Κάποια στιγμή θα γράψω ένα διήγημα. 'Η ένα ποίημα .
Για μια φωτογραφία που με αγωνία θα ψάχνω στα συρτάρια μου .
Μία φωτογραφία, που θα γνωρίζω ακριβώς
στην κάθε λεπτομέρειά της.
Μία φωτογραφία που ακόμη θα ανασαίνει,
μ΄εσέ γερμένο παιχνιδιάρικα, -σαν που κρατιέσαι μη και στο μυστικό μας πείραγμα γελάσεις-,
κι εμένα να σου δίνομαι, λατρευτικά, κατάματα.
Χίλιες φορές ως τότε θα έχω ανακαλέσει τη μαγική του κλικ στιγμή
τη στάλα ιδρώτα σου που ΄βαψε άνοιξη τα χείλια μου
το χρώμα στις πτυχές του πόθου σου,
ένα φεγγάρι που κρυβόταν στα μαλλιά σου ,
την ηλιαχτίδα που στα δάχτυλά σου ξεκαρδίζεται
και πιο καθαρά απ ο,τιδήποτε
τις χίλιες θάλασσες που τόσο είχα ονειρευτεί
και βρήκα στην ανάσα σου..
Και χίλια ξανά θ΄ακούω -σαν τώρα, να.. - τα λόγια που ψιθύρισες
δυο δευτερόλεπτα πριν
και τρεις αιώνες μετά
θα θυμάμαι κάθε λεπτό της αναμονής και κάθε της απουσίας
Και θα ψάχνω.
Με λύσσα θα ψάχνω αυτή τη συγκεκριμένη φωτογραφία
που τόσο απόλυτα και καθαρά έχει καδράρει η μνήμη,
πυξίδα και κατάρτι μου
στο θαλασσοδαρμό της ερημιάς.
Μέχρις εκεί θα φτάνει όμως το ποίημα.
Γιατί δεν ξέρω - κι ούτε θέλω ίσως να μάθω-
πώς έρχεται και πώς αντέχεται η συντριβή
όταν ανασκαλεύοντας τα περασμένα
βρω τις φωτογραφίες δύο.
Από αλλιώτικους χρόνους
κι από ασύνδετους η κάθε μία τόπους.
Ή, πως ούτε καν φωτογραφίες είναι.
Σπαράγματα αναμνήσεων μοναχά
μίας πλανεύτρας μνήμης
και μιας ανείπωτης ανάγκης
για μιαν αγάπη ακριβή
Και τότε το ποίημα το πολυπόθητο,
Για μιαν αγάπη- ή για μια χίμαιρα
θα χει από μόνο του γραφεί.
Ένα μαρτύριο - ή μία μαρτυρία.
Πως δε συναντηθήκαμε ποτέ.
Για μια φωτογραφία που με αγωνία θα ψάχνω στα συρτάρια μου .
Μία φωτογραφία, που θα γνωρίζω ακριβώς
στην κάθε λεπτομέρειά της.
Μία φωτογραφία που ακόμη θα ανασαίνει,
μ΄εσέ γερμένο παιχνιδιάρικα, -σαν που κρατιέσαι μη και στο μυστικό μας πείραγμα γελάσεις-,
κι εμένα να σου δίνομαι, λατρευτικά, κατάματα.
Χίλιες φορές ως τότε θα έχω ανακαλέσει τη μαγική του κλικ στιγμή
τη στάλα ιδρώτα σου που ΄βαψε άνοιξη τα χείλια μου
το χρώμα στις πτυχές του πόθου σου,
ένα φεγγάρι που κρυβόταν στα μαλλιά σου ,
την ηλιαχτίδα που στα δάχτυλά σου ξεκαρδίζεται
και πιο καθαρά απ ο,τιδήποτε
τις χίλιες θάλασσες που τόσο είχα ονειρευτεί
και βρήκα στην ανάσα σου..
Και χίλια ξανά θ΄ακούω -σαν τώρα, να.. - τα λόγια που ψιθύρισες
δυο δευτερόλεπτα πριν
και τρεις αιώνες μετά
θα θυμάμαι κάθε λεπτό της αναμονής και κάθε της απουσίας
Και θα ψάχνω.
Με λύσσα θα ψάχνω αυτή τη συγκεκριμένη φωτογραφία
που τόσο απόλυτα και καθαρά έχει καδράρει η μνήμη,
πυξίδα και κατάρτι μου
στο θαλασσοδαρμό της ερημιάς.
Μέχρις εκεί θα φτάνει όμως το ποίημα.
Γιατί δεν ξέρω - κι ούτε θέλω ίσως να μάθω-
πώς έρχεται και πώς αντέχεται η συντριβή
όταν ανασκαλεύοντας τα περασμένα
βρω τις φωτογραφίες δύο.
Από αλλιώτικους χρόνους
κι από ασύνδετους η κάθε μία τόπους.
Ή, πως ούτε καν φωτογραφίες είναι.
Σπαράγματα αναμνήσεων μοναχά
μίας πλανεύτρας μνήμης
και μιας ανείπωτης ανάγκης
για μιαν αγάπη ακριβή
Και τότε το ποίημα το πολυπόθητο,
Για μιαν αγάπη- ή για μια χίμαιρα
θα χει από μόνο του γραφεί.
Ένα μαρτύριο - ή μία μαρτυρία.
Πως δε συναντηθήκαμε ποτέ.




