμα των ματιών της ..
λαβωματιά στο στέρνο του
το τόσο κόκκινο ..

Αχ, καραβάκι ..
-Κι οι κάβοι αν σου στήσουν τη νύχτα καρτέρι;
κι απάνω σου αν πέσει το κύμα θεριό ;

-Βοριάδες, νοτιάδες θα βρω, μα θα φτάσω,
ψιθύρισε το καραβάκι
και κοίταξε θλιμμένο τον τοίχο πίσω του
βαρύ και γκρίζο
παρ όλο το ματωμένο δάκρυ του

Πόσο αγαπούν τη σταθερότητα οι τοίχοι , σκέφτηκε
ίσως γι αυτό και στο τέλος σωριάζονται
Πώς να ονειρευτείς με τόσο βάρος ..







22 Μαΐ 2016

''Stormy Weather'' ..





Ένα σκυλί αλύχτισε κάπου μακριά,
τα γέλια μιας παρέας απομακρύνθηκαν κι έσβησαν
και η γυναίκα σήκωσε τα μάτια ψηλά .
Άπλωσε τα χέρια απρόσμενα, αργά, σαν που εκλιπαρούσε ξανά μια ικεσία. Μα σα ν άλλαξαν μόνα τους γνώμη , οι παλάμες στράφηκαν προς τα πάνω, τεντώθηκαν, η ένταση απ τις αρτηρίες της τη διαπέρασε ως τ ακροδάχτυλα, κι ανασηκώθηκε , έγινε ολάκερη ένα ύψιλον κεφαλαίο, ριζωμένο στην πέτρα, με χέρια κλαδιά απλωμένα στη νύχτα,
καλώντας τα σύννεφα γύρω της, συγκεντρώνοντάς τα σ ένα μανδύα που σκοτείνιασε τ αστέρια με τον ερχομό του, αναζητώντας τον κρότο ενός παλιού κεραυνού, που πια δε θυμόταν..

Κι ύστερα σιώπησε.
γιατί ο μεγάλος πόνος είναι βουβός
Και καταπίνει τα πάντα.

Κι έμεινε εκεί,
μέχρι που ήρθε η βροχή.
Μια ζεστή, σιγανή βροχή, που έσπασε την παγωνιά μέσα της σε κομμάτια και τα κύλησε τους δρόμους, μια βροχή που έμοιαζε να υψώνεται σαν καπνός από σβησμένα όνειρα, που θόλωνε σιγά σιγά τα σχήματα της μνήμης, που θ΄ απλωνόταν και θα νότιζε την πόλη , θα δυσκόλευε τα βήματα, θα γέμιζε στο πέρασμά της τα ρέματα , θα πλημμύριζε τα μονοπάτια, μια βροχή που θα κράταγε μέρες, θα διέσχιζε λεωφόρους, χωριά και μοναξιές και θα κράταγε την ανάμνηση των χιλίων πόλεων μακριά ξάγρυπνη , να μετρά στο γείσο του παραθυριού της τους χτύπους της καρδιάς της.

Ως που όλα , να σιωπήσουν ξανά ..
Κι η γυναίκα να πάρει αργά το δρόμο της επιστροφής.
μέχρι που αργά, πολύ αργά αυτή τη νύχτα
κοντά στο χάραμα, να κοιμηθεί.
Σ΄έναν ύπνο βαθύ . όπως κοιμάται ο μεγάλος πόνος στην ανάπαυλα.

Γιατρειά
κι απόδραση μαζί ..



(Βillie  Holiday στο μελαγχολικό  Stormy Weather )





15 Μαΐ 2016

Εξιστορώντας..


‘’Να μιλάει ο άνθρωπος πρέπει ’’  έλεγε καθισμένη στην άκρη του παραθύρου, εκεί που ο άνεμος της νύχτας έφερνε τη μυρουδιά του σκοταδιού ‘’να μιλάει, μην ακούει που λένε για χρυσό τη σιωπή’’ ξανάλεγε
και κάρφωνε το βλέμμα ψηλά στ΄ αστέρια, νεύοντας,
σαν που άκουγε τις φωνές τους να ιστορούν τα παλιά και τα αύριο, τα σφραγισμένα παρελθόντα και τα αζωγράφιστα μελλούμενα.

Και χαμογέλαγε -λιγάκι θλιμμένα είναι η αλήθεια-
γιατί το κρύο είχε φωλιάσει πια για τα καλά στα σωθικά της.

‘’Να μιλάει ο άνθρωπος πρέπει’’ επαναλάμβανε σιγανά μα επίμονα.
‘’Να ιστορεί ξανά και ξανά τα πραγμένα του, να θυμάται τα ξεχασμένα, να μπολιάζει τα μισά και τα σπασμένα του, μπας και.. ’’
Κι έσβηνε αργά η φωνή της σ΄έναν ύπνο ή μέσα σε άγρυπνες σκέψεις..

‘’Μπας και κάπου, κάπως.. ’’   ψιθύριζε ύστερα από λίγο αχνά,
‘’ κάπου, θα βρει μια ιστορία και μια ζωή
που να χωράει σ αυτήν’’



(πίνακας Oscar Bluemner)


13 Μαΐ 2016

Who Will Take My Dreams Away



Είναι νύχτες γεμάτες μιαν παράξενη ησυχία.
Νύχτες που αφουγκράζεται κανείς καθαρά τα βήματα των επόμενων χρόνων να έρχονται από μακριά, νύχτες που ζητούν το βλέμμα να κρατιέται σταθερά μπροστά, πασχίζοντας να περάσει μέσα απ τα πέπλα του φόβου, της ανασφάλειας, των ανέκφραστων ερωτήσεων..
Νύχτες,  που η σκόνη των αποφάσεων και τα θολά αύριο λαχταρούν μια βροχή.


Να ξεπλυθούν τ΄αστέρια , να λάμψουν πια, πιο καθαρά από ποτέ.









Καλή μας νύχτα..