17 Σεπ 2016

Αυτή η νύχτα μένει ..



 ‘’Γιατί σωπαίνει η σελήνη, ακόμα και χωρίς εκείνο το ι της σιωπής, το είπε κάποιος που ήξερε, κι εκείνο το ι που λείπει, είναι μια μεγάλη και μελαγχολική νότα, σχεδόν ένας θρήνος που φέρνει ανατριχίλα’’ 
Αντόνιο Ταμπούκι





‘’Δεν τα κοιτάζω πια’’ λέει απαλά, στον εαυτό του περισσότερο παρά στη γυναίκα που μοιάζει να χαμογελά αχνά στο στερέωμα που λαμπυρίζει καθάριο ετούτη την ώρα.
‘’έχουν πεθάνει όλα τους αιώνες τώρα, φαντάσματα είναι μοναχά, μνήμες που αχνοφέγγουν σ΄έναν ωκεανό ματαιώσεων, ως να τις καταπιεί οριστικά το σκοτάδι..’’

Εκείνη σιωπά. Βαθιά και σιγανή η φωνή του, σκοντάφτει πάνω στο κύλισμα των καρφιών μιας ξεθωριασμένης λατέρνας και τη φτάνει σαν από το απέναντι ενός ρήγματος, μίας χαράδρας από πληγές παλιές που κάθε τόσο φωνάζουν την ύπαρξή τους, σουβλιές αρχαίου τραύματος που όμως ποτέ δε σε ξεχνά.
Αφήνεται μόνο σ ένα ψηλά, σε κάποιο ακαθόριστο μακριά, προτού επιστρέψει στις ερωτήσεις που κολυμπούν στα μάτια του, ψάρια σε μαύρο ενυδρείο, πορτοκαλιά και γκρίζα, γοργά κι ακίνητα μαζί, σ΄έναν κουρασμένο ιβίσκο, στην τραχιά μελαγχολία των χεριών του, σ΄ένα ψαροκάικο που λικνίζεται μονάχο στα σκοτεινά νερά.

Αυτό είμαστε, σκέφτεται. Μικρά πλεούμενα σε θάλασσες αχαρτογράφητες. Κάποτε πλησιάζονται, ίσως και να βοηθιούνται όταν είναι μπορετό. Καθένα όμως πασχίζει να δαμάσει τις φουρτούνες του μονάχο. Να βρει την πορεία του, να χαράξει τη ρότα του, να καταπιεί τα κύματα προτού το καταπιούν αυτά. Και τις νύχτες, έστω κι από μακριά, να βλέπει στις αναλαμπές των άλλων σπίθες από ένα φως, από μιαν ελπίδα και να παρηγοριέται στη γνώση πως έχουν κάτι κοινό όλες αυτές οι μοναχικές προσπάθειες..

‘’Μη χάνεσαι’’ λέει απότομα και γυρνάει προς την κουρασμένη λατέρνα σαν που της απαιτεί να δυναμώσει, να πνίξει αυτό που ήθελε μα και δεν ήθελε να πει. Απλώνει το χέρι μόνο, μα το τραβά ξανά πίσω με μια υποψία θυμού για τη γυναίκα που δίχως να μιλήσει μοιάζει να τον ξεγύμνωσε από την ισορροπία που φορούσε σα μάσκα και τώρα δεν ξέρει πώς να τη ζητήσει πίσω.

‘’Μη χάνεσαι κι εσύ..’’ ψιθυρίζει ξανά, σ΄ένα παράπονο σαν που πισωγυρνάει όλο και πιο βαθιά στο στόμα του κι από κει στο στέρνο του, μέχρι τα σωθικά του, αναδεύεται για λίγο αναποφάσιστο για να ξεπηδήσει πίδακας , δυναμωμένος ποιος ξέρει από ποια ανάγκη .. ‘’Κάποτε όλα αυτά θα τελειώσουν. Είναι ανάγκη να τελειώσουν. Να θάψουμε αυτόν τον κόσμο που χωρίζει τους έρωτες προτού καρπίσουν, που γερνάει πρόωρα τα παιδιά του, που θρυμματίζει τα όνειρα, που στεγνώνει την ελπίδα. Δεν είμαστε τίποτε. Όλοι, αργά ή γρήγορα φεύγουμε χωρίς το ελάχιστο ίχνος. Ζωές και ζωές που αγωνίζονται κι όμως ξεριζώνονται σε μια στιγμή απ τους ανέμους της δυστυχίας, υποσχέσεις μιας ευτυχίας που σωριάζονται και γίνονται συντρίμια.
Και τι μένει; Τίποτε δε μένει .. ‘’

Μένει.. μένει.. του επιστρέφει την ηχώ ένα νυσταγμένο νυχτολούλουδο και γέρνει απαλά στη νύχτα που βαραίνει σιγά σιγά τυλίγοντας ήχους, δρόμους κι ανάγκες σ΄ένα υγρά θωπευτικό αγκάλιασμα.

‘’Δε μπορείς πια να επιστέψεις σπίτι..’’ .
Αν κάπου το διάβασε αυτό, αν είναι στίχος κάποιου ξεχασμένου τραγουδιού, η γυναίκα δεν ξέρει, ούτε και νοιάζεται να θυμηθεί. Αν μπορούσε μόνο να απομακρύνει το πέπλο που σκιάζει τον άντρα που ο ερχομός του άλλαξε χρώμα στις ανάσες της.. Αν μπορούσε να του πει πως ναι, θα μείνει, πως τα αστέρια όπως και τα όνειρα- δεν είναι εκεί για να τα κατεβάζουμε, αλλά για να μας δείχνουνε το δρόμο, πως ο πόνος μας λυγίζει φορές μα εμείς μαθαίνουμε να γινόμαστε καλαμιές για να μη σπάσουμε, να του πει πως ο κόσμος έχει αλλάξει εκατομμύρια φορές και άλλες τόσες θα ξαναλλάξει, πως γεννιέται σε κάθε μας ονείρεμα, πως παίρνει σχήμα με κάθε μας άγγιγμα, πως κάθε μας χαμόγελο καρφώνει ένα καινούριο άστρο στα σκοτάδια.
Πως είμαστε παραπάνω απ το τίποτε. Είμαστε τα όνειρα που χτίζουν νέα αύριο, είμαστε τα μονοπάτια που ανοίγουμε, είμαστε αυτό που αφήνουμε πίσω μας, μικροί κυματισμοί που φορές στρέφουμε τη ροή των ποταμιών, επίμονοι σολομοί είμαστε, στο δρόμο για τη γέννα της νέας μας Εδέμ.
Πως κάθε αληθινή συνάντηση, είναι πολύ παραπάνω από παράλληλες μοναξιές..

Δε λέει τίποτε όμως.
Γιατί την ίδια στιγμή ξέρει πως καθένας διασχίζει την απώλεια με το δικό του τρόπο. Πως όπως σε κάθε πραγματική επαφή, έτσι και στις απουσίες, ό,τι χάνεται είναι πολύ περισσότερο από το απλό άθροισμα όσων υπήρχαν πριν. Πως δεν υπάρχει πόνος που να ξεπονά έναν άλλον. Πως έχουν –αν έχουν, πολύν δρόμο ακόμη μπροστά τους για ένα μαζί.

Δε χάνομαι. Σου δίνω τη νύχτα μου απόψε και αύριο χανόμαστε μαζί.

Δε λέει όμως ούτε αυτό.
Κουράζουν τα λόγια. Αν πάγωνε μονάχα ο χρόνος.. Να έμεναν για πάντα εκεί. Χωρίς ξημέρωμα, τυλιγμένοι στον γαλήνιο παφλασμό των κυμάτων , μετέωροι ανάμεσα σ ένα αν κι ένα να, ανάμεσα στην υπόσχεση και την απογοήτευση, ανάμεσα στην πιθανότητα και τη σιωπή, ανάμεσα στο κόσμο όπως είναι και σ’ εκείνον όπως θα μπορούσε να είναι.
Δε λέει όμως. Ούτε αυτό.

Αργότερα, καθώς θα βυθίζεται με μανία στη νύχτα της σκάβοντας τα πετρώματα της σιωπής της για μια πηγή να τον ξεδιψάσει, θα ζητά με απόγνωση σχεδόν τα μάτια της. Σωσίβιο ο πόθος σε ναυαγούς που μοιράζονται την ίδια οδύνη, που ψάχνουν ο ένας στο βλέμμα του άλλου μιαν ανακούφιση και την ελπίδα κάποιας σωτηρίας, που με κοφτές ανάσες και παρατεταμένα βογγητά εκπέμπουν ένα ιδιότυπο S.O.S. - save our souls , σωσίβιο τρύπιο όμως γιατί ξέρουν κι οι δυο καλά πως την ψυχή του καθένας μόνος του τη σώζει, πως αν θέλουμε νέους προορισμούς πρέπει υποχρεωτικά να εγκαταλείψουμε κάτι πίσω μας, πως τα μόνα φράγματα που σπάνε ανώδυνα, είναι τα στεγνά. Που δε συγκρατούν τίποτε.
Όλα τα άλλα ματώνουν.

Κι ακόμη πιο αργά, ελάχιστα προτού οι πρώτες αχτίδες ορμήσουν να λοιδωρήσουν τη στοργή της νύχτας, θα ονειρευτούν κι οι δυο τους μία φλεγόμενη θάλασσα, και τους εαυτούς τους σπασμένες μελωδίες να τη διαπλέουν. Καθένας όμως με έναν δικό του, διαφορετικό τρόπο. 


Και μ΄έναν διαφορετικό προορισμό..



Καλή μας νύχτα
με Δήμητρα Παπίου και Αυτή η νύχτα μένει 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου