30 Οκτ 2016

Οι Κυριακές μας ..


Μετέωρες οι Κυριακές μας ακροβατούν στην κόψη μια προσμονής και μιας μελαγχολίας. 
Τρυπώνουν πίσω απ τα μάτια ράθυμα, καθυστερούν να ζωντανέψουν, ταλαντεύονται στις συμπληγάδες ανάγκες της κούρασης και της ευκαιρίας. 
Μετέωρες, έρχονται φορτωμένες αρχαίες λιακάδες, σχέδια, 
γέλια απρόσβλητα ακόμη απ’ τη σκουριά του χρόνου, μια μυρουδιά ευτυχίας και ψημένης δάφνης, 
τη ζάλη από κρασί παλιό κι από φιλί αγαπημένου, 
μη μαρτυρώντας μας ποτέ αν φεύγοντας θα χουν ακόμη το πειραχτικό χαμόγελο μιας πιθανότητας ή αν θ΄αφήσουν πίσω τους μικρές ομίχλες κι υγρές ραγισματιές σε στεγανά, πέρασμα σε φόβους παλιούς που κρύβονται στου σούρουπου τη θλίψη.





Μετέωρες φορές οι ζωές μας
ακροβατούν ανάμεσα στη μνήμη και τη λησμονιά,
στο χρόνο που βιάζει και παρασέρνει σαν κύμα ανταριασμένο και στον χρόνο-Κρόνο -το μάτι μιας παγωμένης δίνης, που κάθε χθες μας διαρκεί αιώνια, αγνοώντας πως γύρω του άπειρα αύριο κατακρημνίζονται στα βάθια της ακινησίας.
Μετέωρες, ανοίγονται σε χειμώνες προτού τελειώσει το καλοκαίρι και εκβιάζουν πεταλούδες σε άγουρα κουκούλια, παίζουν αέναα το τραγικό τους μονόπρακτο σε αναχωρήσεις τραίνων και τρικάταρτων πόθων, λοιδωρούν μα και θρηνούν βουβά αυτά που χάθηκαν κι αυτά που δε θα γεννηθούν ποτέ.

Μετέωροι κι εμείς, δυσκολεμένοι να ξαγγιστρωθούμε από το χώμα, αδύναμοι να οραματιστούμε αιθέρες, λιγόπιστοι στο θαύμα το κρυμμένο ενός μπορώ, ούτε πατάμε, ούτε πετάμε,
κι όμως την ίδια ώρα , νοσταλγοί μιας μέθης από αρχαίες λαχτάρες, στέλνουμε αμίλητοι τις προσευχές μας σε μακρινούς ουρανούς, αρνούμενοι τη σιωπή τους και αποκαμωμένοι κυλάμε στα Όνειρα, εκεί που υφαίνονται οι άλλες μας αλήθειες, εκεί που καμία λέξη δε γίνεται μοίρα, καμιά ελπίδα στάχτη, καμία απουσία φυλακή.

Ίσως γιατί βαθιά στα σπλάχνα μας, κάτι,
παλεύει για μια χαμένη πίστη..





Τony Tycker - Wait for the night to turn blue 

27 Οκτ 2016

για πόσο λίγο..



Μοναχικά πλεούμενα ήμαστε.
Δέντρα κομμένα, πισσαρισμένα μ΄Όνειρο,
δεμένα ελπίδα
-κι ας ήταν ματαιώσεις τα καρφιά.
Μοναχικά πλεούμενα,
ισορροπώντας σε μια κόψη.

Με την ψυχή στον ουρανό
-κι ας ξέραμε πως είναι απλά κενό.
Με το κορμί στα κύματα ριγμένο
-κι ας ξέραμε των ναυαγίων τη μοίρα.
Σ΄έναν ορίζοντα ταμένοι
- τι κι αν στα μάτια μόνο ζει.
Μοναχικά πλεούμενα ήμαστε.

Κι όμως για λίγο – μα πόσο λίγο-
λιμάνι μας η ευτυχία.


Καλή μας νύχτα


Joan Miro

21 Οκτ 2016

Steel Blue..



  
Στην άκρη του ξέφωτου το γέρικο δέντρο στέκει μαύρο, κλαδιά γυμνά, χέρια στεγνά, απλωμένα σ έναν ουρανό που μοιάζει να φλέγεται και να χύνεται, αίμα πηχτό, αδειάζοντας τη ζωή στο σκούρο της χάσης.






Ένα σκιάχτρο μοναχικό κουφάρι σε μια πύρινη αποχώρηση  θυμίζει παλιές φωτιές κι ένα σμάρι πουλιά απομακρύνεται βιαστικό, σαν κυνηγημένοι που τρέχουν να γλιτώσουν απ το φόβο, αφήνοντας πίσω όσους δρόμο άλλο δεν έχουν, παρά ν αντιμετωπίσουν ό,τι τους περιμένει.
Κι ένα απότομο σκίρτημα του αγέρα σέρνει στο τίποτε πεσμένα φύλλα.

Τα δάχτυλα της γυναίκας ακουμπούν προστατευτικά θαρρείς τον καμένο κορμό, σαν για να γλυκάνουν τον πόνο που με το άλλο της χέρι προκαλεί . Εκεί όπου μεθοδικά κι αποφασιστικά, με το μικρό μαχαίρι στην παλάμη της, χαράζει καινούριες πληγές.
Σ ένα κορμί που άλλαξε απότομα, βίαια
κι απρόσμενα
Κλάψε
Και δως μου ένα σου δάκρυ . Ένα. Θ΄αρκεί



Ένα ξαφνικό θρόισμα τραβά έκπληκτο το βλέμμα της. Δυο φτερά δίχως χρώμα, δίχως λάμψη, δίχως τίποτε να θυμίζει τη χαρά των πεταγμάτων στις μακρινές άνοιξες.
Φτερά σταχτιά, σαν που ξεπήδησαν απ τα βάθια μιας παλιάς φωτιάς, που το πέρασμά της είχε ποτίσει τους χρόνους γκρίζο. Μια πεταλούδα, αιώνες χαμένη απ τον κόσμο της
Άνιμα..
Που φτερουγίζει στα περάσματα, εκεί που το φως κυλά και σβήνει σε κρύα σκοτάδια, εκεί που το πέπλο ανάμεσα στους κόσμους της αρχής και του τέλους είναι τόσο λεπτό που φορές αγγίζονται μεταξύ τους.
Και για μια φευγαλέα στιγμή, τα μάτια της γυναίκας κλείνουν.
Γιατί αν μπορέσει κάτι ή κάποιος να δει μέσα τους, θα δει φωτιά.
Κι αν έχει και τρόπο για να μπει, θα βρει ένα μεσοχείμωνο να κουλουριάζεται στο στήθος της
Για μια μόνο φευγαλέα στιγμή, που περνά και σβήνει σα να μην υπήρξε.
Μα συνεχίζει. Να χαράζει, όλο και πιο βαθιά
Κλάψε . Κλάψε για κάθε δαχτυλίδι που κέρδισες να σ αγκαλιάζει και για κάθε πληγή που σου ανοίχτηκε
για κάθε μάχη που έδωσες και χάθηκε
και για όλες που είναι να δοθούν
Κλάψε
Μα ζήσε.

Κι η κοφτερή λεπίδα σκάβει όλο και πιο βαθιά, ξύνοντας και πετώντας μακριά σκλήθρες και στρώσεις καρβουνιασμένων πόνων, ώσπου τα δάχτυλά της ματώνουν και στα μάτια της γεννιέται βροχή την ίδια ώρα που χίλια σύννεφα μακριά, ένας κεραυνός αναδεύεται, σαν που αναρωτιέται αν ο καιρός ζύγωσε, μα μετανοιώνει, και σβήνει σ ένα περίμενε, στη σκοτεινιά ενός κάποτε
Ούτε ο δικός σου καιρός είναι ακόμα φαίνεται
Κι εσύ μισός
σαν τ όνομά σου .. μισός καρδιά , μισός λογική
μα όχι ολόκληρος
τούτη τη μέρα των ισορροπιών που δεν κερδήθηκαν


Και στο ξέφωτο του καμένου δέντρου η γυναίκα κλαίει.



'Ωρα αργότερα, που ένα παλιό πικάπ θα παίζει ένα ξεχασμένο τραγούδι, που τα τελευταία φύλλα θα ψιθυρίζουν στον άνεμο μια καληνύχτα κι οι μπλεγμένες φωνές τους θα χουν κάτι το καθησυχαστικό μουρμουρίζοντας γι αγάπες και καιρούς και για έναν τελευταίο χορό,
η γυναίκα θα θυμηθεί τη στιγμή που η φλίδα που τη μάτωσε έκανε λες ν αναβλύσει εκείνο το δάκρυ απ το δέντρο που της το πρόσφερε θαρρείς, σαν που αναγνώρισε την ικεσία στο απλωμένο της χέρι.
Και θα χαμογελάσει.
Για τις ρίζες που ξέρουν να φυλάν την άνοιξη, για τα δάκρυα που χουν τη γεύση της αυγής, για κείνο το ανεπαίσθητο κρακ που ακούς απρόσμενα στα σωθικά σου, σημάδι πως έσπασε η αλυσίδα.

Γιατί κι η καρδιά, ένας φοίνικας είναι , που απ τις στάχτες του γεννιέται, κι ας είναι κάθε γέννα οδύνη φορτωμένη απ΄τις μνήμες των παρελθόντων.
Μα δρόμο άλλον δεν έχει. Παρά μπροστά . Σαν κείνα τα ψάρια που κόντρα σε ρέματα που δεν ξέρουν γιατί τα πολεμούν, και πέφτοντας σε βράχους που ίσως και να τα σκοτώσουν, ακολουθούν το δρόμο που δε θυμούνται για ποιο λόγο τον θυμούνται .
Μα ξέρουν ότι πρέπει .


















10 Οκτ 2016

Σαν



 Με λένε.. Δεν έχει σημασία πώς με λένε. Πάντα με φώναζαν Σαν. Μια τρυφερή υποτίθεται προσφώνηση -ο ήλιος μας, μόνο που εγώ δεν καταλάβαινα. Σαν να μη μ΄έβλεπαν, σαν που όφειλα να είμαι κάτι άλλο απ ό,τι ήμουν. Κι έτσι, δεν έμαθα ποτέ τι ήμουν.

Έμαθα όμως να απαντάω. Σαν να ήμουν εγώ. Χαμογελαστός, πρόθυμος, αυτάρκης, σίγουρος, επιτυχημένος. Ο άρχοντας της συμβατικότητας. Σαν τέλειος. Και χωρίς σημασία οι κάθιδρες νύχτες το πνίξιμο οι εφιάλτες ενός άγνωστου βάλτου που με ρουφάει αργά χωρίς να τολμάω να κινηθώ. Ευτυχώς πάντα ξυπνάω.
Ακόμα. 


Σήμερα έριξα γροθιά στον καθρέφτη. Την ώρα που ξυριζόμουν. Μη με ρωτήσετε γιατί. Δεν είμαι καλός στον ειρμό. Φαντάζομαι για τον ίδιο λόγο που οι περισσότεροι κάνουμε στα μισά του δρόμου σπασμωδικές στροφές δεξιά κι αριστερά, για τον ίδιο λόγο που αλλάζουμε πεζοδρόμιο και πέφτουμε στο χαντάκι. Ποιος ξέρει τι νομίζουμε ότι αποφεύγουμε.. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως χθες είχα κολλήσει μ΄αυτό το σαν. Το πιπίλαγα ώρες, το ψιθύριζα, το φώναζα. Σαν.
Με μιαν ακαθόριστη αίσθηση απώλειας αν και δεν ήξερα τι ήταν αυτό που είχα χάσει.

Το ξέρατε πως αυτονομούνται τα γράμματα φορές; Σας το υπογράφω εγώ, το κάνουν. Κι ας μην κατάλαβα πότε ακριβώς άρχισα να σκέφτομαι πώς ξεκολλάει εκείνο το σι, γίνεται συ, εσύ, σφυρίζει σκοπό, σχέδια, γίνεται πόθος και πάθος, στόχος ερώμενος και προσδοκία. Κι υπόσχεση.
Έτσι δε λένε πως γίνεται; Και πως στην αγκαλιά του Συ γεννιέται ένα ολοστρόγγυλο εμείς. Και κάθε υπόθεση γίνεται κατάφαση. Σαν πρώτη φορά, σαν όλα να , σαν για παντοτινά, σαν άνοιξης υποσχετική , σαν τίποτε ανάμεσα , σαν ένα αιώνιο συν, σαν κανένα αύριο να μη μας τρομάζει.
Κουραφέξαλα. 


Τα σι –και τα συ- που ξέρω εγώ, κρύβονται στην απαίτηση, την απογοήτευση, την άρνηση, γίνονται θυμός, διαπραγμάτευση, γεννούν απόσταση, τόση, όπως απουσία. Και πόνος. Και ντροπιασμένα, φωλιάζουν στη θλίψη, κρυμμένα πίσω από ένα περίτρανο πώς..
Σαν ελπίδες φρούδες που σβήνουν σαν όνειρο που χάνεται στο φύσημα μιας πραγματικότητας που κανείς δεν πήρε στα σοβαρά το βηματισμό της.

Και δίχως το σι, το σαν μένει σκέτο αν. Και παλινδρομεί, σαν ταινία που παίζει αποσπασματικά καρέ καρέ, ξανά και ξανά. Αναζητώντας την αποκάλυψη, αυτό που δίνει στα κομμάτια μια συνοχή ένα σχήμα. Τη συγκεκριμένη στιγμή που περάσαμε τη στροφή. Και χάσαμε την επιστροφή. Αν τούτο, αν το άλλο, αν αργότερα.. Τι να το κάνεις, σε όλα τα ‘αν’ μοιάζει η ζωή να μας προλαβαίνει, περνάει από πάνω μας σαν κύμα κι όλα σβήνουν. Κι ας κάθεσαι εσύ με τη μισή σου και βάλε ζωή πίσω, ν΄αναζητάς ακόμη αυτό το κάτι, και πάντα μόνος. Στο δρόμο βέβαια μαθαίνεις πως δεν εξαφανίζεις τη μοναξιά κρεμασμένος σε κανένα συ. Και σε κανένα σαν. Και ή το παίρνεις απόφαση, ή απλά κοροϊδεύεσαι.
Κανένας καθρέφτης άλλωστε δε συγκρατεί τα είδωλα.

Α, ναι, θυμάμαι. Χθες βράδυ. Χαζεύοντας αφηρημένα το ημερολόγιο είδα πως ήταν η παγκόσμια μέρα του ΄ραγισμένου αυγού΄. Αηδίες, σκέφτηκα πηγαίνοντας για ύπνο.
Κι ας ονειρεύτηκα ρήγματα, φωλιές από σπασμένο γυαλί και μήτρες εκτεθειμένες, ανίκανες πια για νέες γέννες.

Δεν έχει σημασία φαντάζομαι.
Βέβαια, θα πρέπει να πάρω έναν καινούριο καθρέφτη, 

ίσως και κάτι για τον ύπνο.