23 Σεπ 2016

Φοβάμαι..


Édouard Manet

Φοβάμαι.
Χθες στάθηκα ξανά στην άκρη του δρόμου χωρίς να θυμάμαι γιατί. Πού πήγαινα; Με περίμενε κάποιος; Κι αν ναι, πού; Για δευτερόλεπτα, ένα απέραντο κενό. Μετά η έκπληξη. Η διαπίστωση πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Κι η πόρτα άνοιξε στο φόβο.

Μερικά τεστ- πιεσμένη αυτόν τον καιρό – κάποιο σοκ – θυμάστε – μετρήστε- παρατηρείστε για δύο λεπτά- λόγια , ερωτήσεις, πολύ νέα για ν΄ανησυχούμε, φωνές που μπερδεύονται η μία στην άλλη - μάλιστα, κανένα ιδιαίτερο σοκ- ναι, διαβάζω, όχι δε θυμάμαι πια εύκολα αριθμούς τηλεφώνου - βουίζουν γύρω μου κι εγώ απαντάω, χαμογελάω, μετράω σωστά, τα μάτια μου όμως δεν ξεκολλάνε απ το ηλικιωμένο ζευγάρι – αυτή σ΄ένα φορείο – μοιάζει να κοιμάται κι αυτός να τραβά απαλά τα λιγοστά μαλλιά απ το ήρεμο πρόσωπο και με δάχτυλα στρεβλωμένα απ΄την αρθρίτιδα να επιμένει σ΄ένα επαναλαμβανόμενο χάδι. Από το ένα βλέφαρο στο άλλο και από κει μέχρι τον κρόταφο, και πάλι πίσω. Την ίδια διαδρομή. Σαν για να της θυμίσει. Τα βήματα της ζωής τους. Να της τα μάθει ξανά.
Ήθελα να γεράσουμε μαζί.
Θα το ξεχάσω κι αυτό;

Διαβάζω πολύ αυτόν τον καιρό. Πως τα συμπτώματά μας είναι ένα ημερολόγιο αποφυγής, σήματα προειδοποιητικά απέναντι στον κίνδυνο. Χάρτης μιας νέας τοπογραφίας , δρόμων που οδηγούν εκεί που νιώθουμε ασφαλείς. Μόνοι μας άραγε το κάνουμε αυτό στους εαυτούς μας ; Είναι ένας τρόπος απόδρασης απ ό,τι μας πληγώνει; Δεν ξέρω.
Ξέρω πως στο διάβα μας, στεκόμαστε μάρτυρες πολλών χαμών σε κάθε τους μορφή, ανθρώπων γνωστών, ανθρώπων άγνωστων που όμως έστω και η στιγμιαία συνάντηση μας σε κάτι μας αλλάζει. Και απώλεια την απώλεια, θλίψη τη θλίψη, σφυρηλατούμε μια πανοπλία να μας φυλάει απ΄την απογοήτευση. Ή απ΄την απόγνωση. Φορές παρακαλάμε να ξεχάσουμε, να σβήσουμε τα χνάρια που μας οδήγησαν στην οδύνη, παραβλέποντας πως ό,τι ζούμε, γεννάει μέσα μας διάρκεια, μας δίνει συνοχή, γνώση για τις μετέπειτα επιλογές μας.
Ζητάμε για δώρο μια κατάρα..

Φυσάει απόψε. Κι όμως κανένας αγέρας δεν εμποδίζει τη νύχτα να τυλίγεται στο μυαλό μου, αράχνη που αθόρυβα θα το στραγγίσει απ ό,τι με κάνει να είμαι εγώ. Θα αφήσει μονάχα ένα κορμί, κορμό ξερό, καμμένο, χωρίς ρίζες, χωρίς άλλη άνοιξη, με δακτύλιους θαμπούς που κανείς δε θα διαβάσει τι έγραψαν.
Σαν δρόμος, που βυθίζεται ευθεία στη σκοτεινιά.

Με ρωτούν πώς ήταν η μνήμη μου παλιότερα. Επιλεκτική, απαντώ και χαμογελάμε. Δεν πείραζε που δε θυμόμουν. Ήξερα πως κάθε στιγμή είναι βαθιά χαραγμένη μέσα μου. Σε ύπνο πολλές απ τις αναμνήσεις μου, μα ύπνο ελαφρύ. Προσωρινά μόνον εξόριστες. Αρκούσε μια μυρουδιά, η χροιά κάποιας φωνής, μια λέξη και τα αμπάρια άνοιγαν, γέλια, πόθοι χαμένοι στους καιρούς, ντροπές, δάκρυα και ώρες τρυφερές ξυπνούσαν, τεντώνονταν νωχελικά και στροβιλίζονταν για λίγο σ΄έναν χορό μέχρι να ξαναβολευτούν στην τόσο αναγκαία για τη συνέχεια, λησμονιά.

Πώς γίνεται μια τόσο σκληρή λέξη να ηχεί τόσο απαλά; Λησμονιά.. Η μεγαλύτερη απόδραση από το παρελθόν μας.. Μα η πόλις μας ακολουθεί, θυμίζει ο ποιητής. Αλλάζουμε τόπο, αλλάζουμε τρόπο μα δεν αλλάζουμε ιστορία.
Μόνο που θέλει να τη θυμόμαστε αυτή την ιστορία. Γιατί δίχως το χθες μας, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε σήμερα, δεν έχουμε αύριο.

Και πώς γίνεται να ξεχάσω όλα τα αύριο που ονειρεύτηκα;
Τον ήλιο στη σκάλα της Σαγράδας που θα ανεβαίναμε μαζί, τα δέκα μερόνυχτα στην άλλη άκρη του κόσμου μας με τον υπερσιβηρικό, ένα διήμερο στην Αμοργό σου, τη νύχτα που θα ξαναδούμε το brief encounter άηχα, ένα ποτήρι κρασί στα δυο..
Πώς θα ξεχάσω την τρομπέτα του Miles Davis που ξύπναγε κάθε πρωί με τη μουσική μες στο μυαλό του, μέχρι τη μέρα που εκείνη έσβησε κι εκείνος δεν ήξερε πια πώς να ζήσει, τη γεύση των χειλιών σου στο τσιγάρο μου, τον Al Bano στο io di notte.. να σου γράφω, να σε θέλω.

Οι στατιστικές λένε πώς γίνεται. Κι ύστερα θα ξεχάσω και πως κάποτε τα θυμόμουν όλα αυτά. Το πρόσωπό σου. Το πρώτο ποίημα που μου χάρισες. Τα βράδια που περνούσαμε γελώντας και κάνοντας σχέδια να ξεγελάσουμε τη φθορά, το καστανόμελο, τη βροχή. Το όνομά σου. Σε πόσον καιρό όλοι οι καιροί θα χαθούν; Πόσο χρόνο έχω ακόμη; Αυτόν τον πραγματικό μας χρόνο, που μετριέται μονάχα στη μνήμη. Χωρίς αυτή δεν είμαστε τίποτε. Θραύσματα ύπαρξης. Χωρίς συνοχή.
Απλά χωρίς.
Παράξενο ακούγεται. Να ξεχάσω την ίδια μου τη ζωή. Σαν θάνατος.
Χωρίς το σαν.

Το ξέρω πως σε κάθε ξημέρωμα λιγοστεύουν οι μάρτυρες της ζωής μας.
Και φοβάμαι. Φοβάμαι πως κάποια μέρα θα σε συναντήσω , θα με κοιτάξεις στα μάτια μα δε θα δεις τίποτε. Οι άλλοτε γαλαζοπράσινες λίμνες που λαμπύριζαν στον ήλιο της αγάπης σου και ουρανό μου σε καθρέφτιζαν θα έχουν απομείνει δυο σκέτα κομμάτια γυαλί. Κι αυτό θαμπό.
Μην κλάψεις. Κράτα για λίγο ακόμη εσύ τη μνήμη.
Αλλά μην κλάψεις.

Μου λένε να μην ανησυχώ. Τους λέω φοβάμαι. Κι ύστερα με πιάνει γέλιο.
Τι να φοβάμαι..
Θα το ξεχάσω άλλωστε και αυτό..

-------



Σεπτέμβρης 2016, παγκόσμιος μήνας Alzheimer



Αφιερωμένο

Καλή μας νύχτα

17 Σεπ 2016

Αυτή η νύχτα μένει ..



 ‘’Γιατί σωπαίνει η σελήνη, ακόμα και χωρίς εκείνο το ι της σιωπής, το είπε κάποιος που ήξερε, κι εκείνο το ι που λείπει, είναι μια μεγάλη και μελαγχολική νότα, σχεδόν ένας θρήνος που φέρνει ανατριχίλα’’ 
Αντόνιο Ταμπούκι





‘’Δεν τα κοιτάζω πια’’ λέει απαλά, στον εαυτό του περισσότερο παρά στη γυναίκα που μοιάζει να χαμογελά αχνά στο στερέωμα που λαμπυρίζει καθάριο ετούτη την ώρα.
‘’έχουν πεθάνει όλα τους αιώνες τώρα, φαντάσματα είναι μοναχά, μνήμες που αχνοφέγγουν σ΄έναν ωκεανό ματαιώσεων, ως να τις καταπιεί οριστικά το σκοτάδι..’’

Εκείνη σιωπά. Βαθιά και σιγανή η φωνή του, σκοντάφτει πάνω στο κύλισμα των καρφιών μιας ξεθωριασμένης λατέρνας και τη φτάνει σαν από το απέναντι ενός ρήγματος, μίας χαράδρας από πληγές παλιές που κάθε τόσο φωνάζουν την ύπαρξή τους, σουβλιές αρχαίου τραύματος που όμως ποτέ δε σε ξεχνά.
Αφήνεται μόνο σ ένα ψηλά, σε κάποιο ακαθόριστο μακριά, προτού επιστρέψει στις ερωτήσεις που κολυμπούν στα μάτια του, ψάρια σε μαύρο ενυδρείο, πορτοκαλιά και γκρίζα, γοργά κι ακίνητα μαζί, σ΄έναν κουρασμένο ιβίσκο, στην τραχιά μελαγχολία των χεριών του, σ΄ένα ψαροκάικο που λικνίζεται μονάχο στα σκοτεινά νερά.

Αυτό είμαστε, σκέφτεται. Μικρά πλεούμενα σε θάλασσες αχαρτογράφητες. Κάποτε πλησιάζονται, ίσως και να βοηθιούνται όταν είναι μπορετό. Καθένα όμως πασχίζει να δαμάσει τις φουρτούνες του μονάχο. Να βρει την πορεία του, να χαράξει τη ρότα του, να καταπιεί τα κύματα προτού το καταπιούν αυτά. Και τις νύχτες, έστω κι από μακριά, να βλέπει στις αναλαμπές των άλλων σπίθες από ένα φως, από μιαν ελπίδα και να παρηγοριέται στη γνώση πως έχουν κάτι κοινό όλες αυτές οι μοναχικές προσπάθειες..

‘’Μη χάνεσαι’’ λέει απότομα και γυρνάει προς την κουρασμένη λατέρνα σαν που της απαιτεί να δυναμώσει, να πνίξει αυτό που ήθελε μα και δεν ήθελε να πει. Απλώνει το χέρι μόνο, μα το τραβά ξανά πίσω με μια υποψία θυμού για τη γυναίκα που δίχως να μιλήσει μοιάζει να τον ξεγύμνωσε από την ισορροπία που φορούσε σα μάσκα και τώρα δεν ξέρει πώς να τη ζητήσει πίσω.

‘’Μη χάνεσαι κι εσύ..’’ ψιθυρίζει ξανά, σ΄ένα παράπονο σαν που πισωγυρνάει όλο και πιο βαθιά στο στόμα του κι από κει στο στέρνο του, μέχρι τα σωθικά του, αναδεύεται για λίγο αναποφάσιστο για να ξεπηδήσει πίδακας , δυναμωμένος ποιος ξέρει από ποια ανάγκη .. ‘’Κάποτε όλα αυτά θα τελειώσουν. Είναι ανάγκη να τελειώσουν. Να θάψουμε αυτόν τον κόσμο που χωρίζει τους έρωτες προτού καρπίσουν, που γερνάει πρόωρα τα παιδιά του, που θρυμματίζει τα όνειρα, που στεγνώνει την ελπίδα. Δεν είμαστε τίποτε. Όλοι, αργά ή γρήγορα φεύγουμε χωρίς το ελάχιστο ίχνος. Ζωές και ζωές που αγωνίζονται κι όμως ξεριζώνονται σε μια στιγμή απ τους ανέμους της δυστυχίας, υποσχέσεις μιας ευτυχίας που σωριάζονται και γίνονται συντρίμια.
Και τι μένει; Τίποτε δε μένει .. ‘’

Μένει.. μένει.. του επιστρέφει την ηχώ ένα νυσταγμένο νυχτολούλουδο και γέρνει απαλά στη νύχτα που βαραίνει σιγά σιγά τυλίγοντας ήχους, δρόμους κι ανάγκες σ΄ένα υγρά θωπευτικό αγκάλιασμα.

‘’Δε μπορείς πια να επιστέψεις σπίτι..’’ .
Αν κάπου το διάβασε αυτό, αν είναι στίχος κάποιου ξεχασμένου τραγουδιού, η γυναίκα δεν ξέρει, ούτε και νοιάζεται να θυμηθεί. Αν μπορούσε μόνο να απομακρύνει το πέπλο που σκιάζει τον άντρα που ο ερχομός του άλλαξε χρώμα στις ανάσες της.. Αν μπορούσε να του πει πως ναι, θα μείνει, πως τα αστέρια όπως και τα όνειρα- δεν είναι εκεί για να τα κατεβάζουμε, αλλά για να μας δείχνουνε το δρόμο, πως ο πόνος μας λυγίζει φορές μα εμείς μαθαίνουμε να γινόμαστε καλαμιές για να μη σπάσουμε, να του πει πως ο κόσμος έχει αλλάξει εκατομμύρια φορές και άλλες τόσες θα ξαναλλάξει, πως γεννιέται σε κάθε μας ονείρεμα, πως παίρνει σχήμα με κάθε μας άγγιγμα, πως κάθε μας χαμόγελο καρφώνει ένα καινούριο άστρο στα σκοτάδια.
Πως είμαστε παραπάνω απ το τίποτε. Είμαστε τα όνειρα που χτίζουν νέα αύριο, είμαστε τα μονοπάτια που ανοίγουμε, είμαστε αυτό που αφήνουμε πίσω μας, μικροί κυματισμοί που φορές στρέφουμε τη ροή των ποταμιών, επίμονοι σολομοί είμαστε, στο δρόμο για τη γέννα της νέας μας Εδέμ.
Πως κάθε αληθινή συνάντηση, είναι πολύ παραπάνω από παράλληλες μοναξιές..

Δε λέει τίποτε όμως.
Γιατί την ίδια στιγμή ξέρει πως καθένας διασχίζει την απώλεια με το δικό του τρόπο. Πως όπως σε κάθε πραγματική επαφή, έτσι και στις απουσίες, ό,τι χάνεται είναι πολύ περισσότερο από το απλό άθροισμα όσων υπήρχαν πριν. Πως δεν υπάρχει πόνος που να ξεπονά έναν άλλον. Πως έχουν –αν έχουν, πολύν δρόμο ακόμη μπροστά τους για ένα μαζί.

Δε χάνομαι. Σου δίνω τη νύχτα μου απόψε και αύριο χανόμαστε μαζί.

Δε λέει όμως ούτε αυτό.
Κουράζουν τα λόγια. Αν πάγωνε μονάχα ο χρόνος.. Να έμεναν για πάντα εκεί. Χωρίς ξημέρωμα, τυλιγμένοι στον γαλήνιο παφλασμό των κυμάτων , μετέωροι ανάμεσα σ ένα αν κι ένα να, ανάμεσα στην υπόσχεση και την απογοήτευση, ανάμεσα στην πιθανότητα και τη σιωπή, ανάμεσα στο κόσμο όπως είναι και σ’ εκείνον όπως θα μπορούσε να είναι.
Δε λέει όμως. Ούτε αυτό.

Αργότερα, καθώς θα βυθίζεται με μανία στη νύχτα της σκάβοντας τα πετρώματα της σιωπής της για μια πηγή να τον ξεδιψάσει, θα ζητά με απόγνωση σχεδόν τα μάτια της. Σωσίβιο ο πόθος σε ναυαγούς που μοιράζονται την ίδια οδύνη, που ψάχνουν ο ένας στο βλέμμα του άλλου μιαν ανακούφιση και την ελπίδα κάποιας σωτηρίας, που με κοφτές ανάσες και παρατεταμένα βογγητά εκπέμπουν ένα ιδιότυπο S.O.S. - save our souls , σωσίβιο τρύπιο όμως γιατί ξέρουν κι οι δυο καλά πως την ψυχή του καθένας μόνος του τη σώζει, πως αν θέλουμε νέους προορισμούς πρέπει υποχρεωτικά να εγκαταλείψουμε κάτι πίσω μας, πως τα μόνα φράγματα που σπάνε ανώδυνα, είναι τα στεγνά. Που δε συγκρατούν τίποτε.
Όλα τα άλλα ματώνουν.

Κι ακόμη πιο αργά, ελάχιστα προτού οι πρώτες αχτίδες ορμήσουν να λοιδωρήσουν τη στοργή της νύχτας, θα ονειρευτούν κι οι δυο τους μία φλεγόμενη θάλασσα, και τους εαυτούς τους σπασμένες μελωδίες να τη διαπλέουν. Καθένας όμως με έναν δικό του, διαφορετικό τρόπο. 


Και μ΄έναν διαφορετικό προορισμό..



Καλή μας νύχτα
με Δήμητρα Παπίου και Αυτή η νύχτα μένει 





15 Σεπ 2016

Όπως θυμός.


Κάθε στιγμή ένα ατύχημα, μία αρρώστια, μια απροσεξία, ένας σεισμός, ένα όπλο, μια λάθος δόση , μια φωτιά, σβήνει και κάποιον απ το χάρτη μας.
Κάθε στιγμή αποχαιρετάμε φίλους, εραστές, όνειρα, ανοίγουμε τάφους, θάβουμε ελπίδες, δυνατότητες, ευκαιρίες. Ζωές.
Δικές μας ζωές .

Κάθε στιγμή ο κόσμος μας αλλάζει από γεγονότα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και μισή ανάσα κοντά, δέντρα αιώνων λυγίζουν, θύελλες σαρώνουν τα σταθερά και τα ανίκητά μας – απ τον Οζυμανδία τίποτε πια δεν απομένει παρά δυο πέτρες, αυριανή σκόνη κι αυτές, κάθε στιγμή οι ήλιοι καίγονται, τα΄αστέρια σβήνουν, η γη ανοίγει, καταπίνει και μετά ξερνάει τα περιττά.

Κι εμείς αυτόν τον κόσμο τον μαθαίνουμε μέσα από οθόνες, βλέμματα που δε βλέπουν, μάτια καρφωμένα σε εικόνες πλασματικής χαράς, εικόνες αδιάφορες, εικόνες μιας αρχαίας τρυφερότητας – εκθέματα μουσειακά μιας ιστορίας που κάπως θολά έχουμε κάποτε ακούσει, εικόνες σκληρές, θλιβερές, μονότονες, εικόνες που εναλλάσσονται σαν αστραπές που φωτίζουν ένα κινούμενο συνοθύλευμα που παχίζει να δείξει, να νιώσει ζωντανό, έναν κόσμο χωρίς χθες, εκπατρισμένο, απορημένο, αποχαυνωμένο από τα χάπια για την ανεξήγητη και εξηγημένη θλίψη, χάπια για τον αδιάφορο πόνο των άλλων, για τον δικό μας που τον τρέμουμε, για το βάρος στα στομάχια μας που δε μπορεί να χωνέψει αυτό που είμαστε, έναν κόσμο που τρέχει διαρκώς μήπως και ξεχάσει την ανυπαρξία προορισμού, έναν κόσμο αλυσοδεμένο σε ανύπαρκτες ράγες, καθηλωμένο από τον έναν αφανισμό στον άλλον.
Ζωές ασάλευτες. Ζωές σαλεμένες.

Και ατελείωτα μιλάμε, αγορεύουμε κι αγριεύουμε εκεί που μπορούμε να παριστάνουμε πως έχουμε μπόι, διεκδικούμε δικαιώματα, δημοκρατίες άγνωστες, ελευθερίες που κι αν τις αποκτήσουμε ποτέ δε θα ξέρουμε τι να τις κάνουμε, εξαντλούμε την δύναμη της φωνής μας και της φωτιάς μας στην επίφαση κάποιας οργής σαν ρόλος που δοκιμάζουμε αν και πόσο μας πάει.

Πρίγκιπες Πρόσπεροι ταμπουρωμένοι στα ωραία μας κάστρα, φυλάμε ιδεολογίες δανεικές , σακούλες πλαστικές ενάντια στην παγωνιά του φόβου, με μάσκες επιχρυσωμένες μήπως και ξεγελάσουμε τον τρόμο στη θέα του άλλου, του αλλιώτικου, του καθρέφτη μας που αν ξεσκεπαστεί δε θ αποκαλύψει τίποτε, οι κούφιοι άνθρωποι δεν έχουν ούτε είδωλο ούτε σκιά, ποτίζουμε τη σκοτεινιά, το μίσος, την άγνοια, μαραίνουμε τα παιδιά μας, παγώνουμε τα χέρια που μας απλώνονται, γερνάμε μέσα σε μάσκες αιώνιας νιότης, αρυτίδωτοι από χαμόγελα κι ανέγγιχτοι από χάδι, επινοούμε θεούς για να μας σώσουν και δαίμονες για άλλοθι, κλείνουμε πόρτες, υψώνουμε τείχη ανοίγουμε τάφρους για να κρατήσουμε απ έξω αυτό που ήδη τρέφουμε με το δηλητηριασμένο από το φόβο γάλα κάθε μας σκέψης, κάθε μας πράξης, κάθε μας απραξίας.

Κι αν αρεσκόμαστε στα παραμύθια για φοίνικες και σταχτοαναγεννήσεις, είναι μονάχα για να ξεχνάμε πως εμείς έχουμε κάτι που το μυθοπούλι δεν είχε ποτέ. Τη γνώση.
Και την ευθύνη.
Για τη νεκρώσιμη πυρά που μόνοι μας ανάβουμε.
Και μόνοι μας πηδάμε μέσα.

Καλή μας νύχτα. 



Κόκκινη. Όπως θυμός.
Και μαύρη. Όπως σκοτάδι.




[πίνακας Jackson Pollock ]





6 Σεπ 2016

Απόβραδα..







Στ΄  απόβραδα του κόσμου
υπάρχουν άνθρωποι που φυλαγμένο κρατούν ένα κερί, ξέροντας πως το αντιφέγγισμά του γλυκά απαλύνει τα στοιχειά
κι η μοναξιά δεν είναι πια απέραντη.
Ανάβουνε φωτιές, λέν ιστορίες κάτω απ το στοργικό του φεγγαριού χαμόγελο,
κοιτούν ψηλά, επινοούν ελπίδα.
Κι έτσι υπάρχει κάπου, κάποιος που έχει ένα σχέδιο, που τους προσέχει
κι ο κόσμος δεν είναι όσο άδειος μοιάζει.

Στ΄απόβραδα της πίστης
πόνοι και θλίψεις βγάζουν την ευτυχία που φορούν ολημερίς για μάσκα,
κάθονται δίπλα δίπλα με μάτια γυάλινα στη μέση οικείων ερήμων,
ζευγάρια ξαπλώνουνε μαζί κι όμως απέραντα μακριά ο ένας απ τον άλλον
-νησιά ερημωμένα σε στερεμένες θάλασσες,
κορμιά κινούμενα σ΄αμετακίνητες ζωές.

Στ΄απόβραδα του φόβου
της έγνοιας -μα όχι της επιθυμίας άνθρωποι,
αθόρυβα ρουφάν ολονυχτίς το μαύρο, εκπνέοντάς το ασθμαίνοντας την άλλη μέρα.

Και στης σιωπής τ΄απόβραδα,
άλλοι εξαγοράζουνε τον ανονείρευτό τους λήθαργο με κάποιο χάπι,

και άλλοι άγρυπνοι
επίμονα φυλάν τα Όνειρά τους απ τη λήθη.

Καλή μας νύχτα..

με Blue Light από τον Ben Webster
https://www.youtube.com/watch?v=8c80I8PP10U





---
[Πίνακας Georgia O'Keeffe]

2 Σεπ 2016

Μιαν άλλη ώρα..



 Μιαν άλλη ώρα, σε κάποιον άλλον τόπο
-να με περιμένεις-
Θα σε κρατήσω απ΄το χέρι,
θ' ανάψω φωτιά, θα γελάς
τα χείλια μας θα' ναι σκισμένα μα γιατρεμένα
θα μοιραστούμε ένα τσιγάρο
-κάθε φιλί είπες, είναι υπόσχεση αιώνιου-
θα πεις το όνομά μου
θα πιω το σκοτάδι σου
-θα σ΄αγαπώ


Μιαν άλλη ώρα, σε κάποιον άλλον τόπο
θα σ΄αγκαλιάσω
και θα χουμε ξανά ένα απάγκιο,
έναν δικό μας κόσμο,
μία πατρίδα
μιαν αρχή.

Καλή μας νύχτα..






----

Το έργο είναι του Σύριου καλλιτέχνη Tammam Azzam
σύνθεση μιας δημιουργίας και μιας καταστροφής..