21 Οκτ 2016

Steel Blue..



  
Στην άκρη του ξέφωτου το γέρικο δέντρο στέκει μαύρο, κλαδιά γυμνά, χέρια στεγνά, απλωμένα σ έναν ουρανό που μοιάζει να φλέγεται και να χύνεται, αίμα πηχτό, αδειάζοντας τη ζωή στο σκούρο της χάσης.






Ένα σκιάχτρο μοναχικό κουφάρι σε μια πύρινη αποχώρηση  θυμίζει παλιές φωτιές κι ένα σμάρι πουλιά απομακρύνεται βιαστικό, σαν κυνηγημένοι που τρέχουν να γλιτώσουν απ το φόβο, αφήνοντας πίσω όσους δρόμο άλλο δεν έχουν, παρά ν αντιμετωπίσουν ό,τι τους περιμένει.
Κι ένα απότομο σκίρτημα του αγέρα σέρνει στο τίποτε πεσμένα φύλλα.

Τα δάχτυλα της γυναίκας ακουμπούν προστατευτικά θαρρείς τον καμένο κορμό, σαν για να γλυκάνουν τον πόνο που με το άλλο της χέρι προκαλεί . Εκεί όπου μεθοδικά κι αποφασιστικά, με το μικρό μαχαίρι στην παλάμη της, χαράζει καινούριες πληγές.
Σ ένα κορμί που άλλαξε απότομα, βίαια
κι απρόσμενα
Κλάψε
Και δως μου ένα σου δάκρυ . Ένα. Θ΄αρκεί



Ένα ξαφνικό θρόισμα τραβά έκπληκτο το βλέμμα της. Δυο φτερά δίχως χρώμα, δίχως λάμψη, δίχως τίποτε να θυμίζει τη χαρά των πεταγμάτων στις μακρινές άνοιξες.
Φτερά σταχτιά, σαν που ξεπήδησαν απ τα βάθια μιας παλιάς φωτιάς, που το πέρασμά της είχε ποτίσει τους χρόνους γκρίζο. Μια πεταλούδα, αιώνες χαμένη απ τον κόσμο της
Άνιμα..
Που φτερουγίζει στα περάσματα, εκεί που το φως κυλά και σβήνει σε κρύα σκοτάδια, εκεί που το πέπλο ανάμεσα στους κόσμους της αρχής και του τέλους είναι τόσο λεπτό που φορές αγγίζονται μεταξύ τους.
Και για μια φευγαλέα στιγμή, τα μάτια της γυναίκας κλείνουν.
Γιατί αν μπορέσει κάτι ή κάποιος να δει μέσα τους, θα δει φωτιά.
Κι αν έχει και τρόπο για να μπει, θα βρει ένα μεσοχείμωνο να κουλουριάζεται στο στήθος της
Για μια μόνο φευγαλέα στιγμή, που περνά και σβήνει σα να μην υπήρξε.
Μα συνεχίζει. Να χαράζει, όλο και πιο βαθιά
Κλάψε . Κλάψε για κάθε δαχτυλίδι που κέρδισες να σ αγκαλιάζει και για κάθε πληγή που σου ανοίχτηκε
για κάθε μάχη που έδωσες και χάθηκε
και για όλες που είναι να δοθούν
Κλάψε
Μα ζήσε.

Κι η κοφτερή λεπίδα σκάβει όλο και πιο βαθιά, ξύνοντας και πετώντας μακριά σκλήθρες και στρώσεις καρβουνιασμένων πόνων, ώσπου τα δάχτυλά της ματώνουν και στα μάτια της γεννιέται βροχή την ίδια ώρα που χίλια σύννεφα μακριά, ένας κεραυνός αναδεύεται, σαν που αναρωτιέται αν ο καιρός ζύγωσε, μα μετανοιώνει, και σβήνει σ ένα περίμενε, στη σκοτεινιά ενός κάποτε
Ούτε ο δικός σου καιρός είναι ακόμα φαίνεται
Κι εσύ μισός
σαν τ όνομά σου .. μισός καρδιά , μισός λογική
μα όχι ολόκληρος
τούτη τη μέρα των ισορροπιών που δεν κερδήθηκαν


Και στο ξέφωτο του καμένου δέντρου η γυναίκα κλαίει.



'Ωρα αργότερα, που ένα παλιό πικάπ θα παίζει ένα ξεχασμένο τραγούδι, που τα τελευταία φύλλα θα ψιθυρίζουν στον άνεμο μια καληνύχτα κι οι μπλεγμένες φωνές τους θα χουν κάτι το καθησυχαστικό μουρμουρίζοντας γι αγάπες και καιρούς και για έναν τελευταίο χορό,
η γυναίκα θα θυμηθεί τη στιγμή που η φλίδα που τη μάτωσε έκανε λες ν αναβλύσει εκείνο το δάκρυ απ το δέντρο που της το πρόσφερε θαρρείς, σαν που αναγνώρισε την ικεσία στο απλωμένο της χέρι.
Και θα χαμογελάσει.
Για τις ρίζες που ξέρουν να φυλάν την άνοιξη, για τα δάκρυα που χουν τη γεύση της αυγής, για κείνο το ανεπαίσθητο κρακ που ακούς απρόσμενα στα σωθικά σου, σημάδι πως έσπασε η αλυσίδα.

Γιατί κι η καρδιά, ένας φοίνικας είναι , που απ τις στάχτες του γεννιέται, κι ας είναι κάθε γέννα οδύνη φορτωμένη απ΄τις μνήμες των παρελθόντων.
Μα δρόμο άλλον δεν έχει. Παρά μπροστά . Σαν κείνα τα ψάρια που κόντρα σε ρέματα που δεν ξέρουν γιατί τα πολεμούν, και πέφτοντας σε βράχους που ίσως και να τα σκοτώσουν, ακολουθούν το δρόμο που δε θυμούνται για ποιο λόγο τον θυμούνται .
Μα ξέρουν ότι πρέπει .


















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου