25 Αυγ 2016

''...και να με δεις... "



Να αφήνεσαι ολόγυμνος μεσάνυχτα στο πέλαγος, να υποδέχεσαι την πρώτη αχτίδα στην άκρη του γκρεμού, να ανασαίνεις στο λίκνισμα των κυμάτων και ν΄απαντάς στις μελαγχολικές κραυγές
των γλάρων.
Να δίνεσαι στην άμμο σαν ξεβρασμένος απ το ρεύμα αστερίας
και να κρατάς σφιχτά στα δάχτυλα το άλυτο μυστήριο ενός κοχυλιού,
να χαράζεις το γέλιο σου σ΄ένα βλέμμα
και να χαράζεσαι σε πέτρες και αγκάθια ξέροντας πια πως τέλος δεν έχουν τα ταξίδια στα σύνορα του απρόσμενου.
Και του ανέλπιστου.
Να εμπιστεύεσαι το νέο σκοτάδι.
Και να σιωπάς.
Να μαλακώνουν πίσω σου τα χνάρια των περασμένων σου βημάτων
Και ν΄ αναβλύζει στα σπλάχνα σου χαρά.
Για την κατακτημένη γνώση . Πως πέρα απ΄ τις ματαιώσεις, τις απώλειες, την οργή, τον πόνο
-ή μάλλον και εξαιτίας τους-
άντεξες.
Βρήκες για μία ακόμη φορά το δρόμο, σαν κάτι χειμωνιάτικα απομεσήμερα που από μια τόση δα υπόνοια λιακάδας, γεννάνε νέες άνοιξες.





Κι όταν τριγύρω κούραση και θολωμένα μάτια ξορκίζουν της μοναξιάς το φόβο σε μία καληνύχτα,
εσύ να δωρίζεσαι σ΄ένα χαμόγελο που λέει, μπόρεσα.
Μπόρεσα να δω μέσα μου βαθιά, άντεξα και να με δεις.
Μετάλαβα την ομορφιά της σκοτεινιάς και κοίταξα κατάματα τον ήλιο.

Κι η καληνύχτα , αντί για ξόρκι
να γίνεται υπόσχεση..




Ξανά η μοναδική Beth Hart με τον  Joe Bonamassa
στο    I 'll take Care Of You..




15 Αυγ 2016

Αχερουσία.. ένας ''επίμονος σφυγμός .. ''



Είχα σκοπό απόψε να σας διηγηθώ μια ιστορία. Για έναν Αύγουστο, για έναν χορό, για τον παυσίπονο σπαραγμό ενός κλαρίνου.
Για μεράκια, για λεβεντιά, για μιαν αλήθεια.
Για μια συνάντηση σ΄ένα απ τα περάσματα του Αχέροντα. Για το ανέμελο μοναχικό οδοιπορικό μιας γυναίκας στα πάτρια εδάφη, για τη σπονδή ενός άνδρα στα ιερά των ελπίδων του πριν το ταξίδι σε μιαν άλλη ήπειρο. Για το γλίστρημά της στα παγωμένα –παρά το κατακαλόκαιρο- νερά , για την εμφάνισή του απ το πουθενά απλώνοντάς της το χέρι κι ένα χαμόγελο.

Είχα σκοπό να σας πάρω εκεί που του έδωσε το χέρι της, του έδωσε και το γέλιο της.
Εκεί που της έδωσε ιστορίες για κόσμους άλλους και τη μπλεγμένη στα μαλλιά της αναπνοή του. 

Να σας αφήσω να δείτε πόσο μαλακά άνοιξε κάτω απ το βάρος του, να βρουν απάγκιο όλοι οι φόβοι του και πόσο γενναιόδωρα εκείνος της χάρισε όνομα για κάθε αστέρι που θα την πρόσεχε σ΄όλα της τα μετά.
Και πώς ξημέρωσαν και νύχτωσαν ξανά και ξανά ανασκαλεύοντας πόνους παλιούς και πόνους άφταστους ακόμα, απολαμβάνοντας να γελάνε μαζί με μυστικά που μόλις δημιουργούσαν και καταστρώνοντας σχέδια να κάνουν τον Αχέροντα χαρούμενο.




Ήθελα να ακούσετε πώς η ανάσα του γένναγε κάτω απ τα δάχτυλα του το βαθύ μοιρολόι με το οποίο στον τόπο του αρχίζουν όλες οι γιορτές. Και πώς της εξηγούσε ότι ζωή υπάρχει μόνο πλάι στο θάνατο, τη χαρά τη μαθαίνεις απ τη θλίψη και την αγάπη απ το φόβο.

Ήθελα και να τον δείτε μπροστάρη στο χορό του. Σ΄εκείνον τον περήφανο, λεβέντικο χορό στα τρία βήματα.
Τρία όπως οι Μοίρες, όπως κι οι Ερινύες. Τρία όπως τα άγια των προγόνων του, όπως και τα κεφάλια του Κέρβερου .
Όπως αρχή, μέση και τέλος.
Σ ένα χορό που ξέρεις πως για τα πετάγματά σου έχεις ανάγκη τους άλλους, κανείς όμως άλλος δε μπορεί να σε κάνει να πετάξεις αν δεν το κάνεις μόνος.

Και να σας περάσω στο βλέμμα της ήθελα . Στη γλύκα που την πλημμύριζε κοιτάζοντάς τον να χορεύει ακροπατώντας στο ποτήρι όπως έλεγαν οι παλιοί. Ανάλαφρα, σαν που στα βήματα χάιδευε το χώμα την ίδια ώρα που του μίλαγε. Σταθερά κι αποφασιστικά. Περήφανα, με πίσω γερμένο το κεφάλι, σεβαστικά σκύβοντας μπροστά ως το χώμα. Δείχνοντας του πως ξέρει ότι η δύναμή του τον κυβερνά, ξέρει όμως και να στέκει πάνω του.

Ήθελα να σας μιλήσω για τη νύχτα που με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του, ο άντρας χόρεψε όπως ποτέ πριν και ποτέ πια μετά.
Για εκείνη και για κείνον.
Για την αθωότητα και για την ενοχή. 

Για όλα τα ναι που δε θα προλάβαιναν και όλα τα όχι που θα τους πλήγωναν.
Για το δίκιο και για το πεπρωμένο. Για το φόβο να πεθάνεις αλλά και για το φόβο να ζεις.

 Για το Διγενή και για το Χάρο.
Για τη λαχτάρα.

Να σας μιλήσω για τη νύχτα που η νέα γυναίκα έμαθε πόσο αυθόρμητα γονατίζεις μπροστά στο πολύ όταν το συναντήσεις. 

Μ΄όλα σου μέσα ολόρθα, γονατίζεις.
 Για να δώσεις το χώρο που του πρέπει. Για να αφήσεις το βλέμμα του λεύτερο να απλωθεί. Για να προσφέρεις και να προσφερθείς.
Γιατί ο σεβασμός ούτε εκβιάζεται ούτε αξιώνεται a priori. Εμπνέεται. Κερδίζεται. Και πως όλο αυτό δώρο είναι . Όχι στον άλλον, μα σε σένα τον ίδιο. Στην πιο βαθιά σου ανάγκη. Εκεί που ολόκληρος, ανοίγεσαι να συναντήσεις τον άλλον ολόκληρον.


Δε βρίσκω τις λέξεις όμως. Ίσως το μπορέσω μιαν άλλη φορά, όταν ο Αύγουστος θα χει χορτάσει τα φεγγάρια του, κι όταν η Αχερουσία που χρόνια κουβαλάω μέσα μου, στεγνώσει .

Απόψε θ αρκεστώ στη μουσική. Στην λιτή της αυστηρότητα και στον καθάριο της καημό.
Και σ’ αυτόν τον ΄επίμονο σφυγμό΄ της που φέρνει στο νου τα λόγια ενός παλιού δασκάλου μου.
‘’Ποτέ μην αμελήσετε την ηδονή της μέθεξης’’ έλεγε. ‘’Ποτέ μην πείτε πως ο άλλος είναι ξένος’’

Και ποτέ μη θεωρήσετε πως υπάρχουν ιστορίες που δε σας αφορούν ..



Καλή μας νύχτα ..




13 Αυγ 2016

If i don't get home ..


Παλιά αγάπη τα νυχτερινά ταξίδια. Να λαγοκοιμάμαι σε κάποιο πίσω κάθισμα, 
να νανουρίζομαι με λόγια υπόκωφα που το νόημά τους σκορπιζόταν στο αεράκι που έμπαινε δροσερό απ το παράθυρο,
ν΄ ανοίγω τα μάτια στις στροφές χαζεύοντας τα αστέρια που ήμουν βέβαιη πως έστριβαν μαζί μου για να κρατάν το δρόμο μου καθαρό
και να χαρίζομαι στις άσπρες διαχωριστικές γραμμές που προσπερνούσαμε, σημάδι πως όλα κυλούσαν κατά πώς έπρεπε.
Τότε που η ανάγκη είχε το χρώμα της ασφάλειας.


Αργότερα οι δρόμοι πλάτυναν. Γεννιόνταν και ξαναχαράζονταν με το τιμόνι να φωλιάζει στα δικά μου δάχτυλα. 
Σε σχήμα απολαυστικών λεωφόρων, σε ανάσες κομμένες και σε κοντέρ σπασμένα. 
Σε πρωτοχάραγων μονοπατιών σκιρτήματα και σε προκλητικές ανηφόρες -εγγύηση κατοπινών ιλίγγων .
Τότε που η ανάγκη αγνοούσε όρους και όρια .




Ο χρόνος λένε τιθασεύει.
Μα ό,τι ορίζει την ίδια στιγμή περιορίζει.
So meny roads baby .. παίζει ακόμη το ραδιόφωνο τις νύχτες κι ας μοιάζει φορές να χουν κυλήσει όλοι οι δρόμοι στην ακινησία
So meny.. so meny... so meny ...σπινάρει φορές η μνήμη αναζητώντας κόσμους μελλοντικούς ακόμη και σε ξεθωριασμένα παρελθόντα.

Και σαν τα γκέμια παρασφίξουν, οι παλιές μερωμένες λαχτάρες αφηνιάζουν. Και η αγάπη γεννάει καινούρια ανάγκη. Για δρόμο και παράθυρα ανοιχτά, για γκάζι και ήχο στα όριά τους, για μιαν απεραντοσύνη δίχως χάρτη, για έναν ορίζοντα πέρα από κάθε ορισμό.

Τέτοιον, που να πιστέψεις ξανά πως κάπου υπάρχει η φωλιά με τη χρυσαφένια της αναγέννησης στάχτη.


Και τόσον, που να ουρλιάξεις την πιο βαθιά κραυγή σου
κι ας μη βρεθεί κανείς να την ακούσει.



Καλή μας νύχτα 


με John Mayall  και   Gary Moore  στο    If i don't  get home 





8 Αυγ 2016

Γέφυρες , χρώματα και τόξα ..



‘’Ν΄απαντάς’’ πρόσταξε η καταιγίδα που ‘χε φωλιάσει στη φωνή του.
‘’Να απαντάς’’ επανέλαβε και βύθισε τα -βουτηγμένα στο άλικο της άλωσης- δάχτυλά του στη σιωπή της, πασχίζοντας λες να την ξεριζώσει.
‘’Σ΄αυτόν που σε καλεί μες στο σκοτάδι σου, πάντοτε να απαντάς’’

Και μάνιασε κατακίτρινη η ορμή στην πορφυρή του ανάσα , που γέμιζε τη δικιά της αγριοκέρασα και κύματα αφρισμένα. Απαιτώντας μία αλήθεια και μιαν ομολογία . Ξεχνώντας πως στους καθρέφτες μας, αλήθεια περισσότερη απ όση καταθέτεις, είναι αδύνατον να πάρεις.

‘’ Σαν πορτοκάλι ’’
σκέφτηκε άξαφνα εκείνη και μια υπόνοια γέλιου άστραψε στα μάτια που δεν είχε στιγμή τραβήξει απ τα δικά του. ‘’Γεύση μεστή και ζουμεροί χειμώνες, ήλιος και φλόγα και μεσημέρια ζεστά , χαρά, γέλιο βαθύ και μοιρασμένα όνειρα …συμπλήρωμα κι αντίθετο στο μπλε των φεγγαριών μου’’

‘’Σαν πορτοκάλι ’’ επανέλαβε αργά μέσα της, και κόντρα στην προσταγή του, αφέθηκε στην απόλαυση που κύμα το κύμα έσπρωχνε στα σωθικά της πλημμυρίζοντας το στόμα της βογγητά. Σαν λέξεις αταίριαστες μεταξύ τους χωρίς νόημα, που έστελναν το μήνυμά τους απευθείας στο χτύπο του αίματος , σαν τέμπερες λιωμένες που εκσφενδονίζονταν και χύνονταν σε συνδυασμούς πρωτόγνωρους. Ως που την έφτασε το φως του. Κι η θάλασσα στα μάτια της τραβήχτηκε πίσω, όπως κάνουν πάντα οι θάλασσες στο άγγιγμα της παλίρροιας, απάντηση στη βαρυτική δύναμη του Ήλιου τους.

‘’Από το χύνομαι στο χάνομαι άλλωστε.. μια απόχρωση απόσταση’’  ξαναγέλασε σιγανά και γλίστρησε για μία ακόμη φορά στη δίνη της ανάσας του.


Αυτή την ώρα, κανείς τους δεν αναρωτιέται πώς χρωματίζονται τα αύριο.
Εκείνος δεν ξέρει ακόμη ότι οι επίμονοι ήλιοι γεννούν ερήμους κι εκείνη έχει ξεχάσει ότι αν μείνεις καιρό σε απάτητα βάθη, εξοικειώνεσαι με τα τέρατα.

Χωρίς να το γνωρίζουν, παραμένουν κι οι δυο τους αιχμάλωτοι μιας άγνωστης γι αυτούς παλέτας. Εκεί που ένας σκληρός φόβος, μία ανείπωτη λαχτάρα ή μια παρασυρμένη από τον άνεμο ελπίδα γεννάνε πινελιές στον καινουργιοβαμένο καμβά μιας αλλαγής.
Εκεί που όλα τα χρώματα οδηγούν στο βιολετί της πλήρωσης. Πασχίζοντας και δοκιμάζοντας. Για μιαν εικόνα. Για μια ιστορία.
Για μια ζωή.


Καιρό μετά, στα μάτια της θ΄ανθίσει ένα αχνοπράσινο χαμόγελο , σπορά της χρυσαφένιας του ορμής σαν έσκισε τους σιωπηλούς βυθούς της.
Καιρό μετά, μια υποψία γαλάζιου και μια νοσταλγία θα σκιάσει τα δικά του, για μια γαλήνη που σαν που είχε κάποτε ονειρευτεί, μα ξύπνησε προτού προλάβει να γνωρίσει.
Αυτά όμως είναι πίνακες αζωγράφιστοι ακόμη.

Το επόμενο χάραμα δε θα χει τίποτε να μαρτυρήσει από τον στρόβιλο της νυχτερινής παλέτας και δε θα βρεθεί κανείς να μάθει, αν το ολοπόρφυρο ανυπόμονο τώρα, κατάφερε τελικά να πάρει την απάντησή που ζήταγε από το βαθυγάλανο πάντα.

Κι ούτε κανείς περαστικός θα αναρωτηθεί ποτέ εάν στην κάψα ενός θολού και στεγνωμένου μεσοκαλόκαιρου, πέρασε στ΄αλήθεια ένα σύννεφο φορτωμένο αρχαία όνειρα που άφησαν στο τσιμέντο υγρά χνάρια χρωμάτων προτού διαλυθούν ξανά στις καταχνιές των στεναγμών

Ένας γερο-ζωγράφος του δρόμου μόνο, κουλουριασμένος στα ριζά ενός ρημαγμένου τοίχου με τα χέρια τυλιγμένα γύρω απ τα γόνατά του σε μιαν ξεχασμένη θαρρείς αγκαλιά, θα μουρμουράει για κανα δυο μέρες κάτι για γέφυρες και για ουράνια τόξα. Που είναι το ίδιο δηλαδή γι αυτούς που ξέρουν να βλέπουν.

Κανείς όμως δε θα τον ακούσει μιας και τα ουράνια τόξα δε συχνάζουν σε άνυδρες σκέψεις.

Κανένας άλλωστε δεν έπιασε ένα σύννεφο
κι ούτε κατάφερε ποτέ να πει, τι χρώμα έχει η βροχή..


-----------

(Joe Bonamassa .. A place in my heart )




3 Αυγ 2016

Étienne..



Ξανά στη θάλασσα Ετιέν. Περνάω τις μέρες μου εδώ πια , ξυπόλητη, χαράζοντας περάσματα που κλείνουν πίσω μου γρήγορα, νωπά ακόμη, σαν για να κρύψουν αυτό που μόλις έδειξαν.
Ξυπόλητη κι εκτεθειμένη . Στην παρουσία και στην απουσία σου.

Με καλείς Ετιέν. Με καλείς κι αποκρίνομαι. Δε ρωτάω αν ακούς.
Ξέρω.

Πόσος καιρός πάει που γνωριστήκαμε Ετιέν; Και πόση απόσταση ακόμα; Τρεις νύχτες ιδρώτα, τριάντα αιώνες παράλληλων ονείρων ή τρεις χιλιάδες ωκεανοί αναμονής ;
Μου λείπεις Ετιέν.

Κάποτε θα μου πεις τι ήρθε πρώτο. Μια σκέψη, ένα σχέδιο κατάκτησης , ή ήταν τα σωθικά σου που ξεχείλισαν λαχτάρα για ουρανό; Πώς έφτασες να φανταστείς πως δένοντας φωτιά κι αέρα μαζί θα βρεις δρόμο για το πέταγμα; Υπάρχουν σωστές αναλογίες ή μόνιμα δοκιμάζουμε;

Σε σκέφτομαι Ετιέν. Και δε ρωτώ τι είναι αυτό που δε σου έδωσαν οι άνεμοι και μοιάζεις ορκισμένος να τους αλώνεις ως να το πάρεις πίσω…

Μου λείπεις Ετιέν. Πώς μετριέται ο καιρός στο μαζί και πώς στο χώρια;
 Και πώς όταν αυτά τα δύο είναι ένα;

Κάποτε θα μου πεις Ετιέν. Αν είμαι μονάχα εγώ που βλέπω να κοιτάζεις κάτω την ώρα που όλοι γύρω σου αναμερίζουν ή υποτάσσονται στα υψιπετή σου όνειρα. Αν μοναχά εγώ ξακρίνω μια νοσταλγία στο βλέμμα , σαν που αναρωτιέσαι πόσο σκληρό μπορεί να είναι το χώμα, πού βρίσκουν οι ρίζες τέτοια δύναμη και τι είδους αγάπη αφήνει τα δέντρα ακίνητα την ώρα που μόνο ο άνεμος ξέρει να ξυπνάει το τραγούδισμά τους
Κάποτε Ετιέν. Σ΄ένα δικό μας τώρα.
Θα λες το όνομά μου Ετιέν και θα σβήνεις από πάνω μου τη νύχτα.


Φοβούνται λες οι άνθρωποι τα ύψη. Κι ας ξέρουν πως, όπως και στον Έρωτα, κάθε πτήση είναι μια εν δυνάμει πτώση. Είτε για τον έναν είτε για τον άλλον. Κάποτε και για τους δυο .
Σπάνια όμως, πολύ σπάνια Ετιέν, δεν είναι για κανέναν τους. Κάποια ΄μαζί΄ αντέχουν .
Θρέφουν ο ένας τον άλλον, αέρας που ζωντανεύει τη φλόγα , φωτιά που γεννάει την άνωση . 

Αυτό ονειρεύτηκες Ετιέν, αυτοί είναι οι ουρανοί σου , αυτοί οι λίγοι, που φτάνουν πιο πέρα κι από εκεί που μπορούν.
Δεν ξέρω λες;
Γελάς. Γελάς βαθιά μες στο μυαλό μου..

Γελάω κι εγώ Ετιέν. Πάει καιρός που έμαθα πως αμαρτία δεν είναι του ύψους η λαχτάρα,
αλλά η λήθη του.
Είσαι η α-λήθεια μου Ετιέν; 



Σκοτείνιασε πια για τα καλά. Θάλασσα κι ουρανός μοιάζουν πια ένα. Έχει δικούς της δρόμους η ένωση όταν τ΄αποφασίσει. Μαγεία το λένε. Είναι αυτό που κάνει τον κόσμο αλλιώτικο. Πιο φωτεινό. Άνετο. Ασφαλή.
Κοίτα ψηλά Ετιέν!
Δεν έχει αστέρια το στερέωμα, εκατομμύρια αερόστατα φωτιάς έχει,
δέκα χιλιάδες ψίθυρους έχει
εκατοντάδες στεναγμούς.

Που σε καλούν.
Γίνε η αρμύρα μου Ετιέν.. 


----------




Σαν σήμερα λέει το αλμανιάκ, πέθανε ο Ζακ Ετιέν Μονγκολφιέ , εφευρέτης του αερόστατου. Καλή μας νύχτα με μία σκέψη σε κάθε Ετιέν που διασχίζει  αιώνες  προσμονής,
πάντοτε με τον ουρανό στα μάτια
και  άσβεστη της λαχτάρας τη φωτιά..