8 Αυγ 2016

Γέφυρες , χρώματα και τόξα ..



‘’Ν΄απαντάς’’ πρόσταξε η καταιγίδα που ‘χε φωλιάσει στη φωνή του.
‘’Να απαντάς’’ επανέλαβε και βύθισε τα -βουτηγμένα στο άλικο της άλωσης- δάχτυλά του στη σιωπή της, πασχίζοντας λες να την ξεριζώσει.
‘’Σ΄αυτόν που σε καλεί μες στο σκοτάδι σου, πάντοτε να απαντάς’’

Και μάνιασε κατακίτρινη η ορμή στην πορφυρή του ανάσα , που γέμιζε τη δικιά της αγριοκέρασα και κύματα αφρισμένα. Απαιτώντας μία αλήθεια και μιαν ομολογία . Ξεχνώντας πως στους καθρέφτες μας, αλήθεια περισσότερη απ όση καταθέτεις, είναι αδύνατον να πάρεις.

‘’ Σαν πορτοκάλι ’’
σκέφτηκε άξαφνα εκείνη και μια υπόνοια γέλιου άστραψε στα μάτια που δεν είχε στιγμή τραβήξει απ τα δικά του. ‘’Γεύση μεστή και ζουμεροί χειμώνες, ήλιος και φλόγα και μεσημέρια ζεστά , χαρά, γέλιο βαθύ και μοιρασμένα όνειρα …συμπλήρωμα κι αντίθετο στο μπλε των φεγγαριών μου’’

‘’Σαν πορτοκάλι ’’ επανέλαβε αργά μέσα της, και κόντρα στην προσταγή του, αφέθηκε στην απόλαυση που κύμα το κύμα έσπρωχνε στα σωθικά της πλημμυρίζοντας το στόμα της βογγητά. Σαν λέξεις αταίριαστες μεταξύ τους χωρίς νόημα, που έστελναν το μήνυμά τους απευθείας στο χτύπο του αίματος , σαν τέμπερες λιωμένες που εκσφενδονίζονταν και χύνονταν σε συνδυασμούς πρωτόγνωρους. Ως που την έφτασε το φως του. Κι η θάλασσα στα μάτια της τραβήχτηκε πίσω, όπως κάνουν πάντα οι θάλασσες στο άγγιγμα της παλίρροιας, απάντηση στη βαρυτική δύναμη του Ήλιου τους.

‘’Από το χύνομαι στο χάνομαι άλλωστε.. μια απόχρωση απόσταση’’  ξαναγέλασε σιγανά και γλίστρησε για μία ακόμη φορά στη δίνη της ανάσας του.


Αυτή την ώρα, κανείς τους δεν αναρωτιέται πώς χρωματίζονται τα αύριο.
Εκείνος δεν ξέρει ακόμη ότι οι επίμονοι ήλιοι γεννούν ερήμους κι εκείνη έχει ξεχάσει ότι αν μείνεις καιρό σε απάτητα βάθη, εξοικειώνεσαι με τα τέρατα.

Χωρίς να το γνωρίζουν, παραμένουν κι οι δυο τους αιχμάλωτοι μιας άγνωστης γι αυτούς παλέτας. Εκεί που ένας σκληρός φόβος, μία ανείπωτη λαχτάρα ή μια παρασυρμένη από τον άνεμο ελπίδα γεννάνε πινελιές στον καινουργιοβαμένο καμβά μιας αλλαγής.
Εκεί που όλα τα χρώματα οδηγούν στο βιολετί της πλήρωσης. Πασχίζοντας και δοκιμάζοντας. Για μιαν εικόνα. Για μια ιστορία.
Για μια ζωή.


Καιρό μετά, στα μάτια της θ΄ανθίσει ένα αχνοπράσινο χαμόγελο , σπορά της χρυσαφένιας του ορμής σαν έσκισε τους σιωπηλούς βυθούς της.
Καιρό μετά, μια υποψία γαλάζιου και μια νοσταλγία θα σκιάσει τα δικά του, για μια γαλήνη που σαν που είχε κάποτε ονειρευτεί, μα ξύπνησε προτού προλάβει να γνωρίσει.
Αυτά όμως είναι πίνακες αζωγράφιστοι ακόμη.

Το επόμενο χάραμα δε θα χει τίποτε να μαρτυρήσει από τον στρόβιλο της νυχτερινής παλέτας και δε θα βρεθεί κανείς να μάθει, αν το ολοπόρφυρο ανυπόμονο τώρα, κατάφερε τελικά να πάρει την απάντησή που ζήταγε από το βαθυγάλανο πάντα.

Κι ούτε κανείς περαστικός θα αναρωτηθεί ποτέ εάν στην κάψα ενός θολού και στεγνωμένου μεσοκαλόκαιρου, πέρασε στ΄αλήθεια ένα σύννεφο φορτωμένο αρχαία όνειρα που άφησαν στο τσιμέντο υγρά χνάρια χρωμάτων προτού διαλυθούν ξανά στις καταχνιές των στεναγμών

Ένας γερο-ζωγράφος του δρόμου μόνο, κουλουριασμένος στα ριζά ενός ρημαγμένου τοίχου με τα χέρια τυλιγμένα γύρω απ τα γόνατά του σε μιαν ξεχασμένη θαρρείς αγκαλιά, θα μουρμουράει για κανα δυο μέρες κάτι για γέφυρες και για ουράνια τόξα. Που είναι το ίδιο δηλαδή γι αυτούς που ξέρουν να βλέπουν.

Κανείς όμως δε θα τον ακούσει μιας και τα ουράνια τόξα δε συχνάζουν σε άνυδρες σκέψεις.

Κανένας άλλωστε δεν έπιασε ένα σύννεφο
κι ούτε κατάφερε ποτέ να πει, τι χρώμα έχει η βροχή..


-----------

(Joe Bonamassa .. A place in my heart )




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου