18 Ιουλ 2010

ένα βαλσάκι..


                                                                                                                πίνακας : Ιωάννα Ασσάνη





Μια Κυριακή ακόμη χάραξε
πέρασε και κοντεύει στη χάση της
όχι από κείνες με τη μυρωδιά του φαγητού στο φούρνο, με το ραδιόφωνο να σκορπίζει μεράκια
και κείνο το ευχάριστο βουητό φωνών, γέλιων, συνεχόμενων πήγαινε-έλα .. ποιος θα κόψει καλέ σαλάτα, έβαλε κανείς το κρασί στο ψυγείο, πρόσεχε θα καείς, χαμηλώστε βρε παιδιά την ένταση..
μα μία απ αυτές τις ήσυχες.. τις σιωπηλές, που πνίγονται στη ζέστη τους , που τις στεγνώνει η άπνοια και η ακινησία, που θες όλα απλά να περάσουν , να φύγουν.. μα και να μην αλλάξει τίποτε.. ή ν΄ αλλάξουν όλα..

Δοκίμασα την περασμένη νύχτα να τακτοποιήσω μνήμες, εικόνες , μυρωδιές..
με βρήκε ξανά το χάραμα. Τακτοποιείται άραγε μια ζωή σε μια νύχτα, σε δυο , σε εικοσιδυο...
Δεν.
Στιγμές μονάχα, που έρχονται και περνούν, κάποιες σκαλώνουν, κάποιες μένουν λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω,
κάποιες κουβαλούν χαμόγελα, κάποιες πικρίζουν , κάποιες ουρλιάζουν, κάποιες σιωπούν..

Ξέρω πως το μυαλό έχει τους δικούς του δρόμους. Διαλέγει μονάχο του πώς θα τους περπατήσει, τι θα κρατήσει , τι θα φέρει στην επιφάνεια, ποια στιγμή και με ποιο τρόπο.
καθισμένη για ώρες στο πάτωμα παρακολουθώ τα πλακάκια του σαλονιού ν αλλάζουν σχήματα ... ν΄απλώνονται γύρω μου σε κυβάκια αναμνήσεων .. κομματάκια από ένα μωσαϊκό που πότε θολώνει, πότε πονά τα μάτια .. πότε το βλέπω ολόκληρο .όχι,. δεν είναι ένα, πολλά είναι, έξι πλευρές ο κάθε κύβος.. βάλε τώρα πόσοι οι συνδυασμοί..
ανάβω τσιγάρο κι αφήνω τον καπνό του ν αναδεύει εικόνες..
θύμησες που παρελαύνουν ανάκατες..
άλλες στο γκρίζο κι άλλες στο κόκκινο , κάποιες ηχούν ακόμη , κάποιες επιμένουν να κουβαλούν τη δική τους ξεχωριστή μυρωδιά, σ΄άλλες ένα χνάρι από δάκρυ ακόμη ξεχωρίζει, κάποιες μου γελούν και κάποιες ακόμη με κοιτούν θυμωμένες.. λόγια ειπωμένα που δεν παίρνονται πίσω, και μοναξιές ανέκφραστες..

σαν τότε που έσκιζες το φύλλο απ το τετράδιο των εργασιών, γιατί οι δύο τελευταίες λέξεις ήταν βιαστικά γραμμένες.. κι έπρεπε να τα γράψω όλα απ την αρχή, να συνηθίσω να κάνω όμορφα γράμματα
και τότε που σήκωνες ένα ένα τα πλυμένα ποτήρια στο φως.. και τα ξανάφηνες στ ΄ άπλυτα..
Α! δες εδώ.. Strauss ακούγεται.. κι εγώ να πατώ στα πόδια σου, να μαθαίνω το βηματισμό μιας τρυφερής αγκαλιάς..
τώρα .... τώρα τα όμορφα γράμματα τα γράφει ο υπολογιστής και τα ποτήρια τα κάνει λαμπερά το πλυντήριο πιάτων..
και βαλς έχω χρόνια να χορέψω..

να εδώ, που μου χάρισες το πρώτο μου κραγιόν..
κι εδώ - πέντε πρέπει να μουν..- με χτένιζες με τις ώρες για μια φωτογραφία.. ακόμη την κρατάς στο πορτοφόλι σου ..
κι όταν στα δεκαεπτά έκανες τρεις μήνες να μου ξαναμιλήσεις γιατί έκοψα τα μαλλιά αγορίστικα
όταν ήρθες "πελάτης" στο μπαρ .. ή εδώ ή σπίτι .. κι εγώ διάλεξα κείνο το εδώ..και πάλι μαλώματα..
και πόσα.. πόσα..

ένα τσιγάρο ακόμη..
γέρνω μπροστά κι ανακατεύω πλακάκια, χρώματα, άμμο κι αισθήσεις
και χαμογελώ στη νέα εικόνα
όχι γιατί ο χρόνος όλα τα γιατρεύει κατά πώς λεν.. μα γιατί αυτά έκαναν τον κύκλο τους, επετέλεσαν και το σκοπό τους, θύμωσαν, μάλωσαν, χώρισαν, ξανασυζητήθηκαν, κατανοήθηκαν, συγχωρέθηκαν.. βρήκαν το δρόμο και τη θέση τους..
μια βαθιά ανάσα
κι αυτό που ξέρω πως θα κρατώ από σένα..

το μελωδικό σφύριγμά σου στις κυριακάτικες βόλτες με το σακάκι ριγμένο στον ώμο..
- κανένας δε σφυρίζει σαν εσένα.. - γελώ μονάχη μου με την παράφραση..
τις νύχτες που χόρευες τη μαμά σιγομουρμουρίζοντας -που εγώ τάχα μου κοιμόμουν και δε σας έβλεπα..
τις ώρες που την περίμενες να γυρίσει απ τη δουλειά με μια λεκανίτσα γεμάτη ζεστό νερό να της ξεκουράσεις τα πόδια προτού να φύγεις εσύ για βάρδια..
όταν ζητούσες κάποιον να σε κρατήσει να χορέψεις κείνα τα περήφανα πονεμένα ηπειρώτικα τσάμικα που έμαθα τόσο ν αγαπώ, κι έκλεινες τα μάτια κι είχες ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη κι έναν αναστεναγμό, για όλα τα μεράκια του κόσμου..
τις στιγμές που σ΄ένιωθα πίσω απ την κλειστή πόρτα να κοιτάς φωτογραφίες κιτρινισμένες μιας ζωής αλλοτινής .. χαμένης

είναι αστείο λέω φορές φορές..
εγώ που έχω το ραβδάκι και μοιράζω μικρές χαρές γύρω μου , ένα χαμόγελο εδώ, ένα όνειρο εκεί, μια ελπίδα παραπέρα, να μη μπορώ να κάνω ένα μικρούλι μαγικό και σε σένα, να μην πονάς, να μην το περάσεις αυτό..
μα δε γίνεται έτσι..

Σηκώνομαι κι ετοιμάζομαι
θα ρθω σε λίγο ξανά να σε δω χαμογελώντας,
και τίποτε απ αυτά δεν πρόκειται να ειπωθεί φωναχτά
έχουμε το δικό μας τρόπο εμείς..
κι ας μοιάζει της σιωπής
εσύ θα γκρινιάζεις
κι εγώ θα γελώ,
εσύ τάχα μου θα θυμώνεις
κι εγώ τάχα μου θα σε κοροϊδεύω
εσύ θα παριστάνεις πως τα καταφέρνεις μονάχος σου,
κι εγώ θα παριστάνω πως με στηρίζεις να μην πέσω..

Ολα καλά.
Συνεχίζουμε..



3 σχόλια:

  1. ΑΧΧΧΧ κοριτσι μου....με τις ωρες να το διαβαζω...στο face ειχες βαλει μονο ενα αποσπασμα μα ετουτο εδω ειναι ολοκληρη εξομολογηση καλη μου...
    ''Παω πισω να το ξεψαχνισω κι αλλο να βρω του ολου τ'αποτυπωματα, γιατι εσυ κι εγω κι ο αλλος ειμαστε ο ιδιος αδελφος
    κοινα ζουμε στα σημεια του χρονου
    αυτο που μας διαφερει μονο ειναι οι ενδειξεις στα ερεθισματα!
    χαιρετω και φιλί

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. θυμάσαι που σου ζήτησα και την εικόνα σου ;
    αυτό το χέρι ..
    αυτό το άγγιγμα,

    απ τα έργα σου που πολύ θα θελα να χα κάνει εγώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή