10 Οκτ 2016

Σαν



 Με λένε.. Δεν έχει σημασία πώς με λένε. Πάντα με φώναζαν Σαν. Μια τρυφερή υποτίθεται προσφώνηση -ο ήλιος μας, μόνο που εγώ δεν καταλάβαινα. Σαν να μη μ΄έβλεπαν, σαν που όφειλα να είμαι κάτι άλλο απ ό,τι ήμουν. Κι έτσι, δεν έμαθα ποτέ τι ήμουν.

Έμαθα όμως να απαντάω. Σαν να ήμουν εγώ. Χαμογελαστός, πρόθυμος, αυτάρκης, σίγουρος, επιτυχημένος. Ο άρχοντας της συμβατικότητας. Σαν τέλειος. Και χωρίς σημασία οι κάθιδρες νύχτες το πνίξιμο οι εφιάλτες ενός άγνωστου βάλτου που με ρουφάει αργά χωρίς να τολμάω να κινηθώ. Ευτυχώς πάντα ξυπνάω.
Ακόμα. 


Σήμερα έριξα γροθιά στον καθρέφτη. Την ώρα που ξυριζόμουν. Μη με ρωτήσετε γιατί. Δεν είμαι καλός στον ειρμό. Φαντάζομαι για τον ίδιο λόγο που οι περισσότεροι κάνουμε στα μισά του δρόμου σπασμωδικές στροφές δεξιά κι αριστερά, για τον ίδιο λόγο που αλλάζουμε πεζοδρόμιο και πέφτουμε στο χαντάκι. Ποιος ξέρει τι νομίζουμε ότι αποφεύγουμε.. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως χθες είχα κολλήσει μ΄αυτό το σαν. Το πιπίλαγα ώρες, το ψιθύριζα, το φώναζα. Σαν.
Με μιαν ακαθόριστη αίσθηση απώλειας αν και δεν ήξερα τι ήταν αυτό που είχα χάσει.

Το ξέρατε πως αυτονομούνται τα γράμματα φορές; Σας το υπογράφω εγώ, το κάνουν. Κι ας μην κατάλαβα πότε ακριβώς άρχισα να σκέφτομαι πώς ξεκολλάει εκείνο το σι, γίνεται συ, εσύ, σφυρίζει σκοπό, σχέδια, γίνεται πόθος και πάθος, στόχος ερώμενος και προσδοκία. Κι υπόσχεση.
Έτσι δε λένε πως γίνεται; Και πως στην αγκαλιά του Συ γεννιέται ένα ολοστρόγγυλο εμείς. Και κάθε υπόθεση γίνεται κατάφαση. Σαν πρώτη φορά, σαν όλα να , σαν για παντοτινά, σαν άνοιξης υποσχετική , σαν τίποτε ανάμεσα , σαν ένα αιώνιο συν, σαν κανένα αύριο να μη μας τρομάζει.
Κουραφέξαλα. 


Τα σι –και τα συ- που ξέρω εγώ, κρύβονται στην απαίτηση, την απογοήτευση, την άρνηση, γίνονται θυμός, διαπραγμάτευση, γεννούν απόσταση, τόση, όπως απουσία. Και πόνος. Και ντροπιασμένα, φωλιάζουν στη θλίψη, κρυμμένα πίσω από ένα περίτρανο πώς..
Σαν ελπίδες φρούδες που σβήνουν σαν όνειρο που χάνεται στο φύσημα μιας πραγματικότητας που κανείς δεν πήρε στα σοβαρά το βηματισμό της.

Και δίχως το σι, το σαν μένει σκέτο αν. Και παλινδρομεί, σαν ταινία που παίζει αποσπασματικά καρέ καρέ, ξανά και ξανά. Αναζητώντας την αποκάλυψη, αυτό που δίνει στα κομμάτια μια συνοχή ένα σχήμα. Τη συγκεκριμένη στιγμή που περάσαμε τη στροφή. Και χάσαμε την επιστροφή. Αν τούτο, αν το άλλο, αν αργότερα.. Τι να το κάνεις, σε όλα τα ‘αν’ μοιάζει η ζωή να μας προλαβαίνει, περνάει από πάνω μας σαν κύμα κι όλα σβήνουν. Κι ας κάθεσαι εσύ με τη μισή σου και βάλε ζωή πίσω, ν΄αναζητάς ακόμη αυτό το κάτι, και πάντα μόνος. Στο δρόμο βέβαια μαθαίνεις πως δεν εξαφανίζεις τη μοναξιά κρεμασμένος σε κανένα συ. Και σε κανένα σαν. Και ή το παίρνεις απόφαση, ή απλά κοροϊδεύεσαι.
Κανένας καθρέφτης άλλωστε δε συγκρατεί τα είδωλα.

Α, ναι, θυμάμαι. Χθες βράδυ. Χαζεύοντας αφηρημένα το ημερολόγιο είδα πως ήταν η παγκόσμια μέρα του ΄ραγισμένου αυγού΄. Αηδίες, σκέφτηκα πηγαίνοντας για ύπνο.
Κι ας ονειρεύτηκα ρήγματα, φωλιές από σπασμένο γυαλί και μήτρες εκτεθειμένες, ανίκανες πια για νέες γέννες.

Δεν έχει σημασία φαντάζομαι.
Βέβαια, θα πρέπει να πάρω έναν καινούριο καθρέφτη, 

ίσως και κάτι για τον ύπνο.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου