15 Σεπ 2016

Όπως θυμός.


Κάθε στιγμή ένα ατύχημα, μία αρρώστια, μια απροσεξία, ένας σεισμός, ένα όπλο, μια λάθος δόση , μια φωτιά, σβήνει και κάποιον απ το χάρτη μας.
Κάθε στιγμή αποχαιρετάμε φίλους, εραστές, όνειρα, ανοίγουμε τάφους, θάβουμε ελπίδες, δυνατότητες, ευκαιρίες. Ζωές.
Δικές μας ζωές .

Κάθε στιγμή ο κόσμος μας αλλάζει από γεγονότα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και μισή ανάσα κοντά, δέντρα αιώνων λυγίζουν, θύελλες σαρώνουν τα σταθερά και τα ανίκητά μας – απ τον Οζυμανδία τίποτε πια δεν απομένει παρά δυο πέτρες, αυριανή σκόνη κι αυτές, κάθε στιγμή οι ήλιοι καίγονται, τα΄αστέρια σβήνουν, η γη ανοίγει, καταπίνει και μετά ξερνάει τα περιττά.

Κι εμείς αυτόν τον κόσμο τον μαθαίνουμε μέσα από οθόνες, βλέμματα που δε βλέπουν, μάτια καρφωμένα σε εικόνες πλασματικής χαράς, εικόνες αδιάφορες, εικόνες μιας αρχαίας τρυφερότητας – εκθέματα μουσειακά μιας ιστορίας που κάπως θολά έχουμε κάποτε ακούσει, εικόνες σκληρές, θλιβερές, μονότονες, εικόνες που εναλλάσσονται σαν αστραπές που φωτίζουν ένα κινούμενο συνοθύλευμα που παχίζει να δείξει, να νιώσει ζωντανό, έναν κόσμο χωρίς χθες, εκπατρισμένο, απορημένο, αποχαυνωμένο από τα χάπια για την ανεξήγητη και εξηγημένη θλίψη, χάπια για τον αδιάφορο πόνο των άλλων, για τον δικό μας που τον τρέμουμε, για το βάρος στα στομάχια μας που δε μπορεί να χωνέψει αυτό που είμαστε, έναν κόσμο που τρέχει διαρκώς μήπως και ξεχάσει την ανυπαρξία προορισμού, έναν κόσμο αλυσοδεμένο σε ανύπαρκτες ράγες, καθηλωμένο από τον έναν αφανισμό στον άλλον.
Ζωές ασάλευτες. Ζωές σαλεμένες.

Και ατελείωτα μιλάμε, αγορεύουμε κι αγριεύουμε εκεί που μπορούμε να παριστάνουμε πως έχουμε μπόι, διεκδικούμε δικαιώματα, δημοκρατίες άγνωστες, ελευθερίες που κι αν τις αποκτήσουμε ποτέ δε θα ξέρουμε τι να τις κάνουμε, εξαντλούμε την δύναμη της φωνής μας και της φωτιάς μας στην επίφαση κάποιας οργής σαν ρόλος που δοκιμάζουμε αν και πόσο μας πάει.

Πρίγκιπες Πρόσπεροι ταμπουρωμένοι στα ωραία μας κάστρα, φυλάμε ιδεολογίες δανεικές , σακούλες πλαστικές ενάντια στην παγωνιά του φόβου, με μάσκες επιχρυσωμένες μήπως και ξεγελάσουμε τον τρόμο στη θέα του άλλου, του αλλιώτικου, του καθρέφτη μας που αν ξεσκεπαστεί δε θ αποκαλύψει τίποτε, οι κούφιοι άνθρωποι δεν έχουν ούτε είδωλο ούτε σκιά, ποτίζουμε τη σκοτεινιά, το μίσος, την άγνοια, μαραίνουμε τα παιδιά μας, παγώνουμε τα χέρια που μας απλώνονται, γερνάμε μέσα σε μάσκες αιώνιας νιότης, αρυτίδωτοι από χαμόγελα κι ανέγγιχτοι από χάδι, επινοούμε θεούς για να μας σώσουν και δαίμονες για άλλοθι, κλείνουμε πόρτες, υψώνουμε τείχη ανοίγουμε τάφρους για να κρατήσουμε απ έξω αυτό που ήδη τρέφουμε με το δηλητηριασμένο από το φόβο γάλα κάθε μας σκέψης, κάθε μας πράξης, κάθε μας απραξίας.

Κι αν αρεσκόμαστε στα παραμύθια για φοίνικες και σταχτοαναγεννήσεις, είναι μονάχα για να ξεχνάμε πως εμείς έχουμε κάτι που το μυθοπούλι δεν είχε ποτέ. Τη γνώση.
Και την ευθύνη.
Για τη νεκρώσιμη πυρά που μόνοι μας ανάβουμε.
Και μόνοι μας πηδάμε μέσα.

Καλή μας νύχτα. 



Κόκκινη. Όπως θυμός.
Και μαύρη. Όπως σκοτάδι.




[πίνακας Jackson Pollock ]





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου