29 Μαρ 2010

Συκιά Ναι.. αυτό ειναι το όνομά μου..




Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010 




Συκιά . Μάλιστα, αυτό ειν΄τ΄όνομά μου
και σήμερα έχω την τιμητική μου..

Μεγάλη Δευτέρα βλέπετε.  Μέρα της "καταραθείσης και ξηρανθείσης συκής..".

Α..  πόσο οι σκέψεις σας μου είναι φανερές 
που δεν απλώνονται
δεν αγκαλιάζουν
εκσφενδονίζονται με δύναμη μονάχα . 
Λιθοβολείτε.. 
Μα ξέρετε; 
Γέλιο πικρό μου προκαλείτε
και λύπηση συνάμα
για όσα αρνείστε, φοβάστε, κρύβετε..

Κι όμως. Διόλου δε με νοιάζει.
Γιατί , ναι . Συκιά ειν΄ το όνομά μου.

Θέλετε μήπως να σας το συλλαβίσω;

Σίγμα . Κατά πώς λέμε Σωτηρία.  Αυτή που ελπίζετε, μα δε θ αξιωθείτε όσο  κρατάτε μυαλό φυλακισμένο.
Και Ύψιλον. Όπως Υπέρβαση. Αυτή που δεν θα τολμήσετε , παρά στα λόγια μοναχά.
Κι ύστερα Κάπα.  Όπως ο Κήπος.  Σαν  της Εδέμ που τάχα έξω του με κλείσατε κι ας ήταν δικό μου το φύλλο που πήρατε για να καλύψετε τη γύμνια σας . Και τη ντροπή της.
Και Ιώτα. Όπως στον  'Ιμερο .  Σ΄αυτή η λαχτάρα που μ΄επιμέλεια τόση κρύβετε.  Στον πόθο να γευθείτε όσα φοβόσαστε..
-γλυκός ο καρπός μου, το ξέρω βλέπετε - 
και  Άλφα.  Όπως Απόλαυση..

Ναι.  Συκιά ειν΄τ΄όνομά μου
κι είν΄τούτο τ΄όνομα πολύ παλιό
παλιότερο κι απ τις προλήψεις σας, απ τις μισές αλήθειες σας  κι από  τις επιλεκτικές τις μνήμες σας..


Δώρο το φέρω απ τον παππού μου, τον Τιτάνα το Συκέα
τον χθόνιο αυτόν θεό,  που κι αν νικήθηκε  απ το Δία του ήλιου και του κεραυνού
βγήκε ξανά στην επιφάνεια, μόνος πολεμιστής
τα ανέβηκε τα Τάρταρα..
και ρίζωσε στα βράχια..
και μου δωσε το χρώμα τους  το γκρι της πέτρας
και μου δωσε και το κορμί του, π' αντέχει στις φωτιές σας..

Α... οι σκέψεις σας
πόσο καθάρια ακούγονται
Στις αυλές σας δε χωρώ.. τάχα μου  σας θυμίζω  τον Ιούδα .  Μα  πως με το δικό μου το ανθεκτικό κορμί φτιάχνατε τα κρεβάτια που πάνω τους ξαποσταίνατε, είν βολικό να το ξεχνάτε.

Κι ειν που θα θέλατε να ΄χω ρετσίνι όπως όλα τα "ευγενή" δεντράκια..
να μη διαφέρω
γιατί τούτο το γαλακτερό, σας φαγουρίζει
άλλα ειν αυτά που σας θυμίζει  -αυτά τ΄ανείπωτα-
μα παραβλέπετε πως αυτά τα άλλα είναι η πηγή ζωής... σαν το μητρικό το γάλα..

δεν έχω μπουμπούκια ν΄ανθίζουν και λούλουδα με χρώματα κι αρώματα να μοσχοβολάν για να ευφραίνονται οι καρδούλες σας..

'Εχω  δικό μου τρόπο..
'Εχω  δικό μου δρόμο
Ειν΄η δική μου η ψυχή εδώ, μοιρασμένη σε δεκάδες σακουλίτσες δώρου.. γεμάτες στήμονες, χυμούς και σπόρους
που  ωριμάζουν αργά
και προκαλούν

Δεν ανοίγω και Δεν προσφέρομαι . Δεν εκτίθεμαι.  Δεν κυκλοφορώ στο παζάρι της ομορφιάς σας
μεστώνω μέσα μου..
και περιμένω
τη μέλισσα που θα μ΄ανοίξει.. να πιει από μένα .. να μεταφέρει...

Δικός μου ο δρόμος..

Ναι.. Συκιά ειν΄το όνομά μου

κι έτσι ανθίζω εγώ
προς τα μέσα..


Ανιρέτα ..


22 Μαρ 2010

Από τα δώρα της ζωής μου ..




Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010 






Ήμουν στα δεκαεννιά τότε,
σ αυτή τη μόνιμη άνοιξη που όλοι οι δρόμοι ανοίγονται για να τους περπατήσεις, όλα τα χρώματα για τις δικές σου ζωγραφιές, όλοι οι έρωτες εσένα περιμένουν ..

Κι ήταν Γενάρης παγωμένος, αγαπημένος
ντυμένη, στολισμένη, έτοιμη για το πάρτυ
"βρε κορίτσι μου.. έμπλεξα...πήγαινε εσύ, έχω ειδοποιήσει.....θα ΄ρθω αργότερα.."

Πήγα. Κάποιος άνοιξε την πόρτα
Δεν είδα - ένιωσα μόνο - το βλέμμα του να με περπατά, απ'τις δεκάποντες γόβες στη στενή ως τα γόνατα φούστα, ν΄ανεβαίνει στη σμαραγδιά (που με τόσο καμάρι είχα φορέσει..) μπλούζα, να κυλάει στα μέχρι τη μέση -τότε- ξανθά μαλλιά , να σταματά στα χλωμά φεγγάρια που φορούσα σκουλαρίκια..

Κι όμως... δε χαμογέλασε

Η δική μου ματιά αγκάλιασε το χώρο πίσω του.. ή.. προσπάθησε να το κάνει , μέσα από τον καπνό των τσιγάρων, τα ατελείωτα μπουκάλια μπύρας παντού, κάποια καφάσια για καθίσματα.. όλοι στα μαύρα ή έτσι μου φάνηκαν ..το μόνο χρώμα που είδα.. στο μαλλί κάποιων..
και η...μουσική άιρον μέιντεν μου είπαν μετά.. για να μαθαίνω

(α ρε φιλενάδα...πάλι αλλού γι αλλού είσαι..)

κι όμως.. δε χαμογέλασε
"Η πιο ωραία φίλη του Βασίλη"  μουρμούρισε
"α. ρε Βασίλη ..ρεζίλι..." σκέφτηκα

Βρήκε ένα καφάσι κι έστρωσε πάνω του μια μπλούζα - για το καλσόν μου είπε - να μην πιαστεί, έφερε ένα μπουκάλι μπύρας, και μου δωσε ένα κουτάκι σπίρτα παίρνοντας απαλά τον αναπτήρα μου
"και με τα δυο σου χέρια να γεννάς τη φλόγα που ανάβει το τσιγάρο σου  "  ..

Αργότερα, ήρθε και μ΄ άγγιξε στον ώμο
"έλα.. είναι η νύχτα σωστή"

δε ρώτησε, δεν αρνήθηκα

Σ ένα στενό δρομάκι της Κυψέλης, ανάμεσα σε δυο παλιά σπίτια κάτω από μια γυμνή λεύκα, μ΄έβαλε να καθίσω στο πεζοδρόμιο, να σηκώσω το βλέμμα ψηλά εκεί που λίγο φαινόταν ουρανός, και μου διηγήθηκε μια ιστορία.. για κάποιον 'Ιρανο,  γιο βασιλιά , μιας πολιτείας από μάρμαρο και βήρυλλο, Άιρα την έλεγαν..

Από κείνη τη νύχτα,
κάθε - μα κάθε βράδυ, όσο κρατάει ένα ταξίδι του φεγγαριού
ερχόταν εκείνη τη σιωπηλή ώρα που σχολούσα μαζεύοντας τ΄αποτσίγαρα των αποκαμωμένων  της νύχτας και του πιοτού που έσερναν αργά τα βήματά τους για να καθυστερήσουν λες τον ερχομό της νέας μέρας, και με σεργιάνιζε  στα στενά της πόλης μου, αυτής που πίστευα ότι ξέρω, και μου την μάθαινε απ την αρχή. Να  βλέπω τις κόχες ομορφιάς πίσω απ'το γκρίζο της, να  ακούω πίσω απ τους γνωστούς της ήχους..
μια γωνία εδώ,
μια σκιά εκεί,
το παιχνίδισμα που κάνει το φως μιας βιτρίνας για μια στιγμή στο βρεγμένο πεζοδρόμιο
κι ο ουρανός .. α, αυτός ο ουρανός που ποτέ πριν δεν είχα αντιληφθεί 

η νύχτα, έλεγε, είναι η ώρα της μεταμόρφωσης και της οδύνης. Μα μη την φοβηθείς ποτέ. ούτε τη μία ούτε την άλλη. Είναι ο μόνος δρόμος για σε βρίσκεις κάθε που θα χάνεσαι στο στρόβιλο της ζωής..

Εκεί άκουσα πρώτη φορά για αστρόπλοια,  χωρόχρονο, για Ονειρότοπους..
ονόματα άλλων ταξιδευτών, Λε Γκεν, Στέρτζον.. Μπαλλαρντ.. Μπράντμπερυ..
και στίχους
"Ναι..ο έρωτας ζητάει το βαθύ διάστημα
της θύμησης ή της ελπίδας
Προτού μπορέσει να μετρήσει το εύρος του
Πολύ νωρίς, πολύ νωρίς έρχεται ο θάνατος και δείχνει
ό,τι αγαπάμε, πιο βαθιά απ όσο ξέρουμε ! "
Κοβεντρι Πατμορ είπε.. γεννηθείς το 1823..  τι κι αν περνούν οι αιώνες .. έρωτες και πόνοι πάντα ίδιοι μένουν .. 

άλλοι κόσμοι.. άλλα ταξίδια..

και κάθε νύχτα ,μαζί με την καληνύχτα του, έβγαζε απ την τσέπη του μπουφάν του λίγες τσαλακωμένες σελίδες, αντιγραμμένες στο χέρι
"γι απόψε" μου 'λεγε
"μέχρι το πρώτο φως.."

Εικοσιοκτώ νύχτες
εικοσιοκτώ λέξεις δεν πρέπει να 'πα
-μαζί με τις καληνύχτες

Δε θυμάμαι το πρόσωπό του
Δε θυμάμαι τη μυρωδιά του - παράξενο για μένα..
Δε γνώρισα ποτέ το άγγιγμα των χεριών του

Μια φιγούρα μαυροντυμένη μονάχα θυμάμαι
και τη φωνή του
να με στέλνει κάθε νύχτα και σ έναν αλλιώτικο κόσμο
και κείνη τη σιγουριά - της απειρίας ίσως - πως θα με γυρίσει στην εξώπορτά μου ολόκληρη..

Αυτές τις σελίδες ξέθαψα πρόσφατα
τυλιγμένες προσεχτικά στη σμαραγδιά μπλούζα που δεν ξανάβαλα πια
εκεί ήταν γραμμένη κι η ιστορία του Ίρανου, που παραδομένος σ΄αλλόκοτα όνειρα, έφτιαχνε ιστορίες για το φεγγάρι, τα λούλουδα και το νοτιά. Του΄Ιρανου, του  βασιλιά της πανέμορφης Άιρα , της πολιτείας  από βήρυλλο και μάρμαρο, του Ίρανου  του αλλόκοτου  αυτού ζητιάνου που χάθηκε μια νύχτα φορώντας ένα κουρελιασμένο πορφυρό ρούχο κι ένα στεφάνι από μαραμένα αμπελόφυλλα, κοιτώντας μπροστά του λες κι έβλεπε χρυσούς θόλους μιας πόλης οι κάτοικοί της μπορούν να καταλάβουν το Όνειρο
του ΄Ιρανου που χάθηκε ένα δειλινό,
παίρνοντας μαζί του κάτι από τη νιότη και την ομορφιά ενός άλλου κόσμου..


Που μου την έδωσε το τελευταίο βράδυ-  κι ας μην ήξερα πως ειν΄το τελευταίο, γράφοντας στο τέλος της σελίδας
" κάποια στιγμή,
Ίσως..
στην Άιρα.."
Εκεί κι άλλες εικοσιεπτά..

Χρόνια μου πήρε να καταλάβω
πόσα κομμάτια άφησα στους κόσμους του
κάθε νύχτα κι από ένα..

θοδωρής νομίζω τ' όνομά του ... δεν είμαι και σίγουρη


Ανιρέτα...