23 Σεπ 2016

Φοβάμαι..


Édouard Manet

Φοβάμαι.
Χθες στάθηκα ξανά στην άκρη του δρόμου χωρίς να θυμάμαι γιατί. Πού πήγαινα; Με περίμενε κάποιος; Κι αν ναι, πού; Για δευτερόλεπτα, ένα απέραντο κενό. Μετά η έκπληξη. Η διαπίστωση πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Κι η πόρτα άνοιξε στο φόβο.

Μερικά τεστ- πιεσμένη αυτόν τον καιρό – κάποιο σοκ – θυμάστε – μετρήστε- παρατηρείστε για δύο λεπτά- λόγια , ερωτήσεις, πολύ νέα για ν΄ανησυχούμε, φωνές που μπερδεύονται η μία στην άλλη - μάλιστα, κανένα ιδιαίτερο σοκ- ναι, διαβάζω, όχι δε θυμάμαι πια εύκολα αριθμούς τηλεφώνου - βουίζουν γύρω μου κι εγώ απαντάω, χαμογελάω, μετράω σωστά, τα μάτια μου όμως δεν ξεκολλάνε απ το ηλικιωμένο ζευγάρι – αυτή σ΄ένα φορείο – μοιάζει να κοιμάται κι αυτός να τραβά απαλά τα λιγοστά μαλλιά απ το ήρεμο πρόσωπο και με δάχτυλα στρεβλωμένα απ΄την αρθρίτιδα να επιμένει σ΄ένα επαναλαμβανόμενο χάδι. Από το ένα βλέφαρο στο άλλο και από κει μέχρι τον κρόταφο, και πάλι πίσω. Την ίδια διαδρομή. Σαν για να της θυμίσει. Τα βήματα της ζωής τους. Να της τα μάθει ξανά.
Ήθελα να γεράσουμε μαζί.
Θα το ξεχάσω κι αυτό;

Διαβάζω πολύ αυτόν τον καιρό. Πως τα συμπτώματά μας είναι ένα ημερολόγιο αποφυγής, σήματα προειδοποιητικά απέναντι στον κίνδυνο. Χάρτης μιας νέας τοπογραφίας , δρόμων που οδηγούν εκεί που νιώθουμε ασφαλείς. Μόνοι μας άραγε το κάνουμε αυτό στους εαυτούς μας ; Είναι ένας τρόπος απόδρασης απ ό,τι μας πληγώνει; Δεν ξέρω.
Ξέρω πως στο διάβα μας, στεκόμαστε μάρτυρες πολλών χαμών σε κάθε τους μορφή, ανθρώπων γνωστών, ανθρώπων άγνωστων που όμως έστω και η στιγμιαία συνάντηση μας σε κάτι μας αλλάζει. Και απώλεια την απώλεια, θλίψη τη θλίψη, σφυρηλατούμε μια πανοπλία να μας φυλάει απ΄την απογοήτευση. Ή απ΄την απόγνωση. Φορές παρακαλάμε να ξεχάσουμε, να σβήσουμε τα χνάρια που μας οδήγησαν στην οδύνη, παραβλέποντας πως ό,τι ζούμε, γεννάει μέσα μας διάρκεια, μας δίνει συνοχή, γνώση για τις μετέπειτα επιλογές μας.
Ζητάμε για δώρο μια κατάρα..

Φυσάει απόψε. Κι όμως κανένας αγέρας δεν εμποδίζει τη νύχτα να τυλίγεται στο μυαλό μου, αράχνη που αθόρυβα θα το στραγγίσει απ ό,τι με κάνει να είμαι εγώ. Θα αφήσει μονάχα ένα κορμί, κορμό ξερό, καμμένο, χωρίς ρίζες, χωρίς άλλη άνοιξη, με δακτύλιους θαμπούς που κανείς δε θα διαβάσει τι έγραψαν.
Σαν δρόμος, που βυθίζεται ευθεία στη σκοτεινιά.

Με ρωτούν πώς ήταν η μνήμη μου παλιότερα. Επιλεκτική, απαντώ και χαμογελάμε. Δεν πείραζε που δε θυμόμουν. Ήξερα πως κάθε στιγμή είναι βαθιά χαραγμένη μέσα μου. Σε ύπνο πολλές απ τις αναμνήσεις μου, μα ύπνο ελαφρύ. Προσωρινά μόνον εξόριστες. Αρκούσε μια μυρουδιά, η χροιά κάποιας φωνής, μια λέξη και τα αμπάρια άνοιγαν, γέλια, πόθοι χαμένοι στους καιρούς, ντροπές, δάκρυα και ώρες τρυφερές ξυπνούσαν, τεντώνονταν νωχελικά και στροβιλίζονταν για λίγο σ΄έναν χορό μέχρι να ξαναβολευτούν στην τόσο αναγκαία για τη συνέχεια, λησμονιά.

Πώς γίνεται μια τόσο σκληρή λέξη να ηχεί τόσο απαλά; Λησμονιά.. Η μεγαλύτερη απόδραση από το παρελθόν μας.. Μα η πόλις μας ακολουθεί, θυμίζει ο ποιητής. Αλλάζουμε τόπο, αλλάζουμε τρόπο μα δεν αλλάζουμε ιστορία.
Μόνο που θέλει να τη θυμόμαστε αυτή την ιστορία. Γιατί δίχως το χθες μας, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε σήμερα, δεν έχουμε αύριο.

Και πώς γίνεται να ξεχάσω όλα τα αύριο που ονειρεύτηκα;
Τον ήλιο στη σκάλα της Σαγράδας που θα ανεβαίναμε μαζί, τα δέκα μερόνυχτα στην άλλη άκρη του κόσμου μας με τον υπερσιβηρικό, ένα διήμερο στην Αμοργό σου, τη νύχτα που θα ξαναδούμε το brief encounter άηχα, ένα ποτήρι κρασί στα δυο..
Πώς θα ξεχάσω την τρομπέτα του Miles Davis που ξύπναγε κάθε πρωί με τη μουσική μες στο μυαλό του, μέχρι τη μέρα που εκείνη έσβησε κι εκείνος δεν ήξερε πια πώς να ζήσει, τη γεύση των χειλιών σου στο τσιγάρο μου, τον Al Bano στο io di notte.. να σου γράφω, να σε θέλω.

Οι στατιστικές λένε πώς γίνεται. Κι ύστερα θα ξεχάσω και πως κάποτε τα θυμόμουν όλα αυτά. Το πρόσωπό σου. Το πρώτο ποίημα που μου χάρισες. Τα βράδια που περνούσαμε γελώντας και κάνοντας σχέδια να ξεγελάσουμε τη φθορά, το καστανόμελο, τη βροχή. Το όνομά σου. Σε πόσον καιρό όλοι οι καιροί θα χαθούν; Πόσο χρόνο έχω ακόμη; Αυτόν τον πραγματικό μας χρόνο, που μετριέται μονάχα στη μνήμη. Χωρίς αυτή δεν είμαστε τίποτε. Θραύσματα ύπαρξης. Χωρίς συνοχή.
Απλά χωρίς.
Παράξενο ακούγεται. Να ξεχάσω την ίδια μου τη ζωή. Σαν θάνατος.
Χωρίς το σαν.

Το ξέρω πως σε κάθε ξημέρωμα λιγοστεύουν οι μάρτυρες της ζωής μας.
Και φοβάμαι. Φοβάμαι πως κάποια μέρα θα σε συναντήσω , θα με κοιτάξεις στα μάτια μα δε θα δεις τίποτε. Οι άλλοτε γαλαζοπράσινες λίμνες που λαμπύριζαν στον ήλιο της αγάπης σου και ουρανό μου σε καθρέφτιζαν θα έχουν απομείνει δυο σκέτα κομμάτια γυαλί. Κι αυτό θαμπό.
Μην κλάψεις. Κράτα για λίγο ακόμη εσύ τη μνήμη.
Αλλά μην κλάψεις.

Μου λένε να μην ανησυχώ. Τους λέω φοβάμαι. Κι ύστερα με πιάνει γέλιο.
Τι να φοβάμαι..
Θα το ξεχάσω άλλωστε και αυτό..

-------



Σεπτέμβρης 2016, παγκόσμιος μήνας Alzheimer



Αφιερωμένο

Καλή μας νύχτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου